11:26
23/9

«Τελευταία Έξοδος: Ρίτα Χέιγουρθ»: Πρεμιέρα σαν σήμερα για το αιώνιο Νο1 του imdb top-250

Σαν σήμερα πριν 25 χρόνια πριν παρουσιάζεται στις αμερικανικές αίθουσες η ταινία που έμελλε να αγαπηθεί αλλά και να διχάσει ταυτόχρονα περισσότερο από κάθε άλλη στην σύγχρονη εποχή.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Κι όμως στα παλιά εκείνα χρόνια (...) και παρά τα διθυραμβικά test audiences και τις επί το πλείστον εξίσου διθυραμβικές κριτικές, το ντεμπούτο του Φρανκ Ντάραμποντ δεν κατάφερε να είναι ούτε μία από τις 50 εμπορικότερες ταινίες της σεζόν, εξουθενωμένη στην κινηματογραφική της διαδρομή από κάποια...«Pulp Fiction» και «Forrest Gump» (αμφότερα στο top-12 του γνωστού site, πάντως) και παραμελημένη από την μεγάλη πλειοψηφία των θεατών.

Λίγους μήνες μετά η Ακαδημία θα αναγνώριζε πάντως το μέγεθός της με 7 υποψηφιότητες για Όσκαρ (δεν κέρδισε καμμία) κι ένα μικρό Oscar bump στα εισιτήρια θα την έφερνε στην θέση 51 των ταμείων της χρονιάς εκείνης πίσω από ταινίες-θρύλους όπως το «Οι Δυνατές Πάπιες» και «Major League II». Ήταν μια μεγάλη οικονομική αποτυχία και οι μισοί έλεγαν πως έφταιγε που οι ταινίες φυλακών δεν πουλάνε κι άλλοι μισοί πως μ' αυτόν τον τίτλο δεν πας πουθενά.

Ωστόσο, λίγο καιρό μετά, ήρθε ένα φορτίο βιντεοκασέτες κι η ταινία άρχισε να ενοικιάζεται με αστρονομικούς ρυθμούς. Κι ευτυχώς η πληροφορία δεν διαχεόταν με τον ρυθμό που γνωρίζουμε σήμερα και οι άνθρωποι την έβλεπαν και δεν μάθαινε η ανθρωπότητα το φινάλε και την διαδικασία του. Τα μάθαιναν όμως οι κοντινοί τους. Και το word of mouth ήταν τόσο ανεπανάληπτο όσο εκείνες οι πρώτες προβολές με τα εκστατικά test audiences. Και μετά το αγόρασε η τηλεόραση. Κι όπως είχε γίνει, με καθυστέρηση δεκαετιών, με την «Μια Υπέροχη Ζωή» έτσι και τούτο όσο παιζόταν τόσο μετατρεπόταν σε λατρεμένο μυστικό που σιγά-σιγά όλοι γνώριζαν. Η συνέχεια είναι γνωστή, αμείωτα, ως σήμερα.

Εντούτοις υπάρχει και η άλλη πλευρά του νομίσματος. Εκείνοι που αντιστέκονται σθεναρά, φωνάζουν «υπερεκτιμημένο!» (προς ποιον άραγε; στον κόσμο που αγαπά ένα έργο όσο του γουστάρει;) που επιχειρηματολογούν εναντίον της παλιομοδίτικης αφήγησης, του χιλιοειπωμένου θέματος, του φινάλε που (κλασικά) όλοι είχαν καταλάβει. Ακόμα και εναντίον του Μόργκαν Φρίμαν που, ίσως και λόγω της επιτυχίας (αλλά σίγουρα λόγω της φωνάρας του) τυποποιήθηκε κάπως σε ρόλους παντογνωστών αφηγητών, προέδρων ή και του Θεού του ίδιου. Ο Ντάραμποντ πάντως έκανε μόνο τρεις ακόμα ταινίες, όλες τους υπό τη σκιά, όλες τους καλές για το σινεμά που υπηρέτησε ο δημιουργός (ναι, και το «Majestic») κι όλες τους καταδικασμένες να είναι ακόλουθοι (δύο από τις τρεις μάλιστα επίσης βασισμένες σε Στίβεν Κινγκ) μιας κτηνώδους δημοφιλίας που - κι όμως! - δεν συνέβη ποτέ στην αίθουσα.

Από μια πλευρά λοιπόν η «Τελευταία Έξοδος» είναι ένα από τα πολύ πρώτα, ίσως το πρώτο, σημάδι της ασθμαίνουσας πια σήμερα κινηματογραφικής αίθουσας. Ήταν το πρώτο σύγχρονο δείγμα πως η κατανάλωση του προϊόντος άλλαζε και μάλιστα μπορούσε να είναι τεράστια, όχι όμως πια για τους δημιουργούς αλλά για την τηλεόραση και τους διαφημιστές. Η οικονομία του σινεμά δέχτηκε εδώ ένα πρώτο, μεγάλο πλήγμα. Το Home Entertainment ήταν προ των πυλών.

Όμως αυτά λίγη σχέση με το έργο έχουν, μηδενική δε με την κινηματογραφική του αξία. Που αν απελευθερωθείς από αστεράκια, νούμερα και ιεραρχήσεις του γούστου, αν δηλαδή ξεφύγουμε από την κριτική σύγκριση (σαφώς δεν είναι μια από τις καλύτερες ταινίες όλων των εποχών) θα δεις και την λειτουργία και το νόημά της. Και το δεύτερο, μαζί με τις πάμπολλες ερμηνείες που μπορείς να τις δώσεις, κινείται από την θρησκευτική παραβολή, μέχρι την σινεφιλική εκθείαση που λέει πως η έξοδος από την υποφορά του πραγματικού γίνεται μέσω του σινεμά (και της τέχνης) στον παράδεισο του φαντασιακού. Αν το θες αλλιώς, το φινάλε της ταινίας δεν είναι πραγματικό, είναι μια μεταθανάτια περιγραφή.

Η λειτουργία της όμως είναι το κάτι άλλο και δικαιολογεί πέρα για πέρα την δημολατρεία (sic) της. Διότι υπάρχει μια γλύκα στην παραδοσιακή αφήγηση, μια ευεξία στα διαλείμματα των μεγάλων στιγμών ενός καλογραμμένου σεναρίου (ο Μότσαρτ, οι μπύρες), στην ηθελημένη υποχώρηση του auteur προκειμένου να απογειωθεί μια ιστορία. Το έργο είναι αρκετά μεγάλο για να βρεις σημεία να κουβεντιάσεις, είναι ευρύ για να βρεις την μαεστρία του στουντιακού συστήματος (όταν ακόμα είχε συστηματική πυγμή κι ενδιαφέρον για την πρωτοτυπία) και είναι όσο πρέπει φόρος τιμής στο κλασικό Χόλιγουντ μια σωρείας σπουδαίων (αλλά άγνωστων) ταινιών αψεγάδιαστης αφήγησης σκηνοθετών-storytellers.

Καθώς ταυτόχρονα κιόλας πραγματεύεται (σε βαθμό μυθοποίησης) μια ενστικτώδη ανάγκη, αυτήν της ελευθερίας και του δικαιώματος του πνεύματος σε μια άλλη πραγματικότητα, το έργο αναλαμβάνεται σε μαγνητικό πόλο του κοινού νου, σε αυθεντικό σημαίνον μιας συλλογικής ανάγκης. Και το κάνει άπταιστα σε όλα τα επίπεδα. Στις παρουσίες των ηθοποιών, την φωτογραφία του Ρότζερ Ντίκινς, τη μουσική του Τόμας Νιούμαν, τον τέλειο ρυθμό, το χτίσιμο μιας αρχιτεκτονημένης κλιμάκωσης για να λυτρώσει αλλά και για να μην επισκιάσει ότι έχει συμβεί πριν. Αποτέλεσμα μια ταινία που βλέπεις με την άνεση του εθισμού, μιας ταινία που σε αποπληρώνει κάθε επόμενη φορά.

Και για μας, που θέλουμε να βλέπουμε και την ιστορία του πράγματος, η «Τελευταία Έξοδος: Ρίτα Χέιγουορθ», μαζί με φόρος τιμής, είναι και μια αποκρυστάλλωση του στυλ σινεμά μεγάλου κοινού μιας ολόκληρης δεκαετίας που ήδη από τα μισά της θα άρχιζε να αλλάζει έτοιμη να υποδεχτεί ένα καινούργιο, όχι πια αναλογικό, σινεμά που θα ερχόταν να συμπαρασύρει το κλασικό όπως εννοήθηκε τον πρώτο αιώνα του κινηματογράφου.