8:38
7/6

Οταν το σινεμά «βγήκε» από τη ντουλάπα: H queer πλευρά του κινηματογραφικού ερωτισμού

Με αφορμή την αυριανή παρέλαση του Athens Pride 2019 ανοίγουμε τη «ντουλάπα» του σινεμά.

Από τον Θανάση Πατσαβό

Σε μία εποχή όπως η σημερινή, όπου ταινίες όπως το «Μυστικό του Brokeback Mountain» και το «Να με Φωνάζεις με τ' Όνομά σου» φτάνουν μέχρι τα Όσκαρ ή «Η Ζωή της Αντέλ» και το «Portrait of a Lady on Fire» κερδίζουν βραβεία στις Κάννες, είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς όλα τα ενδιάμεσα στάδια από τα οποία πέρασε το σινεμά όσον αφορά την απεικόνιση της σεξουαλικότητας ανάμεσα σε άτομα του ίδιου φύλου. Και όπως και ο ίδιος ο - ακόμα και σήμερα συνεχιζόμενος - αγώνας της LGBTQ+ κοινότητας για ίσα δικαιώματα, ο δρόμος αυτός δεν ήταν στρωμένος με ρόδα.

Δύσκολοι καιροί για έρωτες

Εύλογα, λοιπόν, στις απαρχές της κινηματογραφική τέχνης, και ειδικά στην Αμερική, δεν θα περίμενε κανείς να συναντήσει μια τέτοια τολμηρή και ειλικρινή απεικόνιση, όταν ακόμα και ο ετεροφυλόφιλος ερωτισμός περιγραφόταν περισσότερο υπαινικτικά. Στην περίπτωση των ομοφυλόφιλων χαρακτήρων, όμως, ακόμα και η ίδια η ύπαρξή τους στο σελιλόιντ ήταν υπό αμφισβήτηση. Με την εξαίρεση των καθαρά πορνογραφικών φιλμ, που σε κάθε περίπτωση κυκλοφορούσαν παράνομα σε υπόγεια κυκλώματα, ο συντηρητισμός, η λογοκρισία (με αποκορύφωμα τον κώδικα Χέιζ, που θα επέβλεπε τα πάντα από το 1930 μέχρι το 1968) και το εμπορικό ρίσκο επέτρεπαν στο mainstream σινεμά τη νύξη μιας ομοφυλοφιλικής ή αμφιφυλοφυλικής σεξουαλικότητας μονάχα εμμέσως ή, ακόμα χειρότερα, κάτω από ένα αρνητικό πρίσμα, παρουσιάζοντας τους λιγότερο ή περισσότερο εμφανώς γκέι χαρακτήρες ως δυστυχισμένους, καταθλιπτικούς και αυτοκαταστροφικούς, ως καρικατούρες ή γραφικούς κακούς που απειλούν να σπείρουν τη διαστροφή.

Φυσικά, ούτε λόγος για πραγματικό ερωτισμό ή οποιουδήποτε είδους αισθησιασμό, αφού ακόμα και στις πιο ειλικρινείς και θετικές αναπαραστάσεις τους, οι ομοφυλόφιλοι χαρακτήρες είχαν μάλλον να ασχοληθούν με σημαντικότερα πράγματα, όπως οι προκαταλήψεις και η κατακραυγή του περίγυρού τους, όπως για παράδειγμα οι δασκάλες Οντρεϊ Χέμπορν και Σίρλεϊ ΜακΛέιν, των οποίων η φιλία και η καριέρα απειλούνται όταν κατηγορούνται ως λεσβίες στο «The Children’s Hour» (1961) του Γουίλιαμ Γουάιλερ ή η ζηλόφθονη σαδίστρια ηρωίδα του «The Killing of Sister George» (1968) του Ρόμπερτ Ολντριτς ή ακόμα και ο Ντερκ Μπόγκαρντ που πέφτει θύμα εκβιασμού λόγω των σεξουαλικών του προτιμήσεων στο βρετανικό (και σαφώς πιο ρεαλιστικό) «Victim» (1962) του Μπέιζιλ Ντίρντεν.

Και μπορεί οι πιο ανήσυχοι σκηνοθέτες να σκαρφίζονταν πάντα τρόπους να περάσουν έστω και έμμεσα το μήνυμά τους, ωστόσο οι λογοκριτές του Χόλιγουντ σαφέστατα ενέκριναν πιο εύκολα τις περιπτώσεις εκείνες όπου, τουλάχιστον σε πρώτο επίπεδο, η βδελυρή αυτή «διαστροφή» τιμωρούνταν αυστηρά, όπως για παράδειγμα συνέβαινε στο άγριο φινάλε του «Ξαφνικά Πέρσι το Καλοκαίρι» («Suddenly, Last Summer», 1959) του Τζόζεφ Μάνκιεβιτς ή ο υποβόσκων ερωτισμός καταπνιγόταν εν τη γενέσει του, όπως στο «Ανταύγειες σε Χρυσά Μάτια» («Reflections in a Golden Eye», 1967) του Τζον Χιούστον. Κι αυτό όταν, εν έτει 1969, ακόμα και αρκούντως καμουφλαρισμένα σενάρια όπως η φιλία ανάμεσα στον Ντάστιν Χόφμαν και τον Γιον Βόιτ στον «Καουμπόι του Μεσονυχτίου» («Midnight Cowboy», 1969) του Τζον Σλέσινγκερ χαρακτηριζόταν ακατάλληλη και προκαλούσε μίνι σκάνδαλο όταν πρωτοπροβαλλόταν, με θεατές να αποχωρούν αηδιασμένοι από την αίθουσα κατά τη διάρκεια της σκηνής όπου ο χαρακτήρας του Βόιτ ψωνίζεται σε έναν κινηματογράφο.