10:16
14/10

Ρόμπερτ Φόρστερ (1941-2019): Αντίο φίλε

Χωρίς θόρυβο, χωρίς ύμνους και φωταγωγία, ένας ωραίος ηθοποιός (που ατύχησε), μια ωραία φάτσα βέρου αμερικάνικου σινεμά, έφυγε από κοντά μας.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Όταν το 1997 «έσκασε» η «Τζάκι Μπράουν» που, σύμφωνα με τον Ταραντίνο, αγαπούν αυτοί που δεν τους αρέσει το σινεμά μου, τον Ρόμπερτ Φόρστερ δεν τον ξέραμε. Ή, δεν τον θυμόμασταν. Οι «Ανταύγειες σε Χρυσό Μάτι», το ντεμπούτο του, ήταν στο απαραίτητό μας διαιτολόγιο σινεμά, αλλά με 30 μεσολαβούντα χρόνια και να μην έχεις δει τίποτα στο ενδιάμεσο, οι φυσιογνωμίες αλλάζουν. Βέβαια ο Φόρστερ είχε κάνει κάμποσα πράγματα, ελάχιστα ανάλογά του όμως. Μετά την Τζάκι, μπήκαν όλα στη σειρά τους. Και εμείς είδαμε κάποια μικρά κι ενδιαφέροντα - κι ένα αριστούργημα - και αυτός έκανε μια καριέρα όψιμη αλλά πια αναγνωρισμένη.

Όμως με τον Φόρστερ οφείλεις να επιμείνεις στη φάτσα. Στην πέτρινη αμερικανικότητα με μια κρυμμένη, σχεδόν γαλήνια ευαισθησία. Κάτι σαν Φράνκο Νέρο συναντά τον Ράντολφ Σκοτ, αλλά από ένα ξεχασμένο νουάρ με ντετέκτιβ που πίσω από τον αμοραλισμό και την δρομοσοφία (sic) του κρύβει μια καλοψυχία σπάνια. Από εκείνες τις φάτσες τις ανέκφραστες που έξαφνα παρουσιάζουν εκατοντάδες ρυτίδες να σε διαψεύδουν.

Μετά τον Χιούστον ο Φόρστερ πρωταγωνίστησε στο «Medium Cool», το τεράστιο πόνημα του φωτογράφου Χάσκελ Γουέξλερ που αποτυπώνει το φλεγόμενο zeitgeist των τελών του '60, της βίας, των φυλετικών ταραχών, της αρχής του τέλους του ονείρου, του θρυλικού Συνεδρίου των Δημοκρατικών του '68. Έργο μνημειώδους, «ντοκιμαντερίστικης» σημασίας.

Θα 'λεγες το '70 θα του επεφύλασσε καριέρα του Φόρστερ. Αλλά δεν συνέβη. Τηλεόραση, κατά τα γραφόμενα μέτρια, όχι πολλές ταινίες, όχι καλές ταινίες. Κρατάς την «Μαύρη Τρύπα» του 1979 (αλλά λόγω Τζον Μπάρι στη μουσική περισσότερο) και μια ολόκληρη δεκαετία είχε κυλήσει χαμένη. Λόγω «Τζάκι Μπράουν» έλεγα θα είχε παίξει σε blaxploitationμε με την ιέρεια Παμ Γκριρ (ιδανικός, έστω γι' αυτό, θα ήταν) αλλά ούτε αυτό είχε συμβεί. Το '80 έμπαινε με κακούς οιωνούς.

Και πράγματι αν εξαιρέσεις το «Alligator» (1980, σε σενάριο Τζον Σέιλς παρακαλώ!) που είναι τέλειο θριλεράκι είδους, η καλή στιγμή είναι...η «Δύναμη Δέλτα» με τον Τσακ Νόρις που παίζει έναν μυστακοφόρο τρομοκράτη! Μιλώντας για άκυρο κάστινγκ. Ακόμα και τότε που τα βλέπαμε, τον Φόρστερ δεν τον είχαμε προσέξει.

Το 1990 είναι η μεγάλη άτυχη χρονιά καθώς λόγω υποχρεώσεων χάνει τον ρόλο στο «Twin Peaks» που ο Λιντς του είχε γράψει ειδικά. Αν αυτό είχε γίνει, η καριέρα του θα ανασταινόταν. Το '90 βέβαια δούλεψε πολύ (δεν θες να ξέρεις), ως τον ερχομό του Κουέντιν που είδε ακριβώς αυτό που άλλοι είχαν μπροστά τους και δεν έβλεπαν. Την καλοσύνη πίσω από τον κυνισμό, την στωικότητα και το βλέμμα των 1000 μέτρων ενός γεννημένου pulp (με την καλλίστη των εννοιών) χαρακτήρα.

Έκτοτε ο Φόρστερ μπορούσε να διαλέγει, ήταν πια στην πρώτη κατηγορία. Όχι πως έγιναν πολλά αξιόλογα, αντίστοιχα του ταλέντου του. Ο Λιντς του «Μαλχόλαντ», το «Confidence» του Φόλεϊ, ξανά πολλή τηλεόραση, «Το Στοίχημα του Σλέβιν» (ανεκμετάλλευτος και ο Τζος Χάρτνετ, παρεμπιπτόντως), οι «Απόγονοι» του Πέιν και, επιτέλους ναι αυτή τη φορά, το «Twin Peaks» του 2017 κι ένας ρόλος μεταχρονολογημένος σχεδόν τριάντα χρόνια!...

Ήταν ωραίος τύπος ο Ρόμπερτ Φόρστερ, κι ας μην ευτύχησε συνολικά ως καριέρα. Άλλωστε ο δρόμος του Χόλιγουντ είναι σπαρμένος αναξιοποίητους, είναι το στοίχημα που βάζεις, η ζωή που διαλέγεις. Τουλάχιστον, μέγιστα για μας, ήταν ο Μαξ Τσέρι, ο τυπάς εγγυητής της «Τζάκι Μπράουν», που ήρεμα κι ωραία, πήγε, πήρε την τσάντα με τα λεφτά, βοήθησε το κορίτσι, κέρδισε το κορίτσι και, στο εναλλακτικό σύμπαν της αλήθειας του σινεμά, έζησε την υπόλοιπη ζωή του ευτυχισμένος.