Τα Τρία Πατώματα - ταινιες , παιζονται τωρα || cinemagazine.gr

Τα Τρία Πατώματα

Three Floors

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

2021
    ΠΑΡΑΓΩΓΗ: Ιταλία
    ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Νάνι Μορέτι
    ΣΕΝΑΡΙΟ: Νάνι Μορέτι, Φεντερίκα Ποντρεμόλι, Βάλια Σαντέλ
    ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Άννα Μποναϊούτο, Μαργκερίτα Μπούι, Άλμπα Ρορβάχερ, Ρικάρντο Σκαμάρτσιο, Αντριάνο Τζιανίνι, Νάνι Μορέτι
    ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Μικέλε Ντ' Ατανάσιο
    ΜΟΥΣΙΚΗ: Φράνκο Πιέρσαντ
    ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 119'
    ΔΙΑΝΟΜΗ: Feelgood
    Τα Τρία Πατώματα

Τέσσερις οικογένειες κατοικούν στους τρεις ορόφους ενός κτηρίου στη Ρώμη, με τον διακεκριμένο σκηνοθέτη των «Αγαπημένο Μου Ημερολόγιο» και «Το Δωμάτιο του Γιου Μου» Νάνι Μορέτι, να ακολουθεί ευπροσήγορα πώς οι ζωές τους αλληλοσυνδέονται και αλλάζουν, μέσα στο πέρασμα μιας δεκαετίας.

Από τον Νεκτάριο Σάκκα

Ο Νάνι Μορέτι, ένας από τους αγαπημένους σκηνοθέτες του ελληνικού κοινού με ταινίες όπως το «Αγαπημένο Μου Ημερολόγιο» και «Το Δωμάτιο του Γιου Μου», επιστρέφει με ένα δράμα για τέσσερις οικογένειες, οι οποίες ζουν σε ένα τριώροφο κτήριο σε καλή γειτονιά της Ρώμης. Μπορεί ως κόνσεπτ να μοιάζει βγαλμένο από τον καιρό της καραντίνας, όμως το σενάριο που συνυπέγραψε ο Μορέτι βασίζεται στο μυθιστόρημα του Ισραηλινού Εσκόλ Νεβό «Three Floors Up», το οποίο γράφτηκε προ πανδημίας. Μία ιστορία που «μετακομίζει» από το Τελ Αβίβ που ήταν αρχικά τοποθετημένη, στην ιταλική πρωτεύουσα, για να ακολουθήσει το πώς συμπλέκονται, συγκρούονται και αλλάζουν οι ζωές των ενοίκων του κτηρίου σε βάθος δεκαετίας.

Μιλώντας για σύγκρουση, «Τα Τρία Πατώματα» ξεκινούν κυριολεκτικά με μία τέτοια. Ένα τραγικό τροχαίο δυστύχημα με πρωταγωνιστή τον νεαρό Αντρέα, μοναχογιό της Ντόρα (Μαργκερίτα Μπούι) και του Βιτόριο (Μορέτι), ζευγάρι δικαστών από τον πάνω όροφο, ξεσηκώνει τη γειτονιά. Την ίδια ώρα, η ετοιμόγενη Μόνικα (Άλμπα Ρορβάχερ), κάτοικος στον μεσσαίο όροφο, φεύγει μόνη μες τη νύχτα για το μαιευτήριο καθώς ο σύζυγός της λείπει επί μονίμου βάσεως για δουλειά. Η τρελή πορεία του αμαξιού έχει καταλήξει στο ισόγειο, όπου μένουν ο Λούτσο (Ρικάρντο Σκαρμάτσο) και η Σάρα (Έλενα Λιέτι) με την κόρη τους Φραντσέσκα, οι οποίοι αναγκάζονται να αφήνουν συχνά τη μικρή στη Τζιοβάνα και τον Ρενάτο, το ηλικιωμένο ζευγάρι που μένει δίπλα.

Οι δραματικές συγκρούσεις από εκεί και πέρα μόνο εντείνονται, με πρωταγωνιστές κυρίως άντρες. Ο Βιτόριο αφήνει ένα βάναυσο τελεσίγραφο στη σύζυγό του, απηυδησμένος με τον αδιόρθωτο γιο τους. Ένας άλλος πατέρας, ο Λούτσο, θα κατηγορήσει τον καλοσυνάτο γείτονα που υποφέρει από άνοια για κακοποίηση ανηλίκου, πριν βρεθεί αναπάντεχα κι εκείνος μπλεγμένος σε μια ανάλογη υπόθεση. Ο Τζόρτζιο (Αντριάνο Τζιανίνι) από την άλλη, σύζυγος της Μόνικα, έχει προηγούμενα με τον αποξενωμένο αδερφό του, τα οποία εκφράζει με εξίσου κάθετο τρόπο.

Ένα χρονικό ανθρώπινων αλληλεπιδράσεων που καταλήγει ευπροσήγορα στη σημασία της συγχώρεσης και την αποδοχή του σφάλματος

Από το μελόδραμα των παραπάνω συγκρούσεων, παρότι στέρεο και ρεαλιστικό, κυρίως λόγω των αξιόπιστων ερμηνευτικών επιδόσεων ενός έμπειρου καστ, ξεχωρίζει τελικά η υποϊστορία της Μόνικα. Εκεί όπου η Άλμπα Ρορβάχερ ενσαρκώνει απολύτως γειωμένα μια γυναίκα ευάλωτη στη μοναξιά, η οποία έχει να αναμετρηθεί με πράγματα της φαντασίας της, φοβούμενη ότι κινείται στα χνάρια της ψυχικά ασταθούς μητέρας της. Με το αμέσως πιο ενδιαφέρον και συγκινητικό υποκεφάλαιο να είναι εκείνο που αφορά στην ηρωίδα της Μαργκερίτα Μπούι, αφ’ ης στιγμής καλείται να διαχειριστεί δύο διαφορετικού τύπου απώλειες. Αυτά όμως είναι δύο μόνο μέρη μιας ταινίας (μακράν τα καλύτερά της) που πρακτικά απαρτίζεται από μικρές επιμέρους ιστορίες αρκετά συνηθισμένες, οι οποίες θα μπορούσαν να έχουν υπάρξει αυτόνομες ή και να έχουν ενωθεί σπονδυλωτά. Είναι μεν σαφές πως η οπτική της ταινίας προτάσσει τον κοινωνικό αντίκτυπο πίσω από κάθε ανθρώπινη πράξη, οι άκρες του κουβαριού που πιάνει όμως δεν προδιαθέτουν για κάτι περισσότερο από ένα απλά αξιοπρεπώς εκτελεσμένο, προσβάσιμο στο ευρύ κοινό δράμα με έντονη συμβολική στόχευση.

Από ό,τι τελικά βρίσκουμε στην οθόνη λείπει το χιούμορ του Μορέτι, που ως γνωστόν είναι αρκετά συγγενές με το γουντιαλενικό, περισσότερο όμως λείπει κάτι που θα εξύψωνε «Τα Τρία Πατώματα» πέρα από ένα χρονικό ανθρώπινων αλληλεπιδράσεων που καταλήγει ευπροσήγορα στη σημασία της συγχώρεσης και την αποδοχή του σφάλματος. Ίσως δεν είναι τυχαίο που στο ρετιρέ του κτηρίου ζουν δύο δικαστές, όμως είναι βέβαιο πως τουλάχιστον στο νευραλγικό κομμάτι του συμβιβασμού με τα λάθη του παρελθόντος και μια πραγματικότητα που δεν αλλάζει, το νέο του φιλμ απέχει πολύ από «Το Δωμάτιο του Γιου Μου», αυτό που θεωρείται το κορυφαίο του και που του είχε χαρίσει το Χρυσό Φοίνικα.

ΟΛΕΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
  • Τα Τρία Πατώματα
  • Τα Τρία Πατώματα