Blinded by the Light

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

2019
    ΠΑΡΑΓΩΓΗ: Ην. Βασίλειο, ΗΠΑ
    ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Γκούριντερ Τσάντα
    ΣΕΝΑΡΙΟ: Σαρφράζ Μανζούρ,Γκούριντερ Τσάντα, Πολ Μαγιέντα Μπέρτζες
    ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Βιβεΐκ Κάλρα, Ντιν-Τσαρλς Τσάπμαν, Κουλβίντερ Γκιρ, Μέερα Γκανάτρα, Χέιλι Άτγουελ
    ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Μπεν Σμίδαρντ
    ΜΟΥΣΙΚΗ: Α.Ρ. Ραχμάν
    ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 118'
    ΔΙΑΝΟΜΗ: Tanweer
    <ARTICLE TITLE/>

Ένας έφηβος Πακιστανός δεύτερης γενιάς μεγαλώνει στο Λούτον του '80 διαιρεμένος ανάμεσα στην νέα πατρίδα του, την Αγγλία, και την διαγωγή που του επιβάλλει το συντηρητικό του σπίτι. Σωτήρας του ο...Μπρους Σπρίνγκστιν, οι στίχοι, η μουσική και η αυτοπεποίθηση που του χαρίζει.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Το «Blinded by the Light» έχει για κεντρικό του χαρακτήρα τον Τζάβεντ. Που πρέπει να υπομείνει το αναμενόμενο bullying του συντηρητικού του (μα έντιμου) πατέρα, των εκκολαπτόμενων νεοναζιστών της θατσερικής Αγγλίας και της '80ς σχολικής ατμόσφαιρας που, ταλαντευόμενη ανάμεσα στον μικροαστισμό και την ποπ κουλτούρα, περιγελά έναν απολύτως συνεσταλμένο έφηβο που έχει άλλο χρώμα, «δεν ξέρει να ντύνεται» και γράφει ακατάπαυστα ημερολόγιο και στίχους για να οργανώσει τη σκέψη του και να εκφραστεί αλογόκριτα. Ο ερχομός του Αφεντικού στη ζωή του θα τον βγάλει από το σκοτάδι των αδιεξόδων, θα του δημιουργήσει αυτοεκτίμηση και θα τον σπρώξει σ' έναν κόσμο που, επιτέλους, θα έχει αυτός έναν πρώτο λόγο.

Ως εκ τούτου το έργο απευθύνεται σε δύο κατηγορίες κοινού. Μία «κανονική», αυτών που γυρεύουν μια καλά φτιαγμένη ταινία που θα εξυπηρετήσει το θέμα της, υποβοηθούμενης από την τέχνη, ενηλικίωσης και μια, περίπου...θρησκευτική, εκείνων που προσδοκούν κοινές τροχιές με την δική τους ενηλικίωση που κάπου στην πορεία συμβίωσε με την πατρική-αδελφική-φιλική έμπνευση του Σπρίνγκστιν (κι όχι μόνο) και της κοσμοθεωρίας του. Από την συζήτηση των δύο αυτών κατηγοριών προκύπτει και η θέση σου απέναντι στο έργο.

Η μεγάλη ταινία για το Αφεντικό και την ενηλικίωση δεν είναι, είναι όμως τόσο λουσμένη στο φως της πίστης, τόσο γεμάτη από την αίσθηση πως διαπνέεται από ένα κοινό σας μυστικό, που αρκεί και με το παραπάνω

Ο υπογράφων οφείλει να ξεκαθαρίσει πως υπήρξε αν όχι κάτι ανάλογο οπωσδήποτε κάτι παράλληλο με τον Τζάβεντ. Αναγκαστικά αυτό πληροφορεί το παρόν κείμενο. Ωστόσο η ιδιότητα του κριτικού παρεμβαίνει με τον συνδετικό ρόλο αυτού που θεωρεί τις εντυπώσεις και το ένστικτο πρωταρχικά, πάντοτε όμως σε συνεννόηση με την, κατά το δυνατόν, αντικειμενικότητα των σημείων του έργου.

Έχοντας υπ' όψιν τα παραπάνω το «Blinded by the Light» είναι μια ταινία με υπέρ και κατά, με τα πρώτα να υπερτερούν κυρίως λόγω της ψυχοσύνθεσης ενός έργου «τυφλωμένου από το φως» που θέλει να κρατήσει και την εννόηση του από που έρχεσαι (ο για κάποιους λεγόμενος «συντηρητισμός») αλλά και την προσωπική διαδρομή στην ίδια μασχάλη. Ζητούμενο δύσκολο και, σε στιγμές, με αφέλεια ή κλισέ πραγματοποιημένο. Ωστόσο, αν η πιο αφελής και κλισέ στιγμή είναι η τυπική των ειδών στιγμή του μονολόγου στο φινάλε (τον έχουν συνήθως οι ταινίες που αισθάνονται ότι δεν τα είπαν καλά όλη τη προηγούμενη ώρα) είναι αυτή της ταινίας της Τσάντα (Αγγλίδας με ινδική καταγωγή γεννημένης στην Κένυα), προσυπογράφω.

Όχι γιατί δεν υπάρχουν ένα σωρό καλά και πριν. Η ισορροπία στο γράψιμο και την δικαιολόγηση των πρώτων αλλά και των υποστηρικτικών χαρακτήρων, η τέλεια αποτύπωση της κόντρας περιβάλλοντος και εσωτερικού κόσμου, η σημαίνουσα τελική αλληλοκατανόηση, ο κεραυνοβολισμός του Τζάβεντ από τους στίχους που λένε αυτό που χρειάζεται καλύτερα, έχουν όλα τους την εγκυρότητα μιας φορτσάτης σκηνοθεσίας αλλά και μιας πιστοποίησης από τον συν-σεναριογράφο Σαρφράζ Μανζούρ αυτοπροσώπως, που είναι και ο χαρακτήρας περί του οποίου η κουβέντα του έργου. Στο βιβλίο του, άλλωστε, βασίζεται και η ταινία.

Η Τσάντα φέρνει και μια εξευρωπαϊσμένη εκδοχή Bollywood (βλέπε μαγικός ρεαλισμός) στο μίγμα που είτε την δεις σαν μια «Happy-Go-Lucky» προχειρογραφή West Side Story ή/και σαν ξέσπασμα εφηβικής χαράς μπροστά στην αποδέσμευση που (οφείλει να) έρχεται, δουλεύει μια χαρά κι εργατικά. Κάποιοι από εμάς έχουμε μια πιο...σκοτεινή σχέση με το φως του Μπρους, άρα θα διαλέγαμε ίσως και άλλα τραγούδια (ή θα προσθέταμε δέκα ακόμα που φωνάζουν ότι χωράνε στην ιστορία), αλλά αυτό εμπίπτει σε ζητήματα του θεατή που συσκοτίζουν την αντίληψη μιας διαφορετικής σεναριογραφημένης ιστορίας.

Η «αφέλεια» του μονολόγου στο φινάλε, γραμμένη άψογα και παιγμένη συγκινητικότατα από τον ιδανικό πρωταγωνιστή, είναι μέρος του στοιχήματος που βάζεις όχι σαν οπαδός του Μπρους πια, αλλά σαν θεατής που έχει καταλάβει ένα φιλμ που χρειάζεται από τον μυελό του δουλεμένη πίστη (ο Σπρίνγκστιν δεν είναι πεσιμιστής καλλιτέχνης) και αποσκοπεί στην ηλιόλουστη πλευρά του δρόμου.

Υπάρχουν φυσικά ελαττώματα, για τον υπογράφοντα. Το ένα είναι πως η ταινία δεν τρελαίνεται πραγματικά στο πέταγμά της, δεν πανηγυρίζει σκηνοθετικά, δεν βρίσκει αυτό που θα ήθελες ώστε να αποτυπώσει την έκσταση που νοιώθεις από την συντρόφευση που σου 'ρχεται από κει που δεν θα το περίμενες ποτέ. Έχει επίσης μια πολιτική απλοϊκότητα, προερχόμενη από τον ενστερνισμό της λογικής των Εργατικών της περιόδου, ενώ οι νεοναζιστικές αιχμές μπορεί να είναι πολιτικά και ανθρωπιστικά ορθές δεν είναι όμως και οργανικά αφομοιωμένες στην δραματουργία. Πολλές φορές η απαλοιφή ή η υποννόηση μπορεί να έχει δραστικότερο συγκινησιακά (και πρακτικά) αποτέλεσμα.

Όμως το ότι δεν είναι η μεγάλη ταινία που θα ήθελες για τον Μπρους ή την ενηλικίωση δεν είναι και κανένας κόλαφος. Πιο συχνά, όπως με τους ανθρώπους, μια ωραία γλυκιά συμπόρευση, μια αίσθηση πως ξέρουμε μυστικά κι οι δυο για ποιό πράγμα μιλάμε, το ότι αυτά που μας ενώνουν είναι σημαντικότερα απ' όσα μας χωρίζουν, είναι υπεραρκετή.

ΟΛΕΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
  • Blinded by the Light
  • Blinded by the Light