9:19
11/10

«Το Σπίτι που Έχτισε ο Τζακ» του Λαρς Φον Τρίερ: Μια δεύτερη ανάγνωση

Εφτά χρόνια μετά την περιβόητη Συνέντευξη Τύπου του «Melancholia», ο Λαρς Φον Τρίερ επέστρεψε φέτος στις Κάννες και άνοιξε το «Σπίτι» του. Όσοι πιστοί (και μη) προσέλθετε, γιατί η έξοδος κερνά ενδιαφέρουσες συζητήσεις.

Από τον Πάνο Γκένα

Το «Σπίτι που Έχτισε ο Τζακ» είναι ένα κινηματογραφικό οικοδόμημα με την υπογραφή του αρχιτέκτονα Λαρς Φον Τρίερ. Γνωρίζεις πολύ καλά τι θα βρεις περνώντας το κατώφλι του και έχοντας οικοδεσπότη τον Τζακ, έναν δηλωμένο σίριαλ-κίλερ, ξέρεις πως ο Τρίερ θα αναλάβει να φωτίσει αμείλικτα τις σκοτεινές γωνίες του σπιτιού. Για 155 λεπτά, όσο κρατά η επίσκεψη στο «Σπίτι», ο Τζακ θα ομολογήσει/μονολογήσει πέντε «τυχαία» περιστατικά, φόνους που διέπραξε σε μία περίοδο δώδεκα ετών. Καθώς η εξομολόγησή του προχωρά, οι σαδιστικές εικόνες της ταινίας θα γεννήσουν οργή, σοκ, θυμό και αποστροφή. Μπορεί να νιώσετε εγκλωβισμένοι, αλλά η πόρτα της κινηματογραφικής αίθουσας (και κατ’ επέκταση του «Σπιτιού») είναι ανοιχτή. Μόνο που η έξοδος οδηγεί σε έναν κόσμο που δεν έχτισε ο Λαρς. Και είναι εξίσου σκοτεινός, απειλητικός, νοσηρός και επικίνδυνος.

Ο Τρίερ γνωρίζει καλά το παιχνίδι της πρόκλησης, το έχει κάνει κατ’ εξακολούθηση εντός κι εκτός οθόνης (όχι πάντα με επιτυχία). Στο «Σπίτι» χρησιμοποιεί ως άλλοθι τη ζωή ενός δολοφόνου και προβάλλει μέσα από τις ιστορίες του, όλα όσα εδράζουν στο ταραγμένο μυαλό του. Παρόλα αυτά υπάρχει μέθοδος και συγκεκριμένη δομή στην επι της οθόνης «τρέλα» και μέσα από ηθελημένες αντιθέσεις, διαφαίνεται η οξυδέρκεια ενός δημιουργού και παράλληλα η ενδιαφέρουσα σύνδεση με το προσωπικό του παρόν. Το «Σπίτι» ορθώνεται ως ένα μνημείο της τέχνης και των ιδεών του Τρίερ του 2018. Σίγουρα έχει υπάρξει πιο καθαρός, φιλόδοξος και ακριβής στο παρελθόν, αλλά ο «Τζακ» έχει μία αγαστή συνέπεια έργου - λόγου και υπηρετεί το (κινηματογραφικό) είδος του με υφολογική συνοχή.

«Μουσείο εγκλημάτων» με θεμέλια ανθρώπινες ζωές, αυτό το «Σπίτι» είναι ένα επίκαιρο κοινωνικό, πολιτικό και καλλιτεχνικό σχόλιο. Και πολύ προσωπικό. 

Ο «Τζακ» ως δομή είναι πανομοιότυπος με το «Nymphomaniac». Δυο ξεχωριστές όψεις, μιλούν από κοινού για τις δυναμικές που αναπτύσσει η εξουσιαστική τάση των ανθρώπων και εμπλέκουν τέχνη, επιστήμη, βία (η πρώτη) και σεξ (η δεύτερη). Όπως η νυμφομανής Τζο (Σαρλότ Γκενσμπούργκ) εξομολογείται τις εμπειρίες της στα δυο σκέλη του «Nymphomaniac», έτσι και ο Τζακ (ένα όνομα-μεταφορά για τον κοινό άνθρωπο) αποκαλύπτεται στον Ρωμαίο ποιητή Βιργίλιο (Μπρούνο Γκανζ). Μόνο που η ιστορία του Τζακ δεν είναι η «Αινειάδα», το σπουδαιότερο έπος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, αλλά το δολοφονικό παραλήρημα ενός ανθρώπου-εκπροσώπου μιας δυτικής αυτοκρατορίας σε πτώση.

Μέσα από τις εξομολογήσεις του Τζακ (εξαιρετικά αποτελεσματικός ο Ματ Ντίλον στο ρόλο) ο Τρίερ κάνει τσεκ σε όλα όσα μπορείς να του προσάψεις. Ταυτόχρονα, και σίγουρα με σαρδόνιο πνεύμα, τον εκθέτει. Οι γυναίκες-θύματα της ταινίας είναι ανόητες ή έτσι τις περιγράφει (ή αντιλαμβάνεται) ο Τζακ; Και ποια τελικά είναι η θέση του Τρίερ, ενός σκηνοθέτη που έχει κατηγορηθεί για μισογυνισμό πλειστάκις, αλλά τεράστιο μέρος της φιλμογραφίας του βασίζεται στη δυναμική και το σθένος των γυναικών («Δαμάζοντας τα Κύματα», «Χορεύοντας στο Σκοτάδι», «Dogville» κ.α.); Ο «Τζακ» αντικατοπτρίζει τη ψύχωση που άγει την καλλιτεχνική δημιουργία και ο Τρίερ φαίνεται πως παραλληλίζει τη δουλειά του σκηνοθέτη με εκείνη ενός κατά συρροή δολοφόνου που θυσιάζει χαρακτήρες και ιστορίες μέσα σε 90-100 λεπτά (στην περίπτωσή του και περισσότερα), μία ταινία τη φορά.

Το πρώτο θύμα του Τζακ στην ταινία είναι η Ούμα Θέρμαν, η εκδικητική Νύφη του Ταραντίνο, στο ρόλο μιας γυναίκας που προδικάζει το τέλος της μετά από ένα ντελιριακό διαλογικό μέρος. Το δεύτερο περιστατικό έχει μία ανατρεπτική επίστρωση μαύρου χιούμορ που σχετίζεται με την ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή του βασικού χαρακτήρα και σατιρίζει τη «θεϊκή παρέμβαση». Το ενοχλητικό τρίτο επεισόδιο αποδομεί την οικογένεια και τον απόντα πατέρα, ενώ το σοκ της τέταρτης ιστορίας (κατά την οποία αποχώρησαν θεατές στην προβολή των Καννών) ακρωτηριάζει τις αισθήσεις. Λίγο πριν το φιλότεχνο φινάλε, το πέμπτο περιστατικό θα ανοίξει μοραία μία «πόρτα» που ο Τζακ νόμιζε πως θα αποφύγει.

Ένα «μουσείο εγκλημάτων» με θεμέλια ανθρώπινες ζωές, αυτό το «Σπίτι» είναι ένα επίκαιρο κοινωνικό, πολιτικό και καλλιτεχνικό σχόλιο. Επίσης και πολύ προσωπικό. Η πρώτη φωτογραφία που κυκλοφόρησε σχετικά με τα γυρίσματα του «Σπιτιού» τον Φεβρουάριο του 2017, ήταν μία φωτοσοπαρισμένη εικόνα του Τρίερ με ένα δρεπάνι, φόρος τιμής στο «Vampyr» (1932)  του Καρλ Ντράγιερ. Η συγκεκριμένη εικόνα δεν υπάρχει στην ταινία, αλλά προλογίζει καθαρά όλες τις αναφορές που «κατοικούν» στον Τζακ. Το «Fame» του Ντέιβιντ Μπόουι (από το άλμπουμ «Young Americans» που είχε ακουστεί στο «Dogville») συνδιαλέγεται με τον ανυπέρβλητο πιανίστα Γκλεν Γκουλντ, η αρχιτεκτονική με τη ζωγραφική, η Ιστορία με την Τέχνη. Ο Τρίερ παίρνει αφορμή να σχολιάσει τη θηριωδία των ναζί και στη συνέχεια εγωκεντρικά και ίσως αυτοσαρκαστικά συναντά μέσα στην ταινία και το έργο του.

Μετά από τέσσερις δεκαετίες που είναι δημιουργικά παρών, ο Λαρς Φον Τρίερ ακολουθεί την «Τριλογία της Κατάθλιψης» με ένα «Σπίτι» που είναι ανοιχτό βιβλίο. Συμφιλιωμένος με τους δαίμονές του επιχειρεί μία κατάβαση στην κόλαση και επιλέγει για συντροφιά την υψηλή τέχνη. Όταν πέσουν οι τίτλοι τέλους, ο «Τζακ» θα έχει ολοκληρώσει το έργο του και οι θεατές οφείλουν να εγκαταλείψουν την ασφάλεια της μεγάλης οθόνης. Σίγουρα δεν είναι θέαμα για όλους, αλλά ακόμη μία φορά ο Τρίερ θα προκαλέσει συζητήσεις και σ’ αυτό δεν απογοήτευσε ποτέ. «Hit the road Jack», που λέει και το τραγούδι και μακάρι οι επι της οθόνης «Τζακ» να ξορκίζουν όσους βρίσκονται εκτός.

Βαθμολογία: ★★★1/2

Οι ταινίες του Λαρς Φον Τρίερ είναι (δεδομένα!) μία καλή ευκαιρία για να εκφραστούν αντιθετικές απόψεις. Διαβάστε την κριτική του Νεκτάριου Σάκκα εδώ.