12:51
15/6

Μουντιάλ στο ΣΙΝΕΜΑ #2: Ιταλία 1934, η ομάδα-θαύμα που αγάπησαν οι διανοούμενοι

Μικρές και μεγάλες ιστορίες που ενώνουν τον θρύλο με την πραγματικότητα, ντοκιμαντέρ που βλέπουν πέρα από τις γραμμές του γηπέδου, ποδοσφαιριστές-ηθοποιοί και η αθέατη σχέση του αθλήματος με την πολιτική. Η ιστορία του Παγκοσμίου Κυπέλλου Ποδοσφαίρου μέσα από ένα κινηματογραφικό πρίσμα. 

Από τον Τάσο Μελεμενίδη

Μιλώντας με σημερινούς όρους, 84 χρόνια μετά τα όσα συνέβησαν στις αρχές του καλοκαιριού του 1934, το δεύτερο Παγκόσμιο Κύπελλο θα έπρεπε να συγκαταλέγεται στις γελοιότερες ποδοσφαιρικές διοργανώσεις που έγιναν ποτέ. Είναι το μοναδικό Μουντιάλ στο οποίο δεν έπαιξε η κάτοχος του τροπαίου, αφού η Ουρουγουάη δε δεχόταν να αλλάξει ήπειρο και να ταξιδέψει ως την Ευρώπη. Είναι επίσης το μοναδικό Μουντιάλ που η διοργανώτρια χώρα έπαιξε προκριματικά, συγκεκριμένα ένα ματς με την Ελλάδα, στις 25 Μαρτίου 1934, στο οποίο χάσαμε με 4-0 αλλά αν κερδίζαμε μάλλον θα προσθέταμε περισσότερα θύματα στις αναμνήσεις αυτής της μέρας, καθώς πολλοί μπορεί να μην έφευγαν ζωντανοί από το γήπεδο. Το τελευταίο ήταν ίσως και η φράση κλειδί για όσα έγιναν στα ιταλικά γήπεδα.

Το Μουντιάλ του 1934 δεν είναι τόσο το Μουντιάλ της Ιταλίας, όσο αυτό του Μουσολίνι. Ο ιταλός ηγέτης προσέφερε πολλά χρήματα στη FIFA για να πάρει το χρίσμα και κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας είχε προσωπικό λόγο ακόμη και στην επιλογή των διαιτητών. Το σημαντικότερο όμως ήταν πως φρόντισε να κάνει ξεκάθαρο στους παίκτες της Ιταλίας, στους αντιπάλους, στους αξιωματούχους της ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας και σε όσους πολιτικούς θέλησαν να παρευρεθούν, πως καλά είναι όλα αυτά που λέμε για το ποδόσφαιρο αλλά αν γινόταν κάποιο «ατύχημα» και η χώρα του έχανε τον τίτλο, δε μπορούσε να εγγυηθεί την ασφάλεια κανενός.

Η Ιταλία αντιμετώπισε στους προημιτελικούς την Ισπανία, που είχε στη σύνθεσή της έναν από τους πρώτους τερματοφύλακες που έγιναν σταρ, τον Ρικάρντο Θαμόρα. Μια προσωπικότητα που ανήκει σφαίρα του μύθου, έκανε μόδα το καπελάκι που τον προστάτευε από τον ήλιο, κάπνιζε αρειμανίως, συνελήφθη αρκετές φορές μέχρι και για εισαγωγή λαθραίων πούρων στην επιστροφή από συμμετοχή του σε Ολυμπιακούς Αγώνες. Λίγα χρόνια μετά το Μουντιάλ, είχε ενεργή συμμετοχή στον Ισπανικό Εμφύλιο , συνέχισε μετά ως προπονητής ενώ το 1943 είχε βασικό ρόλο στην ταινία «¡¡Campeones!!», μια ανάλαφρη κωμωδία που είχε ως θέμα τα εκτός γηπέδου λάθη ενός τερματοφύλακα και την προσπάθεια των συναδέλφων του να τον επαναφέρουν και φιλοξενούσε  πέρα από τον Θαμόρα και άλλους ποδοσφαιριστές της εποχής. 



Ο Θαμόρα, αν και είχε αποδείξει στην ποδοσφαιρική του καριέρα ότι άντεχε τα χτυπήματα, δεν άντεξε στη σκληρότητα των Ιταλών στον κρίσιμο αγώνα. Οι Ιταλοί είχαν μεν δυνατή ομάδα, αλλά κυρίως είχαν το ελεύθερο να βαράνε παντού, καθώς οι τρομοκρατημένοι διαιτητές δεν είχαν σκοπό να λήξουν αγώνα με ήττα της γηπεδούχου και έτσι 3 Ισπανοί τέλειωσαν το επαναληπτικό ματς (αφού το πρώτο έληξε ισόπαλο) στο νοσοκομείο. Στον ημιτελικό, σε ένα λασπωμένο γήπεδο που δυσκόλευε τους τεχνίτες Αυστριακούς, η Ιταλία με γκολ-οφσάιντ και διαιτητικό σπρώξιμο κέρδισε με 1-0 και στον τελικό η Τσεχοσλοβακία υπέκυψε στην παράταση, χάνοντας με 2-1 και ολοκληρώνοντας μια διοργάνωση που αν τέλειωνε με άλλον νικητή, ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος μπορεί να άρχιζε μέσα σε ποδοσφαιρικό γήπεδο.  Επίσης, άφηνε χωρίς τρόπαιο μια από τις πιο πρωτοποριακές ομάδες που είχαν εμφανιστεί ως τότε στον κόσμο.

Το ποδόσφαιρο στην Αυστρία, όπως και στα περισσότερα μέρη του κόσμου, το έφεραν οι Άγγλοι, όμως εκεί βρήκε μια ξεχωριστή θέση στις καρδιές της μποέμικης νεολαίας που γέμιζε τα καφέ της Βιέννης. Ως το αντίστοιχο των σημερινών πολυχώρων, τα καφέ της δεκαετίας του 20, ήταν ένας τόπος συνεύρεσης όλων των κοινωνικών τάξεων, όπου γίνονταν ατέλειωτες συζητήσεις για πολιτική, θέατρο, τέχνες αλλά και ποδόσφαιρο. Και ενώ υπήρχε φυσικά η εσωτερική αντιπαλότητα στις κουβέντες, ήρθε μια φουρνιά προικισμένων ποδοσφαιριστών και ένας οραματιστής προπονητής για να δημιουργήσει μια εθνική Αυστρίας σχεδόν ανίκητη, που έκανε τους θαμώνες των καφέ να τη θαυμάσουν.



Η Αυστρία της δεκαετίας του 30, το δημιούργημα του Ούγκο Μάισλ, ονομάστηκε Wunderteam (ομάδα-θαύμα) όχι μόνο γιατί κέρδιζε τους πάντες, αλλά γιατί έπαιζε ένα ποδόσφαιρο πολύ διαφορετικό σε σχέση με τους υπόλοιπους. Έχοντας ως όπλο την τεχνική και όχι την δύναμη, με συνεχές passing game, οι Αυστριακοί προσέδωσαν για πρώτη φορά αισθητική ομορφιά στο άθλημα η οποία επαινέθηκε δεόντως από τους διανοούμενους των καφέ. Τα κατορθώματά της έγιναν ποιήματα, η τακτική της συζητιόταν σαν αυτές του σκάκι, ο ηγέτης της ομάδας, Ματίας Ζίντελαρ, παρομοιάστηκε με τον Μότσαρτ, κάθε είδους καλλιτέχνες μιλούσαν περήφανα γι’ αυτήν. Πολλές από τις καινοτομίες της Wunderteam αναφέρονται σε ένα από τα καλύτερα βιβλία που γράφτηκαν ποτέ για το ποδόσφαιρο, το «Αντιστρέφοντας την Πυραμίδα» του Τζόναθαν Γουίλσον, όμως έξω από τις γραμμές η σημασία της ομάδας ήταν πως εξίσωνε ένα βάρβαρο, για πολλούς, σπορ με τις τέχνες, βάζοντας τον κόσμο να φανταστεί για πρώτη φορά το ποδοσφαιρικό γήπεδο ως έναν δυναμικό πίνακα ζωγραφικής.

Η Wunderteam πάντως συνέχισε τις ωραίες εμφανίσεις μετά το Μουντιάλ και μοιραία η χάρη της κάποια στιγμή έφτασε και στο σινεμά. Το 1937 γυρίζεται το «Roxy und das Wunderteam», ταινία βασισμένη σε μια ποδοσφαιρική οπερέτα (!), που είχε μέσα αθλητές από την Αυστρία και την Ουγγαρία (που είναι χρόνο αργότερα έφτασε τον τελικό του Μουντιάλ), με προεξέχων σταρ τον Ζίντελαρ, και δράση από έναν μεταξύ τους αγώνα όπου η Αυστρία κέρδισε με 3-1. Γυρίστηκε σε 2 γλώσσες και εξέφραζε με τον καλύτερο τρόπο την αντίληψη που είχαν οι 2 λαοί για τις ομάδες τους, θεωρώντας πως οι αθλητές εξασκούν ένα είδος τέχνης και θα μπορούσαν να βρίσκονται πλάι σε ηθοποιούς. Μετά τον αγώνα άλλωστε, η υπόλοιπη ταινία είναι μια ρομαντική ιστορία και ελάχιστα ξανασχολείται με το ποδόσφαιρο. Σήμερα οι σκηνές του αγώνα είναι μερικές από τις λίγες οπτικές αποδείξεις που έχουμε για το ποδόσφαιρο της Wunderteam που λίγο μετά το φιλμ διαλύθηκε. Ο προπονητής Ούγκο Μάισλ πέθανε από καρδιακό επεισόδιο, λίγο αργότερα η Αυστρία προσαρτήθηκε στη Γερμανία, ο βαθιά αντιναζιστής Ζίντελαρ αρνήθηκε να παίξει με τη φανέλα της νέας χώρας και λίγους μήνες μετά “αυτοκτόνησε” στο διαμέρισμά του κλείνοντας οριστικά τον κύκλο της ιδεατής ομάδας που ένωσε ποδόσφαιρο και τέχνη.

Διαβάστε ακόμη: 
Μουντιάλ στο ΣΙΝΕΜΑ #1: Ουρουγουάη 1930, Ταξίδι στο Νέο Κόσμο