Μη Φεύγεις, Βάντα! ? ταινιες || cinemagazine.gr

Μη Φεύγεις, Βάντα!

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

2020
    ΠΑΡΑΓΩΓΗ: Ελβετία
    ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Μπετίνα Όμπερλι
    ΣΕΝΑΡΙΟ: Μπετίνα Όμπερλι, Κούκι Ζίσε
    ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Ανιέσκα Γκροτσόφκα, Μάρτα Κέλερ, Μπίργκιτ Μίνιχμαϊρ, Αντρέ Γιουνγκ, Γκότφριντ Μπράϊτφους
    ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Τζούντιθ Κάουφμαν
    ΜΟΥΣΙΚΗ: Grandbrothers
    ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 111'
    ΔΙΑΝΟΜΗ: Cinobo
    <ARTICLE TITLE/>

Μια Πολωνή, μόνη μητέρα δύο παιδιών, μεταναστεύει περιοδικά στη λίμνη της Ζυρίχης ως υπηρέτρια μιας μεγαλοαστικής οικογένειας Ελβετών, της οποίας ο πατέρας έχει κινητικό πρόβλημα.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Ακόμη κι αν δεν θεωρεί κανείς τα «Παράσιτα» αριστουργηματική ταινία, οφείλει να παραδεχθεί και την πολιτική τους ευστοχία και το ότι αναπόφευκτα θα εμπνεύσουν δημιουργούς. Θα εμπνεύσουν και πολύ κόσμο στη Δύση, που όχι ότι τους λείπει η κληρονομιά επί της θεματολογίας, αλλά πάει καιρός που μια δυτική ταινία στοχάστηκε σοβαρά πάνω στο θέμα.

To «Μη Φεύγεις, Βάντα!», παρεμπιπτόντως ίσως και ευστοχότερα τιτλοφορημένο από τον Έλληνα διανομέα απ΄ ότι πρωτότυπα, επιχειρεί να είναι ένα τέτοιο έργο. Έχει το γρήγορο twist, φέρνει βαθμιαία στο κόλπο την δεύτερη οικογένεια, αν και την υπολογίζει διαρκώς, χτίζει πάνω στις γκαγκ-ανατροπές του. Πάντα με έναν χαρακτήρα ανθρώπινου δράματος, πιτσιλισμένο από ένα (κεντροευρωπαϊκό – δηλαδή εξασθενημένο) χιούμορ και ίσως με μια δόση παραπάνω απ’ όσο αντέχει πολλών μας ο ουρανίσκος σαπουνόπερας.

Το πρόβλημα είναι συχνό σε ταινίες που θέλουν με το ένα πόδι την φεστιβαλική ορθότητα, αλλά και το βραβείο κοινού της – πήρε βραβείο «Νόρα Έφρον» στην Tribeca και Κοινού στο Βανκούβερ. Προσπαθώντας να απεξαρτηθούν από την auterίστικη διελκυστίνδα ποντάρουν στην πλοκή (πράγμα συνήθως…αθέμιτο στο arthouse) και προσθέτουν πραγματολογικές υπερβολές και γεγονότα που περισσότερο ταιριάζουν σε καθημερινή τηλεόραση παρά σε σοβαρό σινεμά.

Παίρνεις τελικά ένα άνισο παραπαίδι, αλλά όχι κι αποπαίδι, των «Παρασίτων», που θέλει να ισορροπεί το δράμα, την κομεντί και την σαπουνόπερα

Εδώ ωστόσο οφείλεις να δεχτείς την αρχική ανατροπή, διότι πάνω της χτίζεται τούβλο-τούβλο ένα μικρό tetris ανατροπών που δεν λέει να σταματήσει ως το φινάλε. Προς τιμή τους είναι ανατροπές που στυλώνουν τα μοτίβα του έργου, καθώς όμως η φόρμα είναι ρεαλιστική, η αφήγηση των γεγονότων ρέπει στην απιθανότητα. Αν παραβλέψεις όμως αυτή την αδυναμία, υπάρχουν πράγματα να εκτιμήσεις, κυρίως σε ό,τι αφορά την ταξική της περιγραφή.

Σε αυτήν, εκκινώντας από την δεδομένη λογική ότι οι έχοντες και τα καπρίτσια τους είναι αίτιο αγόγγυστα βιωμένου βασάνου των απόρων, το έργο της Όμπερλι ξεκινά ένα πλέξιμο ιστοριών και συναισθημάτων που σε ικανότερα – ευρωπαϊκά πάντα - χέρια (Οφύλς, Μπερτολούτσι) θα άστραφτε. Εδώ κρατά το ενδιαφέρον με την χαρακτηρολογία της υπαρξιακής παρακμής των πλουσίων, αλλά και την σταδιακή εύρεση του ανθρώπινου κέντρου τους, με τον υλιστικό χαμαιλεοντισμό των φτωχών και, επίσης, την ανθρώπινη επιφοίτηση. Καταλύτης, κάπως μελοδραματικός και δραματουργικά αφιλόδοξος, η γονιμότητα, η μητρότητα και το σύμβολο της γέννησης κόντρα στα «πλούσια» σύμβολα του απομονωτισμού, της (λογιών) αναπηρίας, της στειρότητας και του θανάτου.

Υπάρχουν διάσπαρτα στοιχεία που δένουν την συνταγή της Όμπερλι (δυο ζώα, μια βάρκα, ένα χόμπι, μια -όχι μόνο ελβετική- προσκόλληση στο χρήμα), υπάρχουν έκτακτες πινελιές κριτικής (τα τρία πολυτελή αυτοκίνητα των πλουσίων για τέσσερεις ανθρώπους, το ένα μικροσκοπικό χάτσμπακ των φτωχών για πέντε), μια ωραία νυχτερινή σκηνή που μαγεύει τον ρεαλισμό του έργου και μια αίσια σπόντα «μαύρου» χιούμορ πάνω στον πόνο των μεγάλων που είναι η χαρά των μικρών. Υπάρχει μια επιμέλεια.

Ωστόσο, αν της ρίξεις ένα μαρξιστικό βλέμμα την έχεις απορρίψει στα μισά – και θα σε εξαγριώσει το φινάλε – αν ζητήσεις κάτι πιο σινεφιλικό στη φόρμα είναι χαμηλά ο πήχης, και αν σαν φτωχός και μόνος κριτικός ήθελες έστω μια ταινία μ’ ένα καρπούζι στη μασχάλη και μία ρότα να ακολουθεί με συνοχή, κάτι λείπει. Ίσως ευθύνεται η αδόκιμη πλοκή, ίσως η πολιτική άμβλυνση. Παίρνεις τελικά ένα άνισο παραπαίδι, αλλά όχι κι αποπαίδι, των «Παρασίτων», που θέλει να ισορροπεί το δράμα, την κομεντί και την σαπουνόπερα, σε ένα περίβλημα σατιρικής ταξικής κριτικής και πίστης στον έρχομο της καινούργιας ζωής. 

ΟΛΕΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
  • Μη Φεύγεις, Βάντα!
  • Μη Φεύγεις, Βάντα!