12:37
30/11

Ρίντλεϊ Σκοτ: Στην υπηρεσία της εικαστικής μεγαλειότητος

Γενέθλια σήμερα για τον 82χρονο Ρίντλεϊ Σκοτ, εν γένει άνισο σκηνοθέτη εμβληματικών ταινιών της προηγούμενης γενιάς και τρεις φορές υποψήφιο για Όσκαρ σκηνοθεσίας, που ακατάβλητος εξακολουθεί να παρουσιάζει παραγωγές στην χολιγουντιανή αιχμή του δόρατος.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Γεννημένος και σπουδασμένος σχεδιαστής, απόφοιτος του Βασιλικού Κολλεγίου των Τεχνών στο Λονδίνο και από νωρίς με ενδιαφέρον στην επιστημονική φαντασία και το σινεμά, ο Ρίντλεϊ Σκοτ μπήκε επίσημα στο μεγάλο μήκος αργά, στα 40 του, αλλά μπήκε με εκτελεσμένες προθέσεις που αμέσως τον έκαναν εκλεκτή φωνή και πολυαναμενόμενο δημιουργό. Σήμερα, 40 και πλέον χρόνια μετά, οι απόψεις διίστανται, δεν είναι κι εύκολο βέβαια να κρατήσεις μια καριέρα 25 ταινιών ακύμαντη, όμως ανεξαρτήτως διαφωνιών οι ταινίες του Σκοτ διατηρούν μια αίγλη και οι ανακοινώσεις των σχεδίων του χαιρετίζονται πάντοτε με ενδιαφέρον και προσδοκία.

«Οι Μονομάχοι» λοιπόν, το ντεμπούτο του 1977, είναι πάνω απ' όλα ένας εστέτ οργασμός καλλιτεχνικής διεύθυνσης που χρωστάει κάμποσα στην φωτογραφία του «Μπάρι Λίντον» δυο χρόνια πριν κι έχει τον Χάρβεϊ Καϊτέλ και τον Κιθ Κάρανταϊν να ξιφομαχούν μέσα στα χρόνια, κέρδισε το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου στις Κάννες κι έβαλε μεμιάς τον Σκοτ στον χάρτη.

Εκείνος απάντησε με την καλύτερη ταινία της ζωής του, το «Άλιεν», όλοι το ξέρουν, σ' όλες τις λίστες είναι, η Ακαδημία δεν κατάλαβε σχεδόν τίποτα βέβαια, θα μου πεις στη χρονιά του «Αποκάλυψη Τώρα» έπαιρνε το όσκαρ σκηνοθεσίας και ταινίας το «Κράμερ Εναντίον Κράμερ», μην επαναλαμβάνουμε γνωστά πράγματα, πάντως το «Άλιεν» πήρε μόνο ένα όσκαρ (για τα εφέ του), είχε και μια υποψηφιότητα στην καλλιτεχνική του διεύθυνση.

Τρία χρόνια μετά, ο Σκοτ πραγματοποιεί τον ανεπανάληπτο άθλο που λέγεται «Μπλέιντ Ράνερ», μια ταινία που παρά κάποια επί μέρους προβλήματα και μια τεράστια περιπέτεια με την υπόθεση director's cut (που ο Σκοτ έχει εξελίξει σε διασκεδαστικό χούι μέσα στα χρόνια), είναι η ταινία του που προτιμά ο ίδιος ως «πιο προσωπική» και που μονοκοντυλιά άλλαξε την κουλτούρα του σινεμά και του κινηματογραφικού φουτουρισμού. Ένα νουάρ μα περισσότερο μια αξέχαστη ιστορία αγάπης, το «Μπλέιντ Ράνερ» μίλησε για τόσα πράγματα και το έκανε με τόσο επίζηλο κινηματογραφικά τρόπο που δίκαια έβαλε τον Σκοτ στις πρώτες θέσεις των τότε δημιουργών. Αναμενόμενα ωστόσο, έθεσε έναν απλησίαστο στη συνέχεια πήχη, μια ταινία που χωρίς ποτέ να φάνηκε να δυναστεύει τον Σκοτ, στέκεται αδύνατο να την ξεχάσεις ως μέτρο αναφοράς.

Από κει κι έπειτα ο Άγγλος παρέδωσε μια φιλμογραφία που στο μεγαλύτερο μέρος της δεν ήταν παρά μια πλατφόρμα επίδειξης των ορίων της καλλιτεχνικής διεύθυνσης που περιστασιακά βοηθούμενη από καλά σενάρια μπορούσε να δώσει ενδιαφέροντα έργα. Ο Σκοτ όμως, σε όλα τα επόμενα χρόνια, αν έδειξε κάτι ήταν η έλλειψη ιδεολογικού κι αισθητικού έρματος, ανέκαθεν ήταν ένας σκηνοθέτης που θα μπορούσε να γυρίσει ιδεολογικά προβληματικά έργα τύπου «G.I. Jane» και «Black Hawk Down», πάντοτε άριστα επιμελημένα εικαστικά αλλά και δηκτικά αδιάφορα στις συνέπειες των λεγομένων τους.

Κατά την γνώμη του υπογράφοντος πάντα, αν έπρεπε να γίνει μια επιλογή από την πλούσια φιλμογραφία αυτή θα έτεινε περισσότερο σε «μικρά» φιλμ, χαμηλότερης φιλοδοξίας, όπως η «Λευκή Καταιγίδα» (1996), μια θαλασσινή περιπέτεια με τον Τζεφ Μπρίτζες, το διασκεδαστικό και στυλάτο «Matchstick Men» (2003) με τον Νίκολας Κέιτζ ή το, προσωπικό αγαπημένο (και καθόλου αφιλόδοξο) σίκουελ της «Σιωπής των Αμνών», «Χάνιμπαλ» (2001), που ισορροπεί τέλεια την μαύρη κωμωδία με το μπαροκικό θρίλερ και την αναγεννησιακή Φλωρεντία στο φόντο.

Η Ακαδημία από την άλλη, προτίμησε τις φεμινιστικές «Θέλμα και Λουίζ» (1991), ένα προκλητικά μονόχνωτο έργο, μεγάλης φήμης όμως στο κοινό του και σ' αυτούς που συγχέουν, ίσως, τα ορθώς ειπωμένα με τα καλώς κινημαγραφημένα, τον στέρεο και θεαματικό «Μονομάχο» (2000) και το προαναφερθέν «Black Hawk Down» που συμπληρώνει τις σκηνοθετικές υποψηφιότητες του Σκοτ.

Ευχάριστα βλέπονται πάντα η «Καυτή Βροχή» του 1989 με τον Μάικλ Ντάγκλας και την λαμπρή φωτογράφηση της Οσάκα να θυμίζει «Μπλέιντ Ράνερ», ένα υποτιμημένο αστυνομικό του 1987 («Κάποιος να με Προσέχει»), ο «Αμερικανός Γκάνγκστερ» (2007) με τον Ντενζέλ Ουόσιγκτον, ενώ οπαδούς βρήκε και το πιο πρόσφατο «Ο Συνήγορος» (2013) με το πιασάρικο καστ και την Κάμερον Ντίαζ να κυλιέται στο καπώ μιας Φεράρι.

Ο αμείωτος ρυθμός των τελευταίων χρόνων έχει βέβαια επιφέρει και μια, χαριτολογώντας πάντα με άξονα την προσωπική άποψη, σωρεία αδιαφοριών ή/και βαρβαροτήτων («Μια Καλή Χρονιά», «Ρομπέν των Δασών», «Η Πλεκτάνη», όλα τους με τον Ράσελ Κρόου - έχουν συνεργαστεί πέντε φορές!) που ωστόσο κατά βάση χαίρουν εκτίμησης από την, γενικώς οξυδερκή, αμερικανική κριτική της οποίας ο Σκοτ παραμένει διαχρονικά αγαπημένος δημιουργός.

Να είναι καλά, περά από τα γούστα του καθενός είναι ένας σκηνοθέτης που δεν σταματά να διερωτάται πάνω στην όψη των ταινιών του, το ένδοξο ξεκίνημα και η διαπρέπουσα εικαστική του αρκούν να τον κάνουν πάντοτε αναμενόμενο.