Vice: Ο Δεύτερος στην Ιεραρχία

Vice

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

2018
    ΠΑΡΑΓΩΓΗ: ΗΠΑ
    ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Άνταμ ΜακΚέι
    ΣΕΝΑΡΙΟ: Άνταμ ΜακΚέι
    ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Κρίστιαν Μπέιλ, Έιμι Άνταμς, Σαμ Ρόκγουελ, Στιβ Καρέλ
    ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Γκρεγκ Φρέιζερ
    ΜΟΥΣΙΚΗ: Νίκολας Μπρίτελ
    ΔΙΑΡΚΕΙΑ: Odeon
    ΔΙΑΝΟΜΗ: 132'
    <ARTICLE TITLE/>

Αν ο Όλιβερ Στόουν ή ο Μάικλ Μουρ, οι δυο μεγαλύτεροι προβοκάτορες του μοντέρνου σινεμά, αναλάμβαναν να γράψουν κωμικά σκετς πολιτικής αιχμής για λογαριασμό της εκπομπής Saturday Night Live, το αποτέλεσμα δεν θα απείχε πολύ από αυτή την αυτάρεσκη σάτιρα που διερευνά επιφανειακά μια από τις πιο αμφιλεγόμενες προσωπικότητες της σύγχρονης αμερικανικής πολιτικής.

Από τον Λουκά Κατσίκα

Πριν τρία χρόνια ο Άνταμ ΜακΚέι πήρε την αιφνίδια απόφαση να αφήσει πίσω του τις δευτεροκλασάτες φαρσοκωμωδίες τύπου «Step Brothers» και «Talladega Nights», που επί μία δεκαετία έγραφε και σκηνοθετούσε με πρωταγωνιστή τον Γουίλ Φέρελ, και να αποδείξει ότι είναι ικανός για κάτι σοβαρότερο. Αφού αποστήθισε στιλιστικές μεθόδους και τερτίπια από τις ταινίες του Σκορσέζε (με τον «Λύκο της Wall Street» να έχει την τιμητική του) και είδε πολλές φορές το «Δίκτυο» του Σίντνεϊ Λιουμέτ, τον «Υποψήφιο» του Μάικλ Ρίτσι και άλλες αιχμηρές δημιουργίες της πιο ενεργής πολιτικά εποχής για το αμερικανικό σινεμά, κάθισε και διασκεύασε το βιβλίο «The Big Short» του Μάικλ Λιούις. 

Τα γεγονότα που οδήγησαν στην ολέθρια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 και την κατάρρευση της παγκόσμιας αγοράς ενέπνευσαν το «Μεγάλο Σορτάρισμα», μια επιδειξιομανή και υπερφίαλη μαύρη κωμωδία που πρόσφερε λιγότερο σκεπτόμενη ψυχαγωγία και περισσότερο κάτι που έμοιαζε με βαρυσήμαντη διάλεξη επί οικονομικών θεμάτων. Αν μια τέτοια ταινία είχε κυκλοφορήσει σε παλαιότερες εποχές, ελάχιστη εντύπωση θα έκανε. Το 2015, ωστόσο, αρκετοί θεατές και κριτικοί φρόντισαν να επιφυλάξουν θερμότατη υποδοχή στη ζαλιστική χρηματιστηριακή φλυαρία του ΜακΚέι, μαζί με τους ψηφοφόρους των Όσκαρ οι οποίοι τίμησαν το φιλμ για το διασκευασμένο σενάριό του.

Ενθουσιασμένος με τον ρόλο του μοντέρνου παρωδού, τον οποίο θεωρεί ότι σύστησε με επιτυχία στο «Μεγάλο Σορτάρισμα», ο ΜακΚέι χρησιμοποίησε φέτος την ίδια ακριβώς φιλμική συνταγή επιλέγοντας τον βίο και πολιτεία του Ντικ Τσέινι προκειμένου, πίσω από τα σκοτεινά παιχνίδια στρατηγικής και εξουσίας του ισχυρότερου αντιπροέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών, να συνοψίσει ένα πανόραμα των (ρεπουμπλικανικών) δεινών που έπληξαν τη χώρα (και, κατ' επέκταση, τον υπόλοιπο κόσμο) από τα χρόνια διακυβέρνησης του Νίξον μέχρι πρόσφατα. Παρεμπιπτόντως, ο Άνταμ ΜακΚέι ψηφίζει σταθερά  Δημοκρατικούς. 

Το «Vice» έχει τόσο μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του ώστε νομίζει πως μόλις ανακάλυψε την πυρίτιδα στον τομέα του δηκτικού χιούμορ

Το «Vice» είναι το είδος της κωμωδίας που καμώνεται πως αποτελεί κάτι βαθυστόχαστο, ασχέτως αν ξοδεύεται σε εξυπνακισμούς και ρηχότητες. Είναι η σάτιρα που έχει τόσο μεγάλη ιδέα για τον εαυτό της, ώστε νομίζει πως μόλις ανακάλυψε την πυρίτιδα στον τομέα του δηκτικού χιούμορ. Είναι η περίπτωση ταινίας που απευθύνει τα βέλη της στους εύκολους στόχους (γιατί αυτό μόνο μπορεί), μετατρέπει υπαρκτά πρόσωπα σε καρικατούρες (γιατί έτσι μόνο ξέρει), κινείται με αστραπιαίους ρυθμούς (γιατί λίγο αν σταθεί, θα αρχίσουν να φαίνονται οι ανεπάρκειές της) και συμπεριφέρεται τόσο χειριστικά στο κοινό της ώστε ανά στιγμές προαναγγέλλει τα αστεία της πριν προχωρήσει να τα εικονογραφήσει (γιατί φοβάται μήπως δεν τα καταλάβουμε). 

Αραδιάζοντας πληροφορίες που ακόμη και ο πιο εκπαιδευμένος νους θα δυσκολευόταν να απορροφήσει και να επεξεργαστεί μεμιάς, το «Vice» είναι ένας βομβαρδισμός από power points μεταμφιεσμένα σε άποψη και σερβιρισμένα, όπως και στο «Μεγάλο Σορτάρισμα», με πληθώρα οπτικοακουστικών ευρημάτων τα οποία ελάχιστα εξελίσσουν τα όσα βλέπουμε. Χρησιμεύουν απλώς για να κολακεύουν τον θεατή και να κάνουν το περιεχόμενο πιο εύπεπτο. 

Το μεγαλύτερο ατόπημα της ταινίας είναι, παρ' όλα αυτά, η αδυναμία της να προσθέσει κάτι χρήσιμο σε ζητήματα που έχουν εξαντλητικά αναλυθεί και γίνει προ πολλού συνείδηση ή να αποφασίσει ποιος ακριβώς είναι ο Ντικ Τσέινι τον οποίο επιθυμεί να σκιαγραφήσει, βοηθώντας έτσι και τον πρωταγωνιστή Κρίστιαν Μπέιλ να διαλέξει αν η κοπιώδης σωματική του μεταμόρφωση θα υπηρετήσει μια ακριβή μίμηση ή μια στοιχειωδέστερη ερμηνεία.  

Όλα τα παραπάνω θα είχαν αποτραπεί αν ο Άνταμ ΜακΚέι ήταν ο αληθινά καλός σκηνοθέτης και σεναριογράφος που πιστεύουν αρκετοί. Όμως με το να απαριθμεί απλώς γεγονότα, αντί να εργάζεται στην επίτευξη μιας πιο συμπαγούς και οργανωμένης πλοκής, ή με το να πασχίζει να βάλει σε τάξη το υλικό του, που τρέχει ανεξέλεγκτα προς διαφορετικές κατευθύνσεις, ο δημιουργός του «Vice» επιδίδεται στο πιο ανεπαρκές είδος δραματουργίας. Εκείνο που δηλώνει έλλειψη βάθους και πιστεύει ότι τα πάντα στο σινεμά είναι ζήτημα παρουσίασης.    

ΟΛΕΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
  • Vice: Ο Δεύτερος στην Ιεραρχία
  • Vice: Ο Δεύτερος στην Ιεραρχία