9:44
14/6

Μουντιάλ στο ΣΙΝΕΜΑ #1: Ουρουγουάη 1930, ταξίδι στο Νέο Κόσμο

Μικρές και μεγάλες ιστορίες που ενώνουν τον θρύλο με την πραγματικότητα, ντοκιμαντέρ που βλέπουν πέρα από τις γραμμές του γηπέδου, ποδοσφαιριστές-ηθοποιοί και η αθέατη σχέση του αθλήματος με την πολιτική. Η ιστορία του Παγκοσμίου Κυπέλλου Ποδοσφαίρου μέσα από ένα κινηματογραφικό πρίσμα. 

Από τον Τάσο Μελεμενίδη

Στη φετινή αργεντίνικη ταινία «Don't Cry for me England» του Νέστορ Μονταλμπάνο, ένας βρετανός βρίσκεται σε μια αποστολή για την κατάληψη του Μπουένος Άιρες στις αρχές του 19ου αιώνα και βλέπει ως επιχειρηματική ευκαιρία την ιδέα να συστήσει στους ντόπιους το ποδόσφαιρο. Η ιδέα του ξεφεύγει από τα αρχικά όρια που είχε βάλει ο ίδιος, καθώς αυτοί ανταποκρίνονται με πάθος, που παρόμοιο δεν είχε δει ως τότε στη χώρα του. Το ποδόσφαιρο βρήκε στη Ν. Αμερική το κομμάτι της Γης που πραγματικά θα λατρεύονταν, την ίδια στιγμή που η Ευρώπη μπορούσε να υπερηφανεύεται ότι πρώτα το γέννησε και αργότερα το βοήθησε να εξαπλωθεί. 

Το πρώτο παγκόσμιο κύπελλο της ιστορίας χρειάστηκε πάλι τον συνδυασμό των επιφανών ευρωπαίων με την τρέλα των Λατινοαμερικανών. Ο θεσμός γεννήθηκε μέσα από την διαμάχη της ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας με την ΔΟΕ σχετικά με τον διαχωρισμό ερασιτεχνών και επαγγελματιών παικτών, την στιγμή που το ποδόσφαιρο όδευε προς τον επαγγελματισμό. Το γεγονός έμοιαζε μάλλον με αφορμή, η αιτία ήταν η μετατροπή του ποδοσφαίρου σε ένα αρκετά λαοφιλές σπορ, που πλέον μπορούσε να διαχειριστεί διοργανώσεις χωρίς να χρειάζεται την ομπρέλα άλλων επιτροπών. Ο γάλλος Ζιλ Ριμέ έδωσε την εντολή και έμεινε ως ο δημιουργός των Μουντιάλ και μια κομβική μορφή στην ιστορία του ποδοσφαίρου. Πληροφορίες για την δράση του υπάρχουν στο United Passions (2014), όπου τον υποδύεται ο Ζεράρ Ντεπαρντιέ, μια ταινία-ντροπή και για τον κινηματογράφο και για το ποδόσφαιρο που έγινε με τις ευλογίες της FIFA και ήλπιζε αποκλειστικά στο marketing της τελευταίας όμως βγήκε σε μια περίοδο που το ένα στέλεχός της μετά το άλλο δέχονταν κατηγορίες χρηματισμών, οπότε μοιραία και δίκαια καταποντίστηκε.



Ο ίδιος ο Ριμέ θα ήθελε όσο κανείς άλλος να ξεκινήσει τον νεοσύστατο θεσμό από τη Γαλλία, όμως τέτοιες πρωτοβουλίες συνοδεύονται από ρίσκο και τρέλα που μόνο στη Ν. Αμερική θα έβρισκε. Η Ουρουγουάη είχε ήδη πολύ καλή ομάδα, έχοντας κερδίσει τον τίτλο στους πρόσφατους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1928, που ήταν ως τότε ο μεγαλύτερος παγκόσμιος ποδοσφαιρικός θεσμός, υποσχέθηκε πως θα χτίσει και μεγάλο γήπεδο (όπως και έκανε) και έτσι πήρε το χρίσμα. Προκριματικά δεν υπήρχαν, όποιος ήθελε δήλωνε συμμετοχή, αρκεί να μπορούσε να φτάσει ως την Ουρουγουάη. Το τελευταίο δεν ήταν και τόσο εύκολο.

Το πρώτο Παγκόσμιο Κύπελλο θα ξεκινούσε στις 13 Ιουλίου, όμως λίγους μήνες πριν καμία ευρωπαϊκή χώρα δεν είχε εκδηλώσει ενδιαφέρον. Οι αξιωματούχοι της FIFA ξεκίνησαν τις πιέσεις και τελικά βρέθηκαν τέσσερις χώρες πρόθυμες να στείλουν τους αθλητές τους – Γαλλία, Βέλγιο, Γιουγκοσλαβία και Ρουμανία. Το μεγαλύτερο πρόβλημα για τους ευρωπαίους ήταν το ταξίδι, καθώς χρειαζόταν συνολικά 2 μήνες για να φτάσουν, να παίξουν και να επιστρέψουν, πράγμα απαγορευτικό για τους περισσότερους παίκτες εκείνης της εποχής οι οποίοι δεν πληρώνονταν από το ποδόσφαιρο και έπρεπε να παρατήσουν τις δουλειές τους. Οι Γάλλοι για παράδειγμα ήταν κυρίως εργάτες στις αυτοκινητοβιομηχανίες της χώρας, ενώ οι Βαλκάνιοι αποτελούνταν από νεαρά φτωχόπαιδα που όταν οι ανώτεροί τους υποσχέθηκαν ένα τέτοιο ταξίδι το είδαν ως ευκαιρία ζωής – το τί θα έκαναν μέσα στο γήπεδο μικρή σημασία είχε. 

Οι δυσκολίες και τα ευτράπελα ενός υπερατλαντικού ταξιδιού εκείνα τα χρόνια αποτέλεσαν υλικό για 2 πολύ πετυχημένες ταινίες από τη Σερβία σε αυτή τη δεκαετία. Το 2010, βγήκε στους κινηματογράφους της χώρας το «Montevideo, God Bless You!», βασισμένο στο βιβλίο του βετεράνου αθλητικογράφου Βλάντιμιρ Στάνκοβιτς, που περιέγραφε τους χαρακτήρες της εθνικής Γιογκοσλαβίας, τις προσωπικές διαφορές των παικτών που προέκυπταν από το νεαρό της ηλικίας τους αλλά και τις τοπικιστικές αντιλήψεις τους. Η ταινία δεν φτάνει ως την Ουρουγουάη, μένοντας κυρίως στην απόφαση του θρόνου για το ταξίδι και εξιστορεί με ανάλαφρο και κωμικό τρόπο προσωπικές ιστορίες των παικτών φτάνοντας ως το φιλικό ματς με τη Βουλγαρία εκεί όπου η εμφάνιση της ομάδας των Σέρβων στάθηκε αφορμή για να μαζευτούν τα χρήματα του μεγάλου ταξιδιού στην Ουρουγουάη. 



Η μεγάλη επιτυχία της ταινίας στη χώρα οδήγησε στην πολύ πιο φιλόδοξη συνέχεια της, το «See You in Montevideo» του 2014. Ακριβότερη και αρτιότερη τεχνικά, με περισσότερη ποδοσφαιρική δράση μέσα, η ταινία περιγράφει το πολυπόθητο ταξίδι στο Νέο Κόσμο, την απίστευτη εμπειρία για τους πιτσιρικάδες ονειροπόλους να βρεθούν σε άλλη ήπειρο, τη στιγμή που αρκετοί από αυτούς δεν είχαν βγει ως τότε έξω από τις πόλεις τους. Highlight της ταινίας είναι το ματς με τη Βραζιλία και η ανέλπιστη νίκη με 2-1 που έφερε την ομάδα στα ημιτελικά αλλά και έβαλε σε πολλούς παίκτες της την ιδέα για μια καινούρια ζωή, με τον Αρμάν Ασάντε να παίζει εδώ το ρόλο ενός αμερικανού επιχειρηματία που οραματίζεται μια ομάδα αστέρων από όλο τον κόσμο και καλεί κάποιους από τους γιουγκοσλάβους να τον ακολουθήσουν στη Ν. Υόρκη. Το «See You in Montevideo» δεν ξεπέρασε απλά σε επιτυχία το πρώτο φιλμ, αλλά ήταν και η υποψηφιότητα της Σερβίας για τα Όσκαρ του 2015, κάτι σπάνιο για ταινία με θέμα το ποδόσφαιρο και ακόμη σπανιότερο για σίκουελ. 

Πίσω στο Μοντεβιδέο, η γηπεδούχος Ουρουγουάη έκοψε στα ημιτελικά τα τρελά όνειρα των Γιουγκοσλάβων, κερδίζοντάς τους με 6-1, ενώ με το ίδιο σκορ επικράτησε και η Αργεντινή των ΗΠΑ. Ο τελικός δημιούργησε πανδαιμόνιο στα σύνορα των 2 χωρών, με τους αργεντίνους να προσπαθούν να τα περάσουν γεμάτοι πολεμοφόδια, τα περισσότερα εκ των οποίων κατασχέθηκαν από τις αρχές. Το ματς άργησε να ξεκινήσει γιατί οι αντίπαλοι δε μπορούσαν να αποφασίσουν με ποια μπάλα θα παίξουν (η κάθε χώρα είχε τη δική της!) και τελικά μέσα σε μια σχεδόν πολεμική ατμόσφαιρα, η Ουρουγουάη επικράτησε με 4-2) και έγινε η πρώτη παγκόσμια πρωταθλήτρια.