15:35
28/11

«Τα σπάσαμε στην πίστα και τώρα βάλαμε τους πιτσιρικάδες να σκουπίσουν»: Ο Στέλιος Μάινας μιλά στο cinemagazine.gr

Με θεατρική καριέρα 30+ χρόνων, συμμετοχές σε αγαπημένες ταινίες και τηλεοπτικές σειρές, ο Στέλιος Μάινας αποτελεί εχέγγυο και ερμηνευτική σταθερά όπου εμφανίζεται. Τον συναντήσαμε με αφορμή την «Φαντασία» του Αλέξη Καρδαρά, όπου υποδύεται τον λαϊκό μουσικοσυνθέτη Βλάση Χρηστάκη, και μας μίλησε για την ταινία, την Ελλάδα της '90s αφθονίας, το ρεμπέτικο και το πάθος του για το σινεμά της «μικρής» και «μεγάλης» οθόνης.

Συνέντευξη στον Πάνο Γκένα

«Φαντασία», «Τετάρτη 04:45», «Μαύρα Μεσάνυχτα», η νύχτα ταιριάζει στον Στέλιο Μάινα;

Μου αρέσει η νύχτα αν και δεν τη ζω. Είμαι εντελώς ημερήσιος τύπος, ξυπνάω και κοιμάμαι νωρίς, δεν ξενυχτάω, αλλά μου αρέσει η νύχτα γιατί έχει κάτι μυστηριακό. Έχει σκιές και γι’ αυτό φοβερό ενδιαφέρον. Η μετάβαση από το φως στο σκοτάδι είναι κομμάτι της προσωπικότητάς μου και ίσως γι’ αυτό μου αρέσουν οι νυχτερινές ιστορίες.

Στη νύχτα της «Φαντασίας» λοιπόν υποδύεσαι έναν λαϊκό μουσικοσυνθέτη, τον Βλάση Χρηστάκη. Ο χαρακτήρας έχει συγκεκριμένες αντηχήσεις από παλαιότερους καλλιτέχνες;

Όλοι οι καλλιτέχνες έχουν δάνεια. Για παράδειγμα στον Χρηστάκη υπάρχει ο Μανώλης Χιώτης αλλά και ο Δημήτρης Στεργίου, γνωστός σε όλους ως «Μπέμπης». Το βασικότερο, όμως, είναι να διατηρείς κομμάτια του εαυτού σου. Εννοείται πως χρησιμοποίησα στο χαρακτήρα στοιχεία που θυμάμαι από τους παλιούς ρεμπέτες, πως συμπεριφέρονταν δηλαδή, πως ήταν οι ίδιοι και η καθημερινότητά τους. Μεγάλωσα άλλωστε στο Βύρωνα, σε μία γειτονιά και σε μία εποχή που είχα την τύχη να γνωρίσω μερικούς από τους τελευταίους ρεμπέτες.

Οπότε κουβαλάς ένα απόσταγμα βιωματικό.

Ένας ηθοποιός μόνο βιωματικά μπορεί να ανταπεξέλθει, τα δάνεια φαίνονται και μετά φωνάζουν. Σκοπός είναι να υπάρχει αλήθεια. Οι παλιοί ρεμπέτες είχαν μία δωρικότητα κι αυτή τη δωρικότητα προσπάθησα να την περάσω στον χαρακτήρα.

Σε έναν χαρακτήρα που είναι πιο αναλογικός σε σχέση με την ψηφιακή εποχή που ακολούθησε. 

Ακριβώς.

Ο φακός κλέβει την αυθεντικότητα, δεν κλέβει την τέχνη σου

Ο Χρηστάκης γίνεται μάρτυρας μιας εποχής που αλλάζει έντονα και γρήγορα. Πώς σου φαίνεται η εποχή που ζούμε, η κουλτούρα του εφήμερου;

Θα σου απαντήσω όπως ακριβώς ο Χρηστάκης στη σκηνή της ταινίας «εγώ στο έχω χτίσει πιτσιρίκο». Αυτή είναι η απάντηση, γιατί στο σημερινό κατασκεύασμα έχει μπει κόπος προηγούμενων. Δεν είμαι ενάντιος στην τεχνολογία, στην πραγματικότητα είμαι tech freak, αλλά πρέπει να βλέπεις καθαρά τι υπάρχει από κάτω και να σέβεσαι ό,τι έχει προηγηθεί. Πρέπει να αντιμετωπίζουμε τον ψηφιακό κόσμο με σεβασμό κι όχι με διάθεση κατανάλωσης επειδή σου παραδίδεται με μία ευκολία. Το πρόβλημα δεν είναι το μέσο, αυτό είναι εργαλείο.

Για παράδειγμα, άκουγα τους ρεμπέτες να μιλάνε για το «αβαβά». Ήμουν πιτσιρικάς τότε και δεν καταλάβαινα. Αυτό που εννοούσαν λοιπόν είναι να κινείσαι σε χαμηλούς τόνους και να μην το σηκώνεις ψηλά αν δεν χρειάζεται. Με δυο λόγια η εργασία θα μιλήσει μόνη της, δεν χρειάζεται να λες πολλά. Έτσι μάθαμε να λειτουργούμε και αυτό πιστεύω πως είναι και ο Χρηστάκης στην ταινία.

Ο οποίος έχει μία έντονη σχέση με τη Φωτεινή στη «Φαντασία». Πώς ήταν η συνεργασία με τη Ρένα Μόρφη;

Εξαιρετική. Η Ρένα έρχεται από έναν άλλον χώρο, αλλά συγγενή με την υποκριτική. Το τραγούδι είναι κι αυτό ερμηνεία. Η Ρένα είναι ένας πολύ αυθόρμητος άνθρωπος και αυτή η αυθεντικότητα είναι το ζητούμενο στον κινηματογράφο. Ο φακός κλέβει την αυθεντικότητα, δεν κλέβει την τέχνη σου όπως λένε μερικοί. Σιγά τα αυγά! Η τέχνη σου στο σινεμά πρέπει να είναι φιλτραρισμένη, να μην φαίνεται, να μην κραυγάζει γιατί διαφορετικά σταμάτα να εξυπηρετεί τον σκοπό της και γίνεται επίδειξη. Η Ρένα, λοιπόν, έχει τη χαρά του νεοφώτιστου, που μπορείς να εκμεταλλευτείς σωστά στον κινηματογράφο. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί κινηματογραφιστές λατρεύουν τους ερασιτέχνες. Αυτοί αποτυπώνουν την αυθεντικότητα, ενώ οι επαγγελματίες καλούμαστε να την κατασκευάσουμε. Η Ρένα είναι ένα κορίτσι πολύ αυθεντικό, πολύ χαρούμενο και αυτό αποτυπώνεται στην ταινία.

Η δικιά μου γενιά τα έσπασε και άφησε στην πίστα ποτήρια, πιάτα, αποτσίγαρα, γαρύφαλλα και τώρα βάλαμε τους πιτσιρικάδες να τη σκουπίσουν

Η «Φαντασία» σχολιάζει ακόμα και μέσα από τον τίτλο της τη φαντασία μιας άλλης εποχής. Τι θυμάσαι από τη δεκαετία της αφθονίας;

Θυμάμαι την τεράστια επιτυχία με το «Οι Μεν Και Οι Δεν». Ο κόσμος με σταματούσε στο δρόμο. Θεωρώ πως δεν εκμεταλλεύτηκα εκείνη την επιτυχία. Για να το πω διαφορετικά, ήμουν πιο «αβαβά».

Μίλησαν δηλαδή τα βιώματα που λέγαμε πριν.

Δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς. Τότε γίνονταν καταναλωτικά όργια και αυτό πληρώνουμε σήμερα.

Πώς ένιωσες που επέστρεψες στα ‘90s έχοντας την εμπειρία της Ελλάδας μετά τους Ολυμπιακούς, την κρίση και το προσφυγικό;

Την ημέρα που τελείωσαν οι Ολυμπιακοί ξεκίνησε η αντίστροφη μέτρηση. Δεν μπορώ να δω όμως ειδοποιές διαφορές σε ‘μένα γιατί όπως ζούσα το ‘94 ‘ετσι ακριβώς ζω και σήμερα. Η καθημερινότητά μου δεν έχει αλλάξει, αλλά έχουν αλλάξει οι συνθήκες εργασίας μου. Όλων μας και το ομολογώ με τρόμο. Ειδικά οι συνθήκες εργασίας των νέων ανθρώπων, οι οποίοι δεν γνώρισαν το πάρτι που γνωρίσαμε εμείς, δεν το εκμεταλλεύτηκαν αλλά τώρα σκουπίζουν την πίστα. Αυτό είναι το μεγάλο πρόβλημα της νεολαίας. Η δικιά μου γενιά τα έσπασε και άφησε στην πίστα ποτήρια, πιάτα, αποτσίγαρα, γαρύφαλλα και τώρα βάλαμε τους πιτσιρικάδες να τη σκουπίσουν. Δυστυχώς είναι πολύ άδικο γιατί τουλάχιστον εμείς βρήκαμε την πίστα άδεια. Φτωχική μεν, αλλά άδεια.

Έχεις συμμετοχές σε πολλές και αγαπητές ταινίες στο κοινό όπως τα «Λούφα και Παραλλαγή», «Βαλκανιζατέρ», «Πολίτικη Κουζίνα».  Ποια συγκυρία σε κράτησε μακριά από περισσότερο σινεμά;

Θα σου απαντήσω εμπεριστατωμένα. Δεν ήταν αποτέλεσμα μόνο βιοποριστικής ανάγκης, γιατί οι επιλογές μου βασίζονταν στο αν γουστάρω κάτι ή όχι για να το πω πιο λαϊκά. Όταν βάζεις τον εαυτό σου μπροστά θα πεις πολλά όχι. Οι αρνήσεις καθορίζουν το ποιοι είμαστε και όχι οι καταφάσεις.

Από την «Τετάρτη 04:45» του Αλέξη Αλεξίου

Δεν πρέπει να είμαστε απορριπτικοί ή απωθητικοί σε όσα δεν καταλαβαίνουμε

Πώς είδες λοιπόν από μακριά το κομμάτι του ελληνικού σινεμά της τελευταίας δεκαετίας;

Μου αρέσει ο κινηματογράφος που απομυθοποιεί τα δεδομένα και τα πιάνει από την ανάποδη, έτσι όπως πραγματικά είναι. Μπορεί να μην είμαι ο αγαπημένος αυτών των δημιουργών, γιατί δεν με έχει φωνάξει κάποιος για συνεργασία ή ίσως δεν με είχαν στο μυαλό τους ως τέτοιου είδους ηθοποιό, αλλά εκτιμώ τα προσόντα και το υπόβαθρο αυτού του σινεμά. Βλέπω όμως και τις αδυναμίες του. Περιμένω τον επόμενο τόνο. Το γεγονός πως το Greek Weird Wave πέρασε στο εξωτερικό είναι μεγάλη επιτυχία και οφείλουμε να λέμε μπράβο.

Κι έχει πολύ ενδιαφέρον πως η εξωστρέφεια του ελληνικού σινεμά συμπίπτει συγκυριακά με την εσωστρέφεια της χώρας.

Η πορεία του Λάνθιμου είναι εξαιρετικά ελπιδοφόρα για το μέλλον, το οποίο εννοείται πως δεν πρέπει να πηγαίνει μόνο σε μία κατεύθυνση. Πιστεύω πως ο κινηματογράφος πρέπει να είναι ακτινωτος, να συμπεριλαμβάνει είδη. Ο Λάνθιμος είχε την εξυπνάδα και το ταλέντο να χρησιμοποιεί δάνεια από διαφορετικά είδη για να φτιάξει έναν δικό του κορμό πολύ προσωπικής γραφής. Αυτό είναι πολύ σοβαρό και πρέπει να το επικροτούμε. Αυτό που είναι δυστύχημα, και όχι μόνο ελληνικό φαινόμενο, είναι όταν γινόμαστε ουδέτεροι ως εχθρικοί σε ό,τι νιώθουμε πως δεν μας περιλαμβάνει. Μεγάλο λάθος. Πρέπει να δίνουμε χώρο ανάπτυξης σε πράγματα που δεν καταλαβαίνουμε ή δεν συμφωνούμε, γιατί αυτό που δεν καταλαβαίνουμε σήμερα μπορεί να το κατανοήσουμε αύριο. Δεν πρέπει να είμαστε απορριπτικοί ή απωθητικοί σε όσα δεν καταλαβαίνουμε. 

Έχοντας γνωρίσει επιτυχία στη μικρή οθόνη, πώς σου φαίνεται η ανάπτυξη που παρατηρείται τους τελευταίους μήνες με περισσότερες εγχώριες παραγωγές;

Όταν γίνονται πράγματα κάτι θα γίνει καλύτερο. Στην ερώτηση λίγα πράγματα και καλά ή πολλά, εγώ απαντώ πλουραλιστικά. Όχι για να υπάρχει δουλειά γενικώς, αλλά για να γίνουν δοκιμές. Δώσε κίνητρα να γίνουν πράγματα και από αυτά σίγουρα κάτι θα βγει. Η στασιμότητα δεν θα πυροδοτήσει καμία εξέλιξη. Φέτος επανεμφανίστηκε στην τηλεόραση η μυθοπλασία, και ακόμα κι αν υπάρχουν αντιρρήσεις, δεν ωφελεί να είμαστε συνεχώς δύσκολοι. 

Θα ήθελα να πιστεύω πως είμαι ροκ τύπος

Μιας και είσαι tech freak και αφού μιλάμε για την τηλεόραση, ποια είναι η γνώμη σου για τη σύγχρονη κουβέντα σχετικά με τις ηλεκτρονικές πλατφόρμες που ολοένα και αυξάνονται; Πώς βλέπεις δηλαδή το σινεμά της «μικρής» και της «μεγάλης» οθόνης;

Πιστεύω πως πρέπει να προσαρμόζεσαι στη νέα πραγματικότητα. Το Netflix είναι μία νέα πραγματικότητα και επέτρεψε για παράδειγμα στους Κοέν, τον Κουαρόν και τον Σκορσέζε να κάνουν τις ταινίες τους που δεν θα μπορούσαν να τις κάνουν διαφορετικά. Εδώ διαμορφώνεται μία πραγματικότητα που ξεκινά ως δημιούργημα της αμερικανικής τηλεόρασης. Τι εννοώ; Αν δεν είχε ανέβει ο πήχης στην αμερικανική τηλεόραση την τελευταία 20ετία με συναρπαστικές ιδέες και σπουδαίες ερμηνείες, τα πράγματα δεν θα ήταν ακριβώς έτσι. Τόλμη και ακραίες ιδέες εμφανίστηκαν στα αμερικανικά σίριαλ, εκεί που κάποτε σκεφτόσουν πως θα έμπαινε λογοκρισία. Δεν είναι τυχαίο ότι έγινε στην Αμερική. Στο γονίδιό τους υπάρχει το ρίσκο και η διακινδύνευση.

Φαίνεται πως έχει γράψει βιωματικά μετά το πέρασμα από τον Ατλαντικό.

Ναι, επίσης είναι λαός που μεγάλωσε στην Άγρια Δύση κι έπρεπε να μάθει να επιβιώνει. Η αμερικανική τηλεόραση έδωσε την πάσα να δημιουργηθεί το Netflix, το HBO Max και οι υπόλοιπες πλατφόρμες. Κάποια στιγμή έβλεπες «παπάδες» στην τηλεόραση και μετριότητες στον κινηματογράφο. Το κύμα ακολούθησαν και παραγωγές που μεταφέρθηκαν στην Ευρώπη όπως τα «The Terror» ή το «Chernobyl», κινηματογραφικές παραγωγές με υψηλή αισθητική, υποκριτική και ωραία σενάρια.

Παράλληλα οι αίθουσες είναι απαραίτητες. Τρελαίνομαι όταν πηγαίνω σινεμά και βλέπω άδειες αίθουσες. Στην κινηματογραφική αίθουσα δεν πηγαίνεις μόνο να παρακολουθήσεις την ταινία, αλλά να μοιραστείς μία κοινή εμπειρία. Θα σου πω μία ιστορία απ’ όταν είχαμε πάει με το «Τετάρτη 04:45» του Αλέξη Αλεξίου στο Φεστιβάλ της Τραϊμπέκα στη Νέα Υόρκη. Σε ένα Q&A με το αμερικανικό κοινό, τους ρώτησα γιατί πηγαίνουν σινεμά όταν έχουν αυτή την τηλεόραση. Ένα τύπος λοιπόν, γύρω στα 45, μου είπε «οι Γάλλοι εφηύραν τον κινηματογράφο αλλά οι Αμερικανοί τον ανέπτυξαν». Αυτός ο άνθρωπος λοιπόν μου απάντησε πως η προσέλευση του κόσμου στους κινηματογράφους σημαίνει Αμερική, πως ξεπερνά την πολιτιστική τους ταυτότητα και πως δεν μπορεί να φανταστεί τον εαυτό του μακριά από τον κινηματογράφο. Πηγαίνει σινεμά μία φορά την εβδομάδα απαρέγκλιτα, έτσι όπως του έμαθε ο πατέρας του, ο παππούς του, κι έτσι θα μάθει στο παιδί του.

Το γονίδιο των Αμερικανών λοιπόν είναι το σινεμά και το δικό μας το θέατρο;

Η αλήθεια είναι πως γι’ αυτούς η λέξη «theatre» σημαίνει την κινηματογραφική αίθουσα, ενώ για ‘μας είναι η τέχνη του θεάτρου.

Και για να επιστρέψουμε στη «Φαντασία» και τη μουσική, αν κάποιοι χαρακτήρες που έχεις υποδυθεί όπως ο Φώτης από το «Βαλκανιζατέρ», ο Στέλιος από την «Τετάρτη 04:45» ή ο Τίμος Σταμάτης ήταν τραγούδια, ποια πιστεύεις πως θα ήταν;

Μπορεί να μην το συγκεκριμενοποιήσω, αλλά θυμάσαι σίγουρα κι εσύ πως όλες οι ταινίες μου έχουν έντονο μουσικό στοιχείο. Θυμάμαι μία συναυλία στο Ρόδον με τον Πορτοκάλογλου την περίοδο του «Βαλκανιζατέρ», το οποίο είναι μία πολύ καλή ταινία αλλά δεν θα ήταν το ίδιο χωρίς το τραγούδι του Πορτοκάλογλου. Θα ήθελα λοιπόν να είμαι ένα ροκ τραγούδι. Το ροκ άλλωστε είναι κοντά στο ρεμπέτικο και το μπλουζ, και θα ήθελα να πιστεύω πως είμαι ροκ τύπος.

INFO
Η ταινία «Φαντασία» κυκλοφορεί ήδη στις αίθουσες από την Feelgood.