Ο Κατάσκοπος του Ψυχρού Πολέμου ? ταινιες || cinemagazine.gr

Ο Κατάσκοπος του Ψυχρού Πολέμου

The Courier

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

2020
    ΠΑΡΑΓΩΓΗ: Ην. Βασίλειο, ΗΠΑ
    ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Ντόμινικ Κουκ
    ΣΕΝΑΡΙΟ: Τομ Ο' Κόνορ
    ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Μπένεντικτ Κάμπερμπατς, Μέραμπ Νινίτζε, Τζέσι Μπάκλεϊ, Ρέιτσελ Μπρόσναχαν, Άνγκους Ράιτ
    ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Σον Μπόμπιτ
    ΜΟΥΣΙΚΗ: Άμπελ Κορζενιόφσκι
    ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 112'
    ΔΙΑΝΟΜΗ: Spentzos Films
    <ARTICLE TITLE/>

Στην κόψη της ψυχροπολεμικής εποχής, στις αρχές του '60, ένας Άγγλος επιχειρηματίας στρατολογείται από το MI6 και εμμέσως την CIA για να έρθει σε επαφή με έναν υψηλόβαθμο της σοβιετικής στρατιωτικής αντικατασκοπίας που προτίθεται να προδώσει την πατρίδα του προκειμένου να αποφευχθεί η πυρηνική σύρραξη. Βασισμένο σε πραγματικά περιστατικά.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Για τον υπογράφοντα, ώστε οι ομοτράπεζοι να είμαστε συνεννοημένοι, μια ταινία κατασκοπίας, ακόμα και μέτρια, είναι μια εκ των πραγμάτων ενδιαφέρουσα ταινία. Ακόμα περισσότερο εάν βασίζεται σε μια από τις πιο θερμές και περίπλοκες περιόδους του περασμένου αιώνα, την εποχή που η ανθρωπότητα έφτασε πιο κοντά από ποτέ στον πυρηνικό όλεθρο.

Έχοντας πει αυτά, η δεύτερη ταινία του, κυρίως θεατρικού, Ντόμινικ Κουκ (δικός του ο καλοφτιαγμένος «Ανεκπλήρωτος Γάμος» του 2017 – κινηματογραφικό ντεμπούτο του), ενώ δεδομένα ενδιαφέρουσα, υπολείπεται του ολιγάριθμου, αλλά σπουδαίου, ανταγωνισμού της. Οι λόγοι είναι κατά βάση τρεις:

Ο πρώτος σχετίζεται με την υιοθεσία ενός πλακωτικά μανιχαϊστικού σεναριακού λόγου. Όπως διδάσκουν οι μάστορες του είδους, η ψυχροπολεμική εποχή δεν είναι μια εποχή καλών και κακών, αλλά μια εποχή γκρίζα. Αν και δεν θα κατέφευγες στον υπογράφοντα για μια υπεράσπιση του καθεστώτος του Υπαρκτού Σοσιαλισμού, η οξύτητα και ο αντικομμουνιστικός φανατισμός του έργου από την αρχή - και ιδίως η υπεραπλουστευτική, ιστορικά λανθασμένη σκιαγράφηση του αντιφατικού Νικίτα Χρουστσόφ ως κομμουνιστικού τέρατος - δεν βοηθά. Οι ασπρόμαυρες θεωρήσεις είναι τέλειες για έργα που αποσκοπούν να είναι διασκεδαστικά και απολιτικά «χάρτινα», όχι όμως για τις φύσει πολιτικές κατασκοπίες.

Mια σπονδή στη φιλία και μια σεναριακή επιτυχία πάνω στην εύρεση της ηρωικής δυνατότητας του καθημερινού ανθρώπου, ανεβάζουν το αποτέλεσμα αποφασιστικά πάνω από την μετριότητα

Ο δεύτερος λόγος συνδέεται με το ότι η ταινία είναι ειδολογικά συγκεχυμένη. Ξεκινά σαν ατόφια κατασκοπία, γρήγορα μπλέκει διάφορες πολιτικές κορώνες και σταδιακά βυθίζεται σε μια λογική παραδοσιακού δράματος, με ολίγη από βιογραφία. Πέρα από μια σύγχυση προθέσεων-προσδοκιών που αυτό προκαλεί, αδυνατίζει ιδιαίτερα την πλοκή καθαυτή εκτυλισσόμενη τελικά σαν απλό δράμα επιβίωσης. Έτσι μπερδεύεται και ο τόνος ενός κάποιου σασπένς που περιμένεις από ανάλογα έργα, αφού αντί αγωνίας για ένα ζητούμενο περί διεθνών σχέσεων και έκβασης της πυραυλικής κρίσης στην Κούβα του '62, καταλήγεις με μια κορύφωση αλα «Εξπρές του Μεσονυκτίου». Πιο απλά, πολλές ταινίες σε μία και αυτό σπανιότατα ωφελεί.

Ο τρίτος και βασικότερος λόγος, πιο σύνθετος ίσως, είναι ότι η ταινία πηγάζει από ένα «πρωτότυπο σενάριο βασισμένο σε αληθινά περιστατικά». Η απουσία σκόπευσης και εμβάθυνσης ξεκινά από εδώ, με τα δυο τους να αντικαθίστανται από τον προαναφερθέντα μανιχαϊσμό, την σαφήνεια ποιος είναι ποιος και κάνει τι, και τον ανεξέλεγκτο τρόπο με τον οποίο συγγραφικά βρισκόμαστε σε ένα έργο για περίπου τα 3/4 της διάρκειας κι ένα άλλο έργο στην τελική πράξη. Θύμα αυτής της λογικής είναι ο ένας από τους δύο χαρακτήρες που πρακτικά χάνεται - ο Όλεγκ Μενκόφσκι, ο Σοβιετικός που έπαιξε τη ζωή του και συνέτεινε στον ιστορικό ρου της υπόθεσης της πυραυλικής κρίσης - είναι όμως ακόμα περισσότερο, και διάχυτα από την αρχή, η λογική της υποδήλωσης. Χωρίς αυτήν κατασκοπικό δράμα δεν νοείται - και ναι, μάλλον ο Τζον λε Καρέ έχει θέσει το όριο απέραντα μακριά. Στον «Κατάσκοπο του Ψυχρού Πολέμου» δεν υπάρχουν διφορούμενα, όλα είναι όπως φαίνονται και μάλιστα με την χονδροειδή ένταση ενός ρηχού κειμένου που θέλει να ξεμπερδεύει αποσαφηνίζοντας εκείνο που δεν θέλει να το απασχολήσει ξανά. Τα «πραγματικά περιστατικά» χρειάζονται -συνήθως- την λογική ενός καλού βιβλίου να τα υπηρετεί σε όλο τους το ιστορικό, διαλεκτικό βάθος.

Και σκηνοθετικά δεν υπάρχει ιδιαίτερη έμπνευση, με την ταινία να μην παίρνει το μάθημά της από τις βασικές ταινίες δράσης της εποχής μας: Όταν προετοιμάζεις set piece, μια συμπαγή σκηνή δηλαδή κορυφαίας σημασίας για την πλοκή, πρέπει πρώτα να την παρουσιάσεις στο κοινό (σκέψου μια σκηνή ληστείας σε ένα καλό heist ή έστω μια «απλή» σκηνή δράσης σε ένα «Mission Impossible») ώστε να εμπλέκεται και να εκπλήσσεται συναισθηματικά με την εξέλιξη. Ότι η μουσική και το μοντάζ φωνάζουν «τρέχουμε τώρα», δεν λέει και πολλά, χρειάζεται σενάριο. Κινηματογραφικά, η σκηνή της αυτομόλησης είναι παράδειγμα προς αποφυγή.

Έχοντας πει όλα αυτά, η ταινία θα αρέσει στο «έλα μωρέ μια ταινία στο θερινό δυο ωρίτσες να περάσουμε καλά» κοινό (που μάλλον δεν κλίκαρε για την κριτική) και σε έναν κόσμο που θα γοητευθεί, έστω μερικώς, από το ανθρώπινο ενδιαφέρον της. Εκεί, πράγματι, μια ερμηνεία-έκπληξη του Μπένεντικτ Κάμπερπαμπτς (που πίστεψε στο έργο, θα καταλάβετε), μια σπονδή στη φιλία και μια σεναριακή επιτυχία πάνω στην εύρεση της ηρωικής δυνατότητας του καθημερινού ανθρώπου, ανεβάζουν το αποτέλεσμα αποφασιστικά πάνω από την γενική μετριότητα.

ΟΛΕΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
  • Ο Κατάσκοπος του Ψυχρού Πολέμου
  • Ο Κατάσκοπος του Ψυχρού Πολέμου