13:54
11/3

Βασίλης Μπισμπίκης: «Προτιμώ να τραβάς τον θεατή από την καρδιά, να τον ξεσηκώνεις»

Φρέσκος στο οικονομιδικό σύμπαν πλην όμως έτοιμος από καιρό για αυτό, ο ήδη καταξιωμένος στο θέατρο Βασίλης Μπισμπίκης πρωταγωνιστεί στην «Μπαλάντα της Τρύπιας Καρδιάς» σαν να ήταν από πάντα μέρος των ταινιών του φίλου του, Γιάννη Οικονομίδη. Και μας εξηγεί το πώς και το γιατί.

Συνέντευξη στον Νεκτάριο Σάκκα

Ήδη καταξιωμένος στο θέατρο τόσο ως σκηνοθέτης όσο και ως πρωταγωνιστής, ο Βασίλης Μπισμπίκης επιστρέφει στο σινεμά μετά το 2011 και την «Πόλη των Παιδιών» του Γιώργου Γκικαπέππα. Μια επιστροφή διπλή, αφενός γιατί πρωταγωνιστεί στην «Μπαλάντα» στο ρόλο του Μάνου, ενός ξοφλημένου λαϊκού τραγουδιστή που μπλέκει σε μια ιστορία απιστίας και απληστίας (περισσότερες πληροφορίες και η κριτική μας για την ταινία εδώ). Αφετέρου γιατί τον είδαμε και στο «Digger» του Τζώρτζη Γρηγοράκη, το οποίο πριν λίγες μέρες έκανε την πρεμιέρα του στην Μπερλινάλε). Για το τελευταίο παρεμπιπτόντως εξηγεί πως δεν μπόρεσε να ταξιδέψει στο Βερολίνο καθώς έπρεπε να μείνει Αθήνα για την προώθηση της «Μπαλάντας», σημειώνει ωστόσο πως «τα γυρίσματα ήταν μια πολύ ωραία εμπειρία και ο Τζώρτζης ένας φοβερός τύπος που νομίζω θα κάνει σπουδαία πράγματα στο μέλλον».

Η επανεμφάνιση του Μπισμπίκη στο σινεμά έρχεται με κεκτημένη ταχύτητα, αν υπολογίσουμε την αξιοσημείωτη επιτυχία που γνωρίζει η εξαιρετική μεταφορά του «Άνθρωποι και Ποντίκια» που από πέρυσι ανεβάζει στον Τεχνοχώρο Καρτέλ, αλλά και η πρόσφατη σκηνοθετική του απόπειρα με τον «Πατέρα» στο θέατρο Αποθήκη. Μάλιστα η απόφαση να μεταφέρει τα δύο κλασικά έργα των Στάινμπεκ και Στρίντμπεργκ στο σήμερα, σε συνδυασμό με τον ακραίο ρεαλισμό που τους προσδίδει, εξηγούν σε μεγάλο βαθμό την συμβατότητά του με το σινεμά του Οικονομίδη, από το οποίο άλλωστε δηλώνει πως έχει πάρει πολλά. 

Ήταν η ατμόσφαιρα των προβών που δημιούργησε ο Γιάννης, ο τρόπος που λειτουργούσε εκεί, η ομάδα που έφτιαξε, σου έδινε τη συνθήκη να δώσεις το 100% των δυνατοτήτων σου

Φέτος επιστρέφεις μετά από καιρό στο σινεμά και μάλιστα με δύο ταινίες. Πώς βίωσες αυτή την επιστροφή;

Δεν είμαι γενικά από τους τύπους που έχουν κάνει σινεμά. Άλλη μια ταινία είχα κάνει το 2011, την «Πόλη των Παιδιών» με τον Γκικαπέππα, πάλι με φίλο δηλαδή που δουλέψαμε πάρα πολύ με πρόβες. Γενικά δε με ζητούσαν να κάνω σινεμά, δεν ξέρω για ποιο λόγο.

Μου αρέσει πολύ ο κινηματογράφος, ειδικά όταν προκύπτει μέσα από συνθήκες όπως τώρα με τον Γιάννη. Ένιωσα πάρα πολύ καλά και οικεία, πρώτον γιατί είμαστε φίλοι και δεύτερον ήταν η ατμόσφαιρα των προβών που δημιούργησε ο Γιάννης, ο τρόπος που λειτουργούσε εκεί, η ομάδα που έφτιαξε, σου έδινε τη συνθήκη να δώσεις το 100% των δυνατοτήτων σου. Να δουλέψεις επί της ουσίας πάνω στο ρόλο, κάτι που δίχως να έχω πολλή εμπειρία δεν νομίζω ότι συμβαίνει συχνά στις ταινίες.

Ήταν χαρά για μένα που μπήκα σε αυτό το παιχνίδι του κινηματογράφου. Ουσιαστικά ήταν σαν να πρωτομπήκα. Μπήκα πάλι σε ειδικές συνθήκες. Με τον Γιάννη κάναμε έξι μήνες πρόβα, ήμασταν εκεί καθημερινά, σε ένα υπόγειο, όλοι μαζί μια ομάδα, δουλεύαμε, ξαναγράφαμε το σενάριο, δούλευε πάνω μας, άκουγε, ήταν δοτικός, ήξερε τι ήθελε. Ήταν μια διαδικασία πολύ δημιουργική για έναν ηθοποιό που δεν γινόταν απλά εκτελεστικό όργανο αλλά και συνδημιουργός στην ταινία. Ήταν πάρα πολύ ωραία εμπειρία.

Βλέποντας σε πάντως στην «Μπαλάντα» είχα την αίσθηση πως ήσουν από καιρό μέρος αυτού του κινηματογραφικού σύμπαντος που έχει χτίσει ο Γιάννης.

Νομίζω πως από ιδιοσυγκρασία και τρόπο που παίζω - στο θέατρο περισσότερο - ήμουν έτσι και αλλιώς πολύ κοντά στον Γιάννη, όπως και ο τρόπος που λειτουργώ με την ομάδα στο Καρτέλ, ο ρεαλισμός που ψάχνουμε και όλα αυτά. Και από την άλλη, νομίζω πως δεν επιλέγει τυχαία συντελεστές ο Γιάννης, κάτι έχει δει πιο πριν, κάπως πρέπει να ταιριάζεις στον κόσμο του ώστε να σε τραβήξει και αυτός μαζί του. Οπότε κάπως συνδέθηκε το παζλ, γιατί και από ιδιοσυγκρασία ταιριάζουμε και από φόρμα.

Νομίζω πως από ιδιοσυγκρασία και τρόπο που παίζω ήμουν έτσι και αλλιώς πολύ κοντά στον Γιάννη

Έχεις πει στο παρελθόν πως έχεις μεγαλώσει μέσα στο λούμπεν. Με αυτό σαν δεδομένο, ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση στο να υποδυθείς τον Μάνο;

Ότι προσωπικά δεν θα έπαιρνα ποτέ την απόφαση να σκοτώσω την γυναίκα με την οποία είμαι ερωτευμένος. Για το χρήμα. Το χρήμα είναι κάτι που δεν με αγγίζει καθόλου σαν άνθρωπο, είναι πολύ μακριά από μένα. Αυτό το δίλημμα δηλαδή, του τύπου να σωθώ ή να σκοτώσω, ε δεν παίζει σε μένα αυτό. Αυτή ήταν η δυσκολία, ότι έπρεπε να βρω δηλαδή το κίνητρο του ρόλου σε σχέση με αυτό το δίλημμα και πώς μπορεί ένας άνθρωπος να πάρει μια τέτοια απόφαση. Εκεί μέσα υπήρχε κάτι πολύ μακρινό από εμένα.

Κατά τα άλλα, αυτό το σκοτάδι των μπουζουκιών, των ναρκωτικών, όλο αυτό το λούμπεν στοιχείο ή ακόμα και η επιτυχία που είχε αυτός ο τραγουδιστής στην Αθήνα και που τελικά για κάποιο λόγο την παράτησε, μπορώ να τα καταλάβω από την πλευρά του ηθοποιού. Όμως εκείνο το κομβικό δίλημμα σε σχέση με την απόφαση να καθαρίσω κάποιον είναι κάτι που με δυσκόλεψε.

Τι είναι για σένα η «Μπαλάντα»; Ως ταινία αλλά και από τη σκοπιά ενδεχομένως ενός καθρέφτη της νεοελληνικής πραγματικότητας.

Προφανώς για μένα έχει πολλές ερμηνείες η ταινία. Αλλά αυτό που νιώθω πιο σημαντικό είναι αυτή η ανόητη, άσκοπη βία που υπάρχει μέσα στην ταινία σε σχέση με τα φράγκα και την προδοσία. Το πώς οι σχέσεις αποδομούνται, διαλύονται, προδίδονται για τα φράγκα. Ένα στοιχείο πολύ σοβαρό, που υπάρχει και εκεί έξω και το βλέπω, σε φίλους, σε συγγενείς. Όχι προφανώς σε τέτοιο ακραίο βαθμό όπως στην ταινία, αλλά στο διά ταύτα είναι το ίδιο.

Γενικότερα στις ταινίες του Οικονομίδη αλλά και εδώ στην «Μπαλάντα», το σύνολο των χαρακτήρων του μοιάζουν σφόδρα αντιπαθητικοί. Πώς χτίζει ένας ηθοποιός μια ερμηνεία προορισμένη να κολυμπήσει μέσα σε ένα τόσο τοξικό σύμπαν όπου η ταύτιση με τον θεατή είναι τουλάχιστον επισφαλής;

Εντάξει δεν σε ενδιαφέρει πώς θα αντιμετωπίσει ο θεατής τον ήρωα. Θέλω να πω ότι εσύ σαν ηθοποιός πρέπει να αγαπήσεις αυτό το που κάνεις, το ότι ο χαρακτήρας που ερμηνεύεις είναι αντιπαθής εμένα δεν μου περνάει από το μυαλό. Ψάχνω να βρω την πραγματικότητα μέσα σε αυτόν τον άνθρωπο, να τον δικαιολογήσω απόλυτα, με συνέπεια, να δω ποιος είναι ο στόχος του. Εμένα με ενδιαφέρει αν θα είναι ειλικρινής, όχι αν θα είναι αντιπαθητικός.

Ο στόχος είναι να δημιουργήσεις κάτι στον θεατή, κάτι να τον αφυπνίσει και να τον προβληματίσει. Πιστεύω ότι με το σοκ μπορείς να ταρακουνήσεις κάτι μέσα του

Μιλώντας για ειλικρίνεια, οι ταινίες του Οικονομίδη έχουν γίνει γνωστές στο ευρύ κοινό μέσα από viral βίντεο και memes. Πώς σχολιάζεις αυτή την υποδοχή, δεδομένου ότι μιλάμε για ταινίες, ή και θεατρικά αντίστοιχα, που επιδιώκουν να αναδείξουν κάτι από την πραγματικότητα που μας περιβάλλει

Ας μιλήσουμε για το θέατρο καλύτερα μιας και αυτό που κάνω εκεί ταυτίζεται υπό μία έννοια με τις ταινίες του Γιάννη: ο στόχος είναι να δημιουργήσεις κάτι στον θεατή, κάτι να τον αφυπνίσει και να τον προβληματίσει. Πιστεύω ότι με τη βία, με το σοκ δηλαδή και έπειτα με την ταύτιση καταφέρνεις πιο εύκολα την μεταστροφή, να εμβολίσεις τον θεατή πιο εύκολα. Με το σοκ μπορείς να ταρακουνήσεις κάτι μέσα του.

Ας πάμε για παράδειγμα σ’ αυτό που κάνω στον «Πατέρα» του Στρίντμπεργκ που είναι του 1897 ή στο «Άνθρωποι και Ποντίκια» του Στάινμπεκ που είναι του 1937. Αν όλα αυτά τα έργα τα έκανα στην φόρμα και στην εποχή που αναφέρονται, ο θεατής θα παρέμενε σε μια κάποια απόσταση από αυτό που βλέπει. Θα είχε και μια δικαιολογία μέσα του, λέγοντας ότι αυτό που συνέβη τότε δε μπορεί να ξανασυμβεί τώρα. Όταν όμως όλο αυτό το φέρεις στο τώρα, στο 2020, δεν έχει ο άλλος το περιθώριο του παραμυθιού ή της απόστασης από όσα βλέπει. Το παίρνει ως έχει, είναι σαν να βλέπει από μια κλειδαρότρυπα όλη την πραγματικότητα. Δεν υπάρχει πια αυτή η σύμβαση του θεάτρου, το όνειρο, η θεατράλε κατάσταση όπου κάθεται αναπαυτικά ο θεατής στο κάθισμα του, βλέπει ένα παραμυθάκι και προβλέπει τι θα γίνει μετά.

Προτιμώ να τραβάς τον θεατή από την καρδιά, να τον ξεσηκώνεις. Νομίζω ο τρόπος αυτός δημιουργεί μια πιο άμεση μεταστροφή στο σύμπαν του θεατή.

Διακρίνω πάντως έναν διάλογο μεταξύ σας, ανάμεσα σε αυτό που κάνεις εσύ στο θέατρο και εκείνο που κάνει ο Γιάννης στο σινεμά. Ίσως με κοινό τόπο την ευθύτητα και την ωμότητα στην έκφραση.

Το είχα και από πριν γνωρίσω τον Γιάννη αυτό, τότε που έκανα και in-yer-face theatre της Αγγλίας του ’90 κλπ. Τι έχει γίνει όμως τώρα εδώ: επειδή με τον Γιάννη τα τελευταία χρόνια κάνω πολλή παρέα και συνεργάστηκα μαζί του - το «Άνθρωποι και Ποντίκια» δηλαδή προέκυψε μετά τη συνεργασία μαζί του, εντάξει; - έκλεψα που λες κάποια πράγματα, όπως τον τρόπο που δουλεύει με τους ηθοποιούς. Αυτό τον κινηματογραφικό τρόπο που δουλεύει ο Γιάννης με τους ηθοποιούς ψάχνοντας την αλήθεια για να την αποτυπώσει στην κάμερα, τον πήρα και τον έβαλα στο θέατρο. Όχι με τη φόρμα που χρησιμοποιεί ο Γιάννης σε σχέση ακόμα και με το πώς δουλεύει στο θέατρο - γιατί ακόμα και το «Στέλλα Κοιμήσου» το ανέβασε πριν το ανεβάσω εγώ το «Άνθρωποι και Ποντίκια» - αλλά γιατί εγώ παίρνω κλασικά κείμενα και τα μεταγράφω στο τώρα.

Το δικό μου στυλ παλαιότερα ήταν πιο κοντά σε έναν ποιητικό ρεαλισμό. Τώρα ο Γιάννης με μετατόπισε, μου ξεκλείδωσε κάτι μέσα μου με αποτέλεσμα όλο αυτό να έχει κουμπώσει πλέον στις παραστάσεις που κάνω. Για αυτό υπάρχει και αυτή η κινηματογραφικότητα, στον τρόπο παιξίματος των ηθοποιών εννοώ, γιατί κατά τα άλλα ως προς τη φόρμα είναι θέατρο, είναι άλλο πράγμα.

Να περιμένουμε ότι θα σε δούμε πάλι στο σινεμά; Ενδεχομένως και να σκηνοθετήσεις;

Μου το έχουν πει και άλλοι αυτό αλλά δεν ξέρω, μου κάνει πολύ μακρινό. Δε μου έχει περάσει καν από το μυαλό ότι θα μπορούσα να κάνω κάτι τέτοιο. Αλλά να παίξω ναι, θα το ήθελα πάρα πολύ.

INFO
Η «Μπαλάντα της Τρύπιας Καρδιάς» παίζεται ήδη στις αίθουσες.