Μπερτολούτσι x5: Ο Γιάννης Μπακογιαννόπουλος γράφει για τη «Στρατηγική της Αράχνης» - αφιερωματα , θεματα || cinemagazine.gr
11:56
30/11

Μπερτολούτσι x5: Ο Γιάννης Μπακογιαννόπουλος γράφει για τη «Στρατηγική της Αράχνης»

Ως ελάχιστο φόρο τιμής στην καριέρα που αφήνει πίσω του ο σπουδαίος σκηνοθέτης, το cinemagazine αφιερώνει πέντε ημέρες στα πέντε κορυφαία φιλμ του Μπερνάρντο Μπερτολούτσι. Τρίτη στάση, η «Στρατηγική της Αράχνης» του 1970 και ένα αποκλειστικό κείμενο του κορυφαίου Έλληνα κριτικού για την ταινία.

Από τον Γιάννη Μπακογιαννόπουλο

Θαυμάσια δημιουργία του Μπερτολούτσι που σχηματίζει ένα ιδεατό δίπτυχο με τον «Κονφορμίστα». Υπαρξιακή κρίση των νεαρών αστών στο σταυροδρόμι της Ιστορίας, τόλμη και αμέσως περιδεής αναδίπλωση, μορφοποιημένες με εξαίσια περίτεχνο μοντερνισμό. Όμως η «Στρατηγική» δεν είναι επαρκώς γνωστή.

Ο Μπερτολούτσι εμπνέεται ελεύθερα από το αφήγημα του Μπόρχες «Θέμα του Προδότη και του Ήρωα», μεταφέροντάς το σε μια ιστορική μικρή πόλη του ιταλικού Βορρά, σε δυο χρονικές εποχές, 1936 και 1969. Ένας νέος φτάνει εκεί, όπου σκοτώθηκε άλλοτε ο πατέρας του από φασίστα ενώ ετοίμαζε μια απόπειρα κατά του Μουσολίνι. Στην πλατεία έχει στηθεί μνημείο, αλλά ο γιος (Άθως Μανιάνι κι αυτός, όπως ο πατέρας του, ερμηνεύονται από τον ίδιο ηθοποιό, τον Τζούλιο Μπρότζι) ερευνά για να βρει τους άγνωστους δολοφόνους και τελικά για να μάθει την αλήθεια για το πώς ακριβώς και γιατί σκοτώθηκε ο πατέρας. Τη μαθαίνει αλλά δεν θα μπορέσει ποτέ να την αποκαλύψει.

Ο Μπερτολούτσι, ακολουθώντας και το πνεύμα του Μπόρχες, βλέπει τον χρόνο όχι σαν γραμμή από το χθες στο σήμερα, αλλά σαν κύκλο, σαν λαβύρινθο.

 

Το πρώτο θέμα, λοιπόν, της ταινίας είναι ψυχαναλυτικής τάξης: ο συμβολικός φόνος του πατέρα, δηλαδή της δεσποτικής ηρωικής μνήμης του. Όμως αυτή η απόπειρα θα μείνει ανολοκλήρωτη. Ο Μπερτολούτσι, ακολουθώντας και το πνεύμα του Μπόρχες, βλέπει τον χρόνο (την «υποκειμενική» και «αντικειμενική» ιστορία) όχι σαν γραμμή από το χθες στο σήμερα, αλλά σαν κύκλο, σαν λαβύρινθο. Η έρευνα της ιστορίας (προσωπικής ή πολιτικοκοινωνικής) οδηγεί στην αμφιβολία, στο διφορούμενο. Με μια διαβολική διαλεκτική εικόνων, μορφών και θεμάτων φανερώνει ότι αυτός που ψάχνει και ανακαλύπτει την αλήθεια βρίσκεται αμέσως και ο ίδιος μέσα στο λαβύρινθο της ιστορίας, δηλαδή μετέχει και στο ψέμα. Έτσι ο γιος δεν αποκαλύπτει τίποτε, ταυτίζεται με τον πατέρα μέσα στο λαβύρινθό τους, παραδίδεται στο απατηλό ψέμα.

Αποκλίνοντας πλέον από τον Μπόρχες, ο Μπερτολούτσι εισάγει μια εσωτερική συνείδηση (του πολιτικοποιημένου κινηματογραφιστή;) που κρίνει την παραίτηση, που διαπιστώνει το πάγωμα της «αστικής τάξης», τη θεσμοποίηση του status quo, τη μνημειακή-αρχαϊκή ακινησία της πόλης, των ανθρώπων της, την «αιώνια» αυτοσυντήρηση. Κοιτάζει ειρωνικά τον νεαρό διανοούμενο αστό (τον εαυτό του;) που ονειρεύεται τη στράτευση, παίρνει φόρα και...εγκαταλείπει, δέσμιος του λαβυρίνθου του.

Αν ο κόσμος είναι μια σκηνή, κι αν η ζωή διολισθαίνει στο όνειρο, πώς να βρεις και πώς να δράσεις;

Η ταινία εκφράζει εκπληκτικά, με τη μορφολογία της, αυτόν τον εσωτερικό και εξωτερικό λαβύρινθο. Εκθέτει και αναιρεί ή ζευγνύει συνεχώς τα όμοια και τα αντίθετα, σημαίνοντας αμέσως αινιγματικές ή αντιφατικές έννοιες και κατευθύνσεις. Πατέρας και γιος, τότε και τώρα, συγχέονται συνεχώς, η πόλη με τα παλιά ωραία κτίρια είναι άδεια σαν φάντασμα. Οι λεωφόροι της μοιάζουν να μην οδηγούν πουθενά, μεταβάλλονται σε ψεύτικες προοπτικές, «εκβάλλουν» στην εξοχή. Μέσα στο λαμπρό φως, γέροι πετρωμένοι, ανεξιχνίαστοι. Μέρη της μοιάζουν διαφορετικά τη μέρα και τη νύχτα. Η ερωμένη του πατέρα (και του γιου), Ντράιφα, δεν έχει γεράσει 30 χρόνια αργότερα. Οι άλλοι συνωμότες είναι παράξενοι γέροι, κάτι παιδιά ενοχλούν ανεξήγητα. Τα χρώματα έχουν μια επιθετική ένταση, συχνά ένα επίμονο γαλάζιο του δειλινού, η μηχανή κινείται αργά σε κιονοστοιχίες, παράθυρα, σαν να ανακαλύπτει - όμως τι;

Η πραγματικότητα αναιρείται, η μυθική διάσταση εισβάλλει και κυριαρχεί με άπειρη γοητεία. Έτσι βαθμιαία επιβάλλεται η θεατρικότητα. Σύνθεση του ψεύτικου και του αληθινού, το θέατρο φέρνει το φανταστικό. Αν ο κόσμος είναι μια σκηνή, κι αν η ζωή διολισθαίνει στο όνειρο, πώς να βρεις και πώς να δράσεις; Η πόλη αρχίζει να γεμίζει κόσμο, σε κύκλους που ενστερνίζονται τους αληθινούς-ψεύτικους ρόλους της. Ο πατέρας Άθως σκηνοθετεί τον εαυτό του ως μάρτυρα και στο πραγματικό θέατρο της πόλης παίζεται (τότε) ξαναπαίζεται (τώρα) το δράμα, ηρωικό και αμφίσημο, με πρωταγωνιστές τους ίδιους τους ήρωες., Θέατρο μάλιστα μεγεθυμένο, μελόδραμα, με τη μουσική του Ριγκολέτο, σε μεγαλειώδη και ειρωνική υπογράμμιση. Και στο φινάλε, με ένα ιδιοφυές εύρημα, το φιλμ περνάει στο πεδίο του φανταστικού, υλοποιεί το ασυνείδητο.