Ταινία της Εβδομάδας: Το παιχνίδι της Μοίρας και η ταξική πραγματικότητα στo «Μόνο Αυτοί Είδαν τον Δολοφόνο» ? νεα , ειδησεις || cinemagazine.gr
16:18
10/6

Ταινία της Εβδομάδας: Το παιχνίδι της Μοίρας και η ταξική πραγματικότητα στo «Μόνο Αυτοί Είδαν τον Δολοφόνο»

Γύρω από το περιστατικό της εξαφάνισης μιας γυναίκας, μια σπονδυλωτή ιστορία 5 ανθρώπων, που χρησιμοποιεί την χρονολογική παλινδρόμηση και τα πολλαπλά αφηγηματικά νήματα. Πανελλήνια πρώτη προβολή στο 26ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας Νύχτες Πρεμιέρας.

Είναι ένα ιδιαίτερο αφηγηματικά σινεμά αυτό που διαλέγει να κάνει ο Ντομινίκ Μολ («Χάρι, Ο Καλύτερος Φίλος του Ανθρώπου»). Είναι ένα σινεμά κεντρικής ιδέας/σύλληψης που στήνει όλο του το παιχνίδι γύρω από το δράμα, την τραγωδία και την τραγική ειρωνεία (εδώ διάχυτη) που απορρέουν από ενός είδους διπλό σασπένς που πετυχαίνουν οι ταινίες ανάλογης δομής. Το ένα είναι το πάγιο (ο θεατής απορεί πάνω σε αυτό που ο δημιουργός γνωρίζει) και το άλλο είναι το ενδοφιλμικό (ο θεατής ξέρει, κατά βάση, περισσότερα από τους χαρακτήρες). Είναι ιντριγκαδόρικο σινεμά αυτό, σεναριοκεντρικό ως το μεδούλι και ορισμένο απόλυτα στη δυναμική του δια ταύτα του: Αν η ταινία έχει να πει κάτι ενδιαφέρον πιάνει τη βάση, αν το «κάνει και καλά» βγαίνει…(ας πούμε) Ινιάριτου.

Για να μην υπάρχει αμφιβολία από την αρχή, το «Μόνο Αυτοί Είδαν τον Δολοφόνο» είναι η κατ’ εξοχήν φεστιβαλική Ταινία Κοινού – το κατάφερε μάλιστα στο φεστιβάλ του Τόκιο. Βασισμένο στη νουβέλα του Κολάν Νιελ έχει τις γερές βάσεις, την επεισοδιακότητα δηλαδή, μιας λογοτεχνικής πρώτης ύλης. Δεν ξεμένει σα να λέμε ποτέ από καύσιμο πλοκής, κάθε ιστορία έχει πράγματα να διηγηθεί.

Το πρόβλημα, αυτού του θεατή τουλάχιστον, είναι τί είναι αυτό που έχει να διηγηθεί. Στον βωμό μιας καταγραφής του σύγχρονου κόσμου, επί της ουσίας η τεχνολογία σε έναν κόσμο πολύ ταξικά άνισο για να την αφομοιώσει χωρίς τραύματα, το έργο ολισθαίνει (εξαιτίας και του πολύ χιονιού της) σε δύο ατραπούς: Η μια είναι ότι θέλει να συμπεριλάβει τα πάντα (Ευρώπη/Τρίτο Κόσμο, Γάμο/Σεξ, Πόλη/Επαρχία, Άτομο/Οικογένεια) και μάλιστα με τρόπο αρκετά διδακτικό, όσο τουλάχιστον επιτρέπει ο μανδύας του φεστιβαλικού, και η άλλη ότι αδιαφορεί (ίσως σκόπιμα) για το πόσο aδιάντροπα τεχνητό, στην βολικότητα και τις συμπτώσεις, σύμπαν περιγράφει.

Η ταινία όμως σε κερδίζει, έστω μέχρι ενός σημείου, επίσης για δύο λόγους: Ο ένας είναι ότι η παλίνδρομη αφήγηση έχει πάντα μια γοητεία, εν πολλοίς οριζόμενη από το (εδώ τραγικά) ειρωνικό σασπένς (εμείς ξέρουμε, οι ήρωες όχι) και ο άλλος από κάτι που προκύπτει στην τελική σεκάνς. Σεκάνς που από μια πλευρά σπάει τα κοντέρ και εξοργίζει με την επιτήδευσή της, από την άλλη όμως θυμίζει την Κλωθώ, την μία εκ των Μοιρών της μυθολογίας. Τότε το έργο φανερώνει την πρόθεσή του να υφάνει μια ιστορία πάνω στον μηχανισμό της Μοίρας, το νήμα που ενώνει τις ζωές και που, στην προκειμένη περίπτωση, γνέφεται  ώστε ένας χαρακτήρας να κερδίσει μια νέα, προνομιούχα, ζωή.

Βέβαια αν αναλογιστείς τι συνέβη για να φτάσουμε εκεί (τι είδους είναι οι –εξωφρενικές- συμπτώσεις), τι συνεπάγεται το τι έπαθε ο ένας και τι ο άλλος χαρακτήρας και γιατί, η ταινία δεν αντέχει σε κριτική. Κρατά το προσόν της να είναι ενδιαφέρουσα ως το τέλος, εμμένει στον υπαρκτό σουρεαλισμό της Μοίρας που πιστεύει και δεν θέλει να το πολυσκεφτείς παρακάτω.