Ζαν-Πολ Μπελμοντό: Πέθανε ο θρύλος του γαλλικού σινεμά ? αφιερωματα , θεματα || cinemagazine.gr
18:07
6/9

Ζαν-Πολ Μπελμοντό: Πέθανε ο θρύλος του γαλλικού σινεμά

Ο Ζαν-Πολ Μπελμοντό, ο αρσενικός ανθρωπότυπος της νουβέλ βαγκ κι ένας από τους εμπορικότερους σταρ όλων των εποχών στην Ευρώπη, πέθανε σε ηλικία 88 χρονών.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Αντίο Bébel...

Ο μεγάλος σταρ, που στις σοβαρές κινηματογραφίες είναι (τουλάχιστον) επαρκής ηθοποιός, έχει την ιδιότητα να αντιπροσωπεύει έναν ανθρωπότυπο. Αυτός του Μπελμοντό ήταν αξιαγάπητα περίπλοκος. Είτε ενδεδυμένος την αμερικανικότητα των τρόπων και των ρούχων (αν έτσι ήθελε ο Γκοντάρ στο «Με Κομμένη την Ανάσα») ή την κανονική ευρωπαϊκότητα (όπως τον χρησιμοποίησε, ας πούμε, ο Τριφό στην «Σειρήνα του Μισισιπή») ή ακόμα-ακόμα ήταν ο κοσμοπολίτικος τύπος του «Man From Rio» του ντε Μπροκά, ο Μπελμοντό ήταν ένας σταρ πλημμυρισμένος με joie de vivre, ένας ακαταμάχητος, ασχημούτσικος γόης, ένας ηττημένος που δεν μπορούσε να πάψει να καλοπερνά πιστεύοντας πως δεν μπορεί, έστω και την τελευταία στιγμή, να κερδίσει με μια χαριτωμενιά, ένα στραβό τσιγάρο, μια ακροβασία ή μια σπουδαία ατάκα.

Ο Μπελμοντό, σ’ αυτήν την απίστευτη δεκαετία του ’60 που διέπρεψε με όλους τους τρόπους, υπήρξε ο γοητευτικότερος loser, ένας ηθοποιός που έκανε τη ζωή να φαίνεται τόσο σαν αυτό που είναι: Μια υπέροχη, επικίνδυνη κασκάντα που παίρνουμε σοβαρότερα απ’ ότι πρέπει, ζώντας την λιγότερο απ΄όσο οφείλουμε.

Μόνο στην χρονιά του 1960 έκανε επτά ταινίες (και μια μικρού μήκους), μέσα στην δεκαετία έκανε τρεις τέλειους Γκοντάρ («Η Γυναίκα είναι Γυναίκα», «Ο Τρελός Πιερό» και το προαναφερθέν που είναι του ’59, εντάξει), τρεις Μελβίλ («Le Doulos», «Magnet of Doom» και «Λεόν Μορέν»), ένα έξοχο-έξοχο-έξοχο Σοτέ («Προσοχή! Δημόσιος Κίνδυνος! – «Classe tous Risques» καλύτερα), Σαμπρόλ, Μαλ, Τριφό, Βερνέιγ, Ντερέ (ο θαυμάσιος, υποτιμημένος Ντερέ με τον «Βιασμό στον Ήλιο» - «Par un beau matin d'été» καλύτερα πάλι), τι άλλο να ζητήσει κανείς; Α, τον Φιλίπ ντε Μπροκά για τον οποίο νεοελληνίς πεζογράφος, πρώην κριτικός κινηματογράφου, είχε γράψει το αμίμητο «προτού ο Μπελμοντό βυθιστεί στον βούρκο του Λοτνέρ και του ντε Μπροκά». Μια χαρά ο βούρκος του ντε Μπροκά, για τον υπογράφοντα πάντα.

Ο Λοτνέρ ήρθε τα επόμενα χρόνια, στην δύση του ’70, μια χαρά είναι κι αυτός, «οι κριτικοί», όπως λέει κι ο Μπελμοντό, «είναι ευχαριστημένοι να με βλέπουν γυμνό αλλά όχι και να πηδάω από ελικόπτερα», όμως ο Μπελμοντό είχε πάντα την πλευρά του ζογκλέρ, του ακροβάτη-διασκεδαστή, του stuntman με το νικηφόρο χαμόγελο και την επίκτητη με τα χρόνια σκληράδα καθώς ο Μπελμοντό έφτιαχνε την δική του εταιρεία παραγωγής κι άρχιζε να «βολεύεται» σε αστυνομικά και περιπέτειες που ήθελαν να εξαργυρώσουν το χρυσαφένιο στάτους του.

Η ιδέα της δικής του εταιρείας ήρθε μετά το «Μπορσαλίνο» (αδιανόητες εισπράξεις και παραληρηματική διασκέδαση) με τον Ντελόν, όταν αισθάνθηκε ότι ο τελευταίος τον έριξε στα ζενερίκ – καθώς ο Ντελόν ήταν ήδη παραγωγός του εαυτού του. Στην δεκαετία του ’70 λοιπόν ο Μπελμοντό αλλάζει, ξεκουράζεται και λίγο παραπάνω από το άσθμα του ’60 (πάνω από 40 ταινίες σε δέκα χρόνια), κάνει ταινίες με γνώμονα την αγία εμπορικότητα, αλλά δεν παραλείπει και μερικά ωραιότατα: «Scoumoune» του τεράστιου Ζοζέ Ζιοβανί, «Σταβίσκι» του Αλέν Ρενέ, «Τρόμος Πάνω απ’ την Πόλη» του Βερνέιγ και «Le Marginal» του Ντερέ αμφότερα με τρομερό σάουντρακ Μορικόνε, ή το διασκεδαστικό «L’Animal» του Κλοντ Ζιντί μαζί με την Ράκελ Γουέλς.

Βέβαια, η εμβέλεια του ’60 έχει συσταλεί, ο Μπελμοντό είναι φυσικά ένας σταρ ευρωπαϊκού διαμετρήματος που ποτέ δεν θέλησε να δοκιμαστεί στην Αμερική (θα την πατούσε όπως κι ο Ντελόν), όμως αντίθετα με τον τελευταίο δεν έκανε όσες φιλόδοξες ταινίες του αναλογούσαν. Ο Μπελμοντό θα ήταν ένα σύμβολο αγορίστικης ξεγνοιασιάς, ένας κατά τύχη γόης που θα άφηνε για το θέατρο, στο οποίο επέστεψε από τις αρχές του ’60 στα τέλη του ’80, κάποιες δουλειές που θα ανταποκρίνονταν σ’ ένα εντελώς διαφορετικό προφίλ, εγγύτερα στο διαμέτρημα των καλλιτεχνιών του ’60.

Τα τελευταία 20 χρόνια, προβλήματα υγείας, εγκεφαλικό, μυοσκελετική κόπωση ετών σκληραγώγησης, απέσυραν τον Μπελμοντό από τα πολλά, ήρθε η περίοδος των δαφνών και της ηλικιωμένης αναγνώρισης (αν και τα βραβεία απουσιάζουν εντυπωσιακά – ένα Σεζάρ μοναχά για τον «Κυνηγό της Περιπέτειας» του Λελούς, το ’88).

Όμως ο Μπελμοντό είναι θρύλος με τον τρόπο του. Είναι ο θαυμάσιος αλήτης του Νέου Κύματος, είναι το αγόρι που ξεψυχά στα χέρια της Τζιν Σίμπεργκ, είναι ο Λεόν Μορέν, ο Χαφιές, ο Λουί της «Σειρήνας», ο τρελός Πιερό πάντα και παντού, είναι και ο «Επαγγελματίας» που περπατά προς το ελικόπτερο αγέρωχος προς την δική του «έξοδο».

Είναι ο «Μπελμοντό» των νεανικών μας χρόνων, που δεν θα γεράσει όσα χρόνια κι αν περάσουν. Αθάνατος.