11:36
9/7

Τομ Χανκς: Ο δρόμος της ανεκτίμητης απλότητας

64α γενέθλια για έναν από τους προσφιλέστερους ηθοποιούς της ιστορίας του Χόλιγουντ, την πιο γλυκιά πατρική φιγούρα από τον καιρό της κλασικής εποχής και ίσως (τι ίσως δηλαδή) τον πιο ευέλικτο σταρ από την κωμωδία στο δράμα που έχουμε δει από τον καιρό του Σπένσερ Τρέισι και του Τζίμι Στιούαρτ.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Με τον Τρέισι μοιράζονται μια πρωτιά: Είναι οι μόνοι ηθοποιοί που έχουν διαδοχικές υποψηφιότητες Πρώτου Ανδρικού και κέρδισαν και τις δύο. Με τον Τζίμι Στιούαρτ μοιράζονται μια κοινή, διαχεόμενη στους λάτρεις της ολότητας του σινεμά, αίσθηση πως όπως εκείνος έτσι κι αυτός έχει βρει το σημείο που αβίαστα τέμνονται η εγγενής ζεστασιά με το πολύμορφο ταλέντο.

Ο Χανκς, πριν τη στροφή της καριέρας του που συντελέστηκε στους δύο οσκαρούχους ρόλους του, υπήρξε φύσει κωμικός, έπαιξε άσημος σε κάποια low budget και γνώρισε κάποια πρώτη επιτυχία στην τηλεόραση. Εκεί τον είδε ο Ρον Χάουαρντ και του πρότεινε το «Splash» («Η Γοργόνα», 1984), που έγινε ανέλπιστη επιτυχία και καλωσόρισε τον Χανκς στον φυσικό του χώρο. Τον Χάουαρντ θα τον ξανασυναντούσε κατ’ επανάληψη κάποια χρόνια αργότερα…

Η δεκαετία του ’80 είναι η δεκαετία που προτιμούν εκείνοι που «αντέχουν» να μην αποτιμούν μέγιστα το βάρος που απέκτησε από το ’90 κι έπειτα. Περιέχει τον Χανκς «είδους», καθαρές κωμωδίες, απολαυστικές κωμωδίες – κυρίως λόγω του ίδιου – που υπήρξαν συνεχόμενα επιτυχίες και καθρεφτίζουν την αναντικατάστατη (και κριτικά ελαφρώς επιλήψιμη…) ξεγνοιασιά της δεκαετίας εκείνης. Ωστόσο: «Πάρτυ Για Εργένηδες» (1984), «Εθελοντές» (1985), «Κελεπούρι» (1986 – κι ας είναι του Ρίτσαρντ Μπέντζαμιν), «Έτσι Είν’ η Ζωή» (1986), «Οι Δυο Ατσίδες» (1987), «Big» (1988 – και πρώτη υποψηφιότητα για Όσκαρ), «The ‘Burbs» (1989 – αριστούργημα), είναι ένα περίπου σερί (έχω παραλείψει κάποια) που κρατούσε τα καλοφτιαγμένα μπόσικα στο action ρεσιτάλ εκείνης της δεκαετίας. Και επ’ ουδενί προετοίμαζε για το μπαμ της επόμενης δεκαετίας.

Η οποία ξεκινούσε με έναν αποτυχημένο (και αγαπητότατο από έξι το πολύ ανθρώπους) Ντε Πάλμα, την «Απατηλή Λάμψη της Ματαιοδοξίας», όπου ο Χανκς συναντούσε την Μέλανι Γκρίφιθ και τον Μπρους Γουίλις. Ελάχιστοι το είδαν, σε λιγότερους άρεσε. Το 1990 επίσης συναντούσε για πρώτη φορά την Μεγκ Ράιαν στο «Ο Τζο Ενάντια στο Ηφαίστειο» που δεν ήταν μεγάλη επιτυχία, αποκάλυπτε όμως μια χημεία ανάμεσα στους πρωταγωνιστές, που θα αναγνωριζόταν στην συνέχεια («Άγρυπνοι στο Σιάτλ», «Έχετε Μήνυμα στον Υπολογιστή σας»).

Το ’93-‘94 είναι η διετία του αναγνωρισμένου θριάμβου, σε προ διαδικτύου εποχές δεν υπήρχε διεθνές περιοδικό, ραδιόφωνο και τηλεοπτικές ειδήσεις που να μην «έπαιζαν» Χανκς αδιάλειπτα. «Άγρυπνοι στο Σιάτλ» της Έφρον και «Φιλαδέλφια» του Ντέμι το ’93, «Φόρεστ Γκαμπ» του Ζεμέκις το ’94. Δύο Όσκαρ και περισσότερα από 530 εκατομμύρια εισπράξεων σε μια εποχή που τα εκατομμύρια δεν είναι όπως σήμερα, ούτε στην συγκριτική ευκολία τους μα ούτε και στο στημένο ποντάρισμα των υπερηρώων και του ακαταπόνητου ριμέικ.

Με αφορμή το προαναφερθέν ας δηλωθεί και το ευκρινές. Ο Τομ Χανκς είναι μαζί με τον Χάρισον Φορντ και βέβαια τον Τομ Κρουζ οι τρεις μεγαλύτεροι σταρ των τελευταίων 50 ετών. Για τον Χανκς, η σωρεία των παραγωγών ευτυχών εισπράξεων (σχεδόν 20 ταινίες πάνω από 100 εκατομμύρια, μερικές πολύ πάνω από τον αριθμό αυτό), η ποικιλία ανάμεσά τους (από τις κωμωδίες στον «Κάπτεν Φίλιπς» κι από το «Φιλαδέλφια» στα «Toy Stories» και την τριλογία του Νταν Μπράουν!), η πλαστική του ικανότητα να χωράει σε μικρές ή/και υπερφιλόδοξες παραγωγές, η ακατάβλητη διάρκεια και αντοχή δίχως Marvel «ευκολίες» και οπωσδήποτε η καταχώρησή του στο σινεφίλ υποσυνείδητο ως ενός στέρεου ηθοποιού που εγγυάται έργα, τεκμηριώνουν το γεγονός.  

Μαζί μ’ αυτά υπάρχουν οι δύο χρόνιες συνεργασίες του. Η μία με τον Ρον Χάουαρντ. Μετά την «Γοργόνα», ήρθε το κάλλιστο «Apollo 13» (1995) κάμποσα χρόνια μετά η τριλογία του Χάρι Λάνγκντον («Κώδικας Ντα Βίντσι», «Illuminati: Οι Πεφωτισμένοι» και «Inferno»). Πορεία κάμψης ίσως για πολλούς, ο υπογράφων πάντως δηλώνει μέγας θαυμαστής του πρώτου μέρους, όπως και να ‘χει, όλη η δουλειά με τον Χάουαρντ, απλωμένη σε τέσσερεις δεκαετίες (!), είναι τεκμήριο εμπορικής σχετικότητας με την εποχή και το ανελέητα εξελισσόμενο γούστο του μεγάλου κοινού.