Υποδεχθείτε τον αρχηγό της «Γαλλικής Αποστολής»! Ο Γουές Άντερσον μιλά αποκλειστικά στο cinemagazine.gr - αφιερωματα , θεματα || cinemagazine.gr
12:05
30/11

Υποδεχθείτε τον αρχηγό της «Γαλλικής Αποστολής»! Ο Γουές Άντερσον μιλά αποκλειστικά στο cinemagazine.gr

Πλάνα-κορνίζες, ιδιοσυγκρασιακό χιούμορ, λατρεία στο παστέλ αρτ νουβό, σοφιστικέ παιδιά, παλιμπαιδίζοντες ενήλικες κι ένας σκηνοθέτης που έχει αγαπήσει τις λεπτομέρειες (και αγαπηθεί γι' αυτό). Ο Γουές Άντερσον επιστρέφει με μία κινηματογραφική επιστολή αγάπης στη σοφιστικέ δημοσιογραφία, συγκεντρώνει ένα λαμπερό καστ και μιλά στο cinemagazine.gr για την εκθαμβωτική «Γαλλική Αποστολή» του.

Εδώ και 25 χρόνια, ο Γουές Άντερσον γοητεύει το κοινό με το ξεχωριστό, κινηματογραφικό του ύφος. Στο πέρασμα των χρόνων δημιούργησε έναν θίασο ηθοποιών με τους οποίους έγινε τακτικός συνεργάτης και φέτος με την «Γαλλική Αποστολή» επιστρέφει με το μεγαλύτερο καστ που συγκέντρωσε ποτέ. 

Ανάμεσά τους, ο Όουεν Γουίλσον, ο οποίος πρωταγωνίστησε στο ντεμπούτο του Άντερσον «Bottle Rocket» (1996), ο Μπιλ Μάρεϊ και ο Τζέισον Σουόρτσμαν από το «Rushmore» (1998), η Αντζέλικα Χιούστον, η οποία συνεργάστηκε για πρώτη φορά με τον Άντερσον στην «Οικογένεια Τενενμπάουμ» (2001), ο Γουίλεμ Νταφό από τις «Υδάτινες Ιστορίες» (2003), ο Έιντριεν Μπρόντι από το «Ταξίδι στο Darjeeling» (2007), οι Τίλντα Σουίντον, Έντουαρντ Νόρτον, Φράνσις ΜακΝτόρμαντ του «Έρωτα του Φεγγαριού» (2012) και οι Ματιέ Αμαλρίκ, Σίρσα Ρόναν και Λέα Σεϊντού από το «Ξενοδοχείο Grand Budapest» (2014).

Μαζί τους, νέοι συνεργάτες που εμφανίζονται για πρώτη φορά σε ταινία του Άντερσον, οι Τιμοτέ Σαλαμέ, Λίνα Κούντρι, Μπενίσιο Ντελ Τόρο, Κρίστοφ Βαλτς και Στίβεν Παρκ.

Το σενάριο της «Γαλλικής Αποστολής» (The French Dispatch) έχει τη δομή μιας συλλογής άρθρων του ομώνυμου, φανταστικού περιοδικού και αποτελεί φόρο τιμής στους συντάκτες και εκδότες του New Yorker μέσα από την αγάπη που τρέφει ο Άντερσον για την Γαλλία και τη γαλλική κουλτούρα. Πριν από την πρεμιέρα της ταινίας στο Φεστιβάλ των Καννών, ο Άντερσον μας μίλησε για τη νέα, παστέλ δημιουργία του.

Υπάρχουν τόσοι πολλοί χαρακτήρες και άνθρωποι που έγιναν θρύλοι σε αυτό το παράξενο μικρό περιοδικό

Πώς ένα παιδί που μεγαλώνει στο Χιούστον του Τέξας φτάνει να αγαπά τόσο την γαλλική κουλτούρα, ώστε να σκηνοθετεί χρόνια μετά την «Γαλλική Αποστολή»;

Είμαι από το Τέξας, αλλά μου άρεσε ανέκαθεν να περνάω χρόνο στη Γαλλία και ήθελα να ζήσω κάποια στιγμή εκεί. Τελικά αγόρασα ένα διαμέρισμα - και παρότι δεν μένουμε μόνιμα - η οικογένειά μου πηγαίνει συχνά. Για πολλά χρόνια, η Γαλλία αποτελούσε ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής μου. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, σκεφτόμουν ολοένα και περισσότερο πως θέλω να γυρίσω μία ταινία με όσα μαθαίνω εδώ. Άλλωστε ξεκίνησα να επισκέπτομαι την Γαλλία επειδή μου άρεσαν οι γαλλικές ταινίες. Αυτές με καθήλωσαν.

Ήμουν κοντά στα 16 όταν ανακάλυψα τα «400 Χτυπήματα» του Φρανσουά Τριφό σε ένα βίντεο κλαμπ στο Χιούστον. Η ταινία είναι πασίγνωστη σε όλο τον κόσμο, αλλά ακόμα και τώρα κοιτάζοντας πίσω σκέφτομαι «γιατί μου έκαναν εντύπωση τα 400 Χτυπήματα»;

Νομίζω ότι ήταν ο τίτλος. Ακόμα δεν ξέρω τι σημαίνει ακριβώς στα γαλλικά η φράση «Les quatre cents coups». Σίγουρα δεν την αποδίδω σωστά, αλλά πρόκειται για μία γαλλική φράση που δηλώνει ότι κάτι τρέχει, κάτι τρελό υπάρχει στον αέρα. «Απόψε δεν αφήνουμε τίποτα όρθιο»*, είναι μία αναφορά σε μία εκρηκτική εποχή. Μεταφρασμένα τα «400 Χτυπήματα» δεν σημαίνουν τίποτα, αλλά αυτός ο τίτλος μου κέντρισε το ενδιαφέρον για να νοικιάσω το VHS και να αρχίσω να βλέπω γαλλικές ταινίες.

(*Σημείωση: Ο Άντερσον χρησιμοποιεί την φράση «faire les quatre cents coups», την πρωτότυπη φράση στην οποία βάσισε ο Τριφό τον τίτλο της ταινίας του και αποτελεί αναφορά στους ανυπότακτους κατοίκους της Μοντομπάν που δεν έσκυψαν το κεφάλι μετά τις 400 κανονιές του Βασιλιά Λουδοβίκου ΙΓ')

Πώς θα περιγράφατε την δομή της ταινίας;

Η «Γαλλική Αποστολή» είναι μία βαλίτσα, ένα λεωφορείο, μια συλλογή διηγημάτων. Ο σκελετός αυτής της συλλογής είναι ένα ιδιαίτερο περιοδικό, ένα αμερικανικό έντυπο με έδρα το Κάνσας, το οποίο τυγχάνει να εκδίδεται σε μια γαλλική τοποθεσία από Αμερικανούς δημοσιογράφους που ζουν στη Γαλλία. Είναι ένα «εκπατρισμένο» περιοδικό. Και όπως ένα περιοδικό συγκεντρώνει ιστορίες, έτσι και η ταινία μαζεύει αυτές τις ιστορίες που γράφτηκαν για το περιοδικό. Πρώτα γνωρίζουμε τον αρχισυντάκτη του περιοδικού, καταλαβαίνουμε περί τίνος πρόκειται, και στην συνέχεια βλέπουμε τις διαφορετικές ιστορίες. Τρεις βασικές, με διαφορετικό συντάκτη κάθε μία, και επίσης μια μικρότερη ως περιήγηση στην μικρή πόλη όπου εκδίδεται το περιοδικό.

Ξεκίνησα να επισκέπτομαι την Γαλλία επειδή μου άρεσαν οι γαλλικές ταινίες. Αυτές με καθήλωσαν

Συναντάμε τον αρχισυντάκτη του περιοδικού Άρθουρ Χάουιτζερ Τζ., τον οποίο υποδύεται ο Μπιλ Μάρεϊ, όταν πεθαίνει.

Σωστά, ξεκινάμε την ταινία - κάθε ενότητά της άλλωστε, είναι και διαφορετικό τμήμα του περιοδικού - με μια νεκρολογία. Στην πραγματικότητα αφορά περισσότερο την ιστορία του περιοδικού. Ο εκδότης/συντάκτης Άρθουρ Χάουιτζερ Τζ. μπήκε κρυφά στη Γαλλία δουλεύοντας για την εφημερίδα του πατέρα του και μετά παρέμεινε για 50 χρόνια. Δηλαδή μέχρι τον θάνατό του, που σηματοδοτεί το τέλος του περιοδικού και την αρχή της ιστορίας μας.

Ο σταθερός συνεργάτης σας, Όουεν Γουίλσον, υποδύεται τον Χέρμπσεϊντ Σάζερακ, έναν δημοσιογράφο που καβαλά ένα ποδήλατο και μας ξεναγεί στην κωμόπολη Ενουί-σουγ-Μπλαζέ.

Ναι, το πρώτο άρθρο που «βλέπουμε» είναι γραμμένο από αυτόν τον ρεπόρτερ, τον Χέρμπσεϊντ Σάζερακ, έναν δημοσιογράφο-ποδηλάτη. Έχει εμμονή με την πόλη και συγκεκριμένα με τους αθέατους χαρακτήρες της. Μας συστήνει την πόλη στο παρόν της ταινίας, αλλά και στο παρελθόν της. Μας καθοδηγεί σαν μια χρονομηχανή και περιγράφει το πώς άλλαξε το μέρος.

Η πόλη ονομάζεται Ενουί-σιρ-Μπλαζέ. Νομίζω ότι ακούγεται καλύτερα στα αγγλικά, γιατί ένας Γάλλος μου είπε «Έχεις ονομάσει έτσι την πόλη επειδή δεν σου αρέσει η Γαλλία;». Στα αγγλικά έχει όμως διαφορά, το «Ennui-sur-Blasé» βγάζει έναν ήχο μελαγχολικής ευγένειας. Στα γαλλικά πάλι, περιγράφει κάτι πιο κοντά στην εφηβεία (Σημείωση: Η κυριολεκτική μετάφραση είναι «βαρεμάρα σε απάθεια») [γέλια]. Νομίζω ότι είναι πολύ κυριολεκτικό στα γαλλικά.

Ποιοι ενέπνευσαν τον Χέρμπσεϊντ Σάζερακ και τους υπόλοιπους χαρακτήρες που συναντάμε στην πορεία;

Πολλές και διάφορες επιρροές. Πρώτα απ’ όλα, ο Τζόζεφ Μίτσελ, ο συντάκτης του New Yorker που έγραφε για τη Νέα Υόρκη και τις διαφορετικές… όχι ακριβώς υποκουλτούρες, αλλά για παράδειγμα έγραψε για τα στρείδια και τους καλλιεργητές τους, για την συμπεριφορά των αρουραίων στην πόλη και την ιστορία ενός νεκροταφείου. Υπάρχει επίσης ένα άρθρο της Λούσι Σάντε, η οποία έγραψε το βιβλίο «Low Life» για τη βρώμικη πλευρά της Νέας Υόρκης και το «The Other Paris» για τη βρώμικη πλευρά του Παρισιού.

Το New Yorker στάθηκε φυσικά η μεγαλύτερη έμπνευση και υπάρχουν Νεοϋορκέζοι συγγραφείς που αποτελούν την βάση για πολλούς από τους υπόλοιπους χαρακτήρες. Η Τίλντα Σουίντον υποδύεται μία γυναίκα με το όνομα Τζ.Κ.Λ. Μπέρενσεν. Δεν είναι ακριβώς Νεοϋορκέζα, αλλά βασίστηκα σε πραγματικό πρόσωπο που δίνει διαλέξεις για την τέχνη στο Metropolitan Museum. Παραμένει στα χρόνια ένα από τα σημαντικά πρόσωπα της Νέας Υόρκης, κάποια για την οποία θα είχαν γραφτεί άρθρα στις σελίδες του New Yorker, και έχει δικό της περιοδικό.

Ο χαρακτήρας της Φράνσις ΜακΝτόρμαντ είναι μια γυναίκα που ονομάζεται Λουσίντα Κρέμεντς. Για πολλά χρόνια πίστευα ότι η Φράνσις έπρεπε να υποδυθεί έναν χαρακτήρα βασισμένο σε μία συγγραφέα που αγαπώ, την Μάβις Γκάλαντ. Ήταν Γαλλίδα και έμενε στη γειτονιά μου στο Παρίσι. Ένιωθα μία σύνδεση μαζί της και ήξερα από καιρό ότι η Φράνσις ΜακΝτόρμαντ ήταν η κατάλληλη για να την ενσαρκώσει. Επίσης άλλη μία συγγραφέας, η Λίλιαν Ρος, χρόνια φίλη μου, έχει επηρεάσει τον συγκεκριμένο χαρακτήρα όπως επίσης και η Τζάνετ Φλάνερ, δημοσιογράφος που έγραφε για το Παρίσι στο New Yorker με το όνομα «Genêt».

Ο Ρόιμπακ Ράιτ, ο χαρακτήρας που υποδύεται ο Τζέφρι Ράιτ στην ταινία, ξεκίνησε με βάση τον συγγραφέα Α.Τζ.Λίμπλινγκ, ο οποίος έγραφε συχνά άρθρα για το φαγητό, αλλά και για την Γαλλία. Είχε πάει πολύ μικρός στην Γαλλία και του άρεσε να επιστρέφει συχνά. Στην διάρκεια του πολέμου έφυγε κρυφά από τον πατέρα του, πήγε στην Γαλλία και μετά τον ξεγέλασε για να παρατείνει την διαμονή του εκεί. Επίσης ο Τζέιμς Μπάλντουιν ήταν άλλη μια έμπνευση, όπως και ο Τενεσί Ουίλιαμς.

Όλοι οι συγγραφείς της ιστορίας μας έχουν το πρότυπό τους, αλλά να διευκρινίσω πως κανένας δεν είναι πολύ κοντά ώστε να μην ξεχωρίζει. Βασίζονται σε όλους αυτούς τους ανθρώπους.

Μαζί με τους παραπάνω, υπάρχουν και οι συντάκτες. Για τον Άρθουρ Χάουιτζερ Τζ. βασίστηκα στον ιδρυτή του New Yorker, Χάρολντ Ρος, και στον Γουίλιαμ Σον, τον άνθρωπο που τον διαδέχθηκε. Η ταινία προέρχεται απ’ αυτούς τους δύο και από ακόμη έναν, τον Ε.Μπ.Γουάιτ. Υπάρχει επίσης έμπνευση από «πένες» του New Yorker, για τις οποίες δεν έχω κάνει ιδιαίτερη μελέτη. Μία απ’ αυτές είναι του Στ. Κλερ ΜακΚέλγουεϊ. Εχω διαβάσει μόνο ένα του κείμενο, αλλά τον γνωρίζω περισσότερο ως χαρακτήρα σε βιβλία για το New Yorker. Υπάρχουν τόσοι πολλοί χαρακτήρες και άνθρωποι που έγιναν θρύλοι σε αυτό το παράξενο μικρό περιοδικό.

Μπενίσιο Ντελ Τόρο και Λέα Σεϊντού στην «Γαλλική Αποστολή»

Το New Yorker δεν έχει ενιαίο προφίλ, κάθε συντάκτης συνεισφέρει την δική του φωνή. Στην ταινία αποτυπώνετε αυτό ακριβώς κάνοντας κάθε μια από τις ιστορίες ξεχωριστή. Ήταν διαφορετική η διαδικασία συγγραφής για καθεμία από αυτές;

Ήταν αρκετά ξεχωριστή. Ο Ρόμαν Κόπολα, ο Τζέισον Σουόρτσμαν κι εγώ πήγαμε στο Γουέστερλι του Ρόουντ Άιλαντ για να δουλέψουμε ένα μέρος της ταινίας. Όταν ήμασταν εκεί, έτυχε να επικεντρωθούμε στην ιστορία του Χέρμπσεϊντ Σάζερακ. Και μετά ο Χιούγκο Γκίνες κι εγώ δουλέψαμε μαζί για την ιστορία του ζωγράφου Μόουζες Ροζεντάλερ, τον οποίο υποδύεται ο Μπενίσιο Ντελ Τόρο. Όλες χρειάστηκαν τον δικό τους χρόνο και κάθε κομμάτι πήρε το δικό του σχήμα.

Και τις δουλεύατε έχοντας ως τελικό προορισμό την «Γαλλική Αποστολή» ή κάποια απ’ αυτές προήλθε από άλλη διαδρομή;

Η ιστορία του Ροζεντάλερ. Είχα γράψει παλιότερα ένα σενάριο, στο οποίο είχα δημιουργήσει τον χαρακτήρα του Μόουζες Ροζεντάλερ. Ήταν μία πολύ διαφορετική ιστορία, από την οποία δανείστηκα εδώ μερικά στοιχεία. Εκείνη η ταινία δεν γυρίστηκε ποτέ και έτσι την χρησιμοποίησα στην «Γαλλική Αποστολή». Οι υπόλοιπες ιστορίες γράφτηκαν για την «Αποστολή», αλλά για το συγκεκριμένο κομμάτι έκλεψα από τον εαυτό μου, υποθέτω.

Όλοι οι συγγραφείς της ιστορίας μας έχουν το πρότυπό τους

Εκτός από το καστ που έχει συνταξιδέψει μαζί σας από ταινία σε ταινία, αρκετοί από το συνεργείο προήλθαν επίσης από προηγούμενες δουλειές σας. Πώς συνεργαστήκατε μαζί τους για να καταλήξετε στην εμφάνιση του Ενουί-σιρ-Μπλαζέ και της ταινίας συνολικά;

Το ενδιαφέρον είναι ότι ταξίδεψα σε πολλές πόλεις της Γαλλίας αναζητώντας ένα μέρος για να κάνω το γύρισμα. Στο ταξίδι με συνόδευαν ο σχεδιαστής της παραγωγής, Άνταμ Στοκχάουζεν, και ο παραγωγός μας, Τζέρεμι Ντόσον. Πηγαίναμε από μέρος σε μέρος έχοντας ως βάση τοποθεσίες που βρίσκαμε στο ίντερνετ και διερωτόμασταν «Θα μπορούσε να λειτουργήσει;».

Η Ανγκουλέμ ήταν νομίζω το όγδοο ή δέκατο μέρος που επισκεφθήκαμε και όταν φτάσαμε εκεί νιώσαμε αμέσως ότι είχαμε βρει τον κατάλληλο τόπο. Πρόκειται για μια πόλη χτισμένη σε επίπεδα, κάτι πολύ ξεχωριστό γιατί γυρίζεις σε μέρος που έχει βάθος, όπου υπάρχει πάντα κάτι πίσω σου. Τα επίπεδα λειτουργούν στο παρασκήνιο και δίνουν περισσότερες ιδέες για στήσεις τις σκηνές. Μία πόλη γεμάτη σκάλες και δρόμους με κλίση είναι ένα σκηνικό που σε «πιάνει» αμέσως. 

Υπήρχαν επίσης και πολλά παλιά κτίρια που είχαν μείνει ανέπαφα κι έτσι μπορούσαμε να γυρίσουμε μία ταινία «εποχής» ευκολότερα. Μείναμε, λοιπόν, λίγο καιρό εκεί και τελικά αποφασίσαμε ότι αυτή ήταν. Στη συνέχεια μελετήσαμε κάθε εκατοστό της για να δούμε πώς θα μπορούσαμε να βρούμε την ταινία μας μέσα σε αυτή την πόλη. Πώς θα μπορούσαμε δηλαδή να μεταμορφώσουμε πράγματα, αλλά και να χρησιμοποιήσουμε αυτά που προϋπήρχαν, χωρίς να χρειαστεί να φύγουμε από την Ανγκουλέμ.

Τελικά ήταν υπέροχο, γιατί η πόλη της Ανγκουλέμ έγινε η αλάνα μας. Κάναμε τα πάντα εκεί και οι άνθρωποι… πάνω από χίλιοι κάτοικοι της Ανγκουλέμ συμμετέχουν στην ταινία. Έγιναν συνεργάτες μας. Ανυπομονώ να πάω στην Ανγκουλέμ και να τους δείξω την ταινία.  Θα γεμίσουμε μια αίθουσα προβολής από ανθρώπους που θα δουν τον εαυτό τους στην μεγάλη οθόνη.

Στο Φεστιβάλ Καννών με τους Τιμοτέ Σαλαμέ, Τίλντα Σουίντον, Μπιλ Μάρεϊ

Η ταινία έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα της στις Κάννες. Πώς νιώθετε γι’ αυτό;

Ένταση [γέλια]. Το Φεστιβάλ Καννών ήταν ο χώρος που θέλαμε να κάνουμε πρεμιέρα, αλλά με όλα όσα συμβαίνουν παγκοσμίως, δεν ήταν δεδομένο. Όταν το Φεστιβάλ αναβλήθηκε πέρσι, δεν γνωρίζαμε τι θα κάναμε με την ταινία. Η ιδέα να περιμένουμε περισσότερο από ένα χρόνο για να έρθουμε στις επόμενες Κάννες, δεν υπήρχε σαν σκέψη τότε. Η ταινία είχε ολοκληρωθεί ήδη έξι μήνες και δεν μπορείς να την αφήσεις στο ράφι επ' αόριστον.

Τελικά χαίρομαι που αποφασίσαμε να περιμένουμε, γιατί δεν νιώθουμε πως πήγαμε Κάννες με μία παλιά, σκονισμένη ταινία. Νιώθω ότι η ταινία περίμενε τη στιγμή της.

INFO
Η «Γαλλική Αποστολή» έκανε την πανελλήνια πρώτη προβολή της στο 27ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας Νύχτες Πρεμιέρας και κυκλοφορεί στις αίθουσες 2 Δεκεμβρίου από την Feelgood Entertainment.