Νίνα

Nina

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

2016
    ΠΑΡΑΓΩΓΗ: Μ. Βρετανία
    ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Σίνθια Μορτ
    ΣΕΝΑΡΙΟ: Σίνθια Μορτ
    ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Ζόε Σαλντάνα, Ντέιβιντ Ογέλοουο
    ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Μίχαϊ Μαλαϊμάρε Τζ.
    ΜΟΥΣΙΚΗ: Ρουί Φολγκουέρα
    ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 90'
    ΔΙΑΝΟΜΗ: Odeon
    <ARTICLE TITLE/>

«Black is the color of my true loves hair» τραγουδά ομολογουμένως υπέροχα η Ζόε Σαλντάνα, σε μία από τις ελάχιστες υποβλητικές σκηνές της ταινίας. Καθώς ο ήχος της ανατριχιαστικής ερμηνείας εξασθενεί, αυτή η αδιάφορη βιογραφία της Νίνα Σιμόν αναδεικνύει προβλήματα πολύ μεγαλυτέρα από το χρώμα του δέρματος της πρωταγωνίστριάς της.

Από τον Πάνο Αχτσιόγλου

Το βασανισμένο κινηματογραφικό δημιούργημα και ταυτόχρονα πρώτη σκηνοθετική απόπειρα της Σύνθια Μορτ αποπειράται να περιγράψει μία από τις τελευταίες πράξεις της ζωής μιας τεράστιας μουσικής προσωπικότητας και ταυτόχρονα μιας γυναίκας που βασανίστηκε από τις εμμονές και τους εφιάλτες της ψυχολογικής διαταραχής. Μίας καλλιτέχνη που συνέδεσε άρρηκτα το όνομα της με τους αγώνες για τα πολιτικά δικαιώματα και κυρίως την ακτιβιστική δράση ενάντια στον ρατσισμό και τη μισαλλοδοξία.

Η ζωή της Νίνα Σιμόν, της κλασικής πιανίστριας που έγινε πασίγνωστη μέσω της Σόουλ, είναι όμοια με τις δύο αντιδιαμετρικές αρετές που χαρακτηρίζουν το έργο της: την αγριότητα και το θύμο απέναντι στην εύθραυστη τρυφερότητα. Ο αγώνας για την «μαύρη υπερηφάνεια» ενσωματώνεται μέσα σε κλασικά μουσικά ακούσματα και το ιδιαίτερο μείγμα μοιάζει τόσο εκρηκτικό όσο αιθέριο. Δυστυχώς, αυτή η κακογυρισμένη και προπαντός σεναριακά πενιχρή ταινία, αντανακλά σε ελάχιστες στιγμές την επιβλητική παρουσία της πραγματικής περσόνας, μοιάζοντας πολύ περισσότερο με τηλεταινία της προηγούμενης εικοσαετίας, ακριβώς δηλαδή της χρονικής περιόδου που απεικονίζει.

Το κάστινγκ αποτελεί σίγουρα το δομικό λίθο μιας κινηματογραφικής βιογραφίας, αφού όλα τα στοιχεία συγκλίνουν στην στελέχωση ενός κεντρικού πρόσωπου που καθοδηγεί την πλοκή. Το ερώτημα ύστερα από την επιλογή της Ζόε Σαλντάνα στον πρωταγωνιστικό ρόλο (μιας ανοιχτόχρωμης Άφρο-Λατίνο Αμερικάνας ηθοποιού, με λεπτά χαρακτηριστικά και κομψό παρουσιαστικό) μοιάζει εύλογο, χωρίς όμως να δέχεται μια εύκολη απάντηση: Πρέπει κανείς να κρίνει τις επιδόσεις της ερμηνείας από το χρώμα του δέρματος, ή έστω από τη φυσική ομοιότητα; Είναι η συγκεκριμένη φιλμική περίπτωση ιδιάζουσα;

Δυστυχώς, κάποιος που δεν έχει ιδέα ποια ήταν η Νίνα Σιμόν, θα παραμείνει με την απορία ακόμη και μετά το τέλος της κινηματογραφικής της βιογραφίας.

Η σκηνοθέτης κατηγορήθηκε (ακόμη και από την κόρη της Σιμόν) για την επιλογή της και κυρίως για την τεχνητά σκούρη επιδερμίδα της πρωταγωνίστριας, όπως και για τις προσθετικές στο πρόσωπο της, που για πολλούς παραπέμπουν στο ρατσιστικό «φαινόμενο blackface» όταν λευκοί ηθοποιοί του βαριετέ και του πρώιμου κινηματογράφου διασκέδαζαν το λευκό κοινό αναπαριστώντας μαύρα στερεότυπα. Έκτος αυτού, το υπόλοιπο σώμα της ηθοποιού παραμένει άνισα απείραχτο από το χρόνο, δεδομένου του γεγονότος ότι το φιλμ διαδραματίζεται περίπου το 1995, όταν η γερασμένη πια τραγουδίστρια, απένταρη, αλκολική και με σοβαρά ψυχικά προβλήματα γνωρίζει τον μετέπειτα μάνατζερ και ίσως μοναδικό κοντινό της άνθρωπο, στη θεραπευτική κλινική οπού νοσηλευόταν. Η αλήθεια είναι πάντως ότι οι όποιες αστοχίες στο μακιγιάζ, όπως και η υποτιθέμενα λανθασμένη επιλογή πρωταγωνίστριας (δεν πρόκειται σίγουρα για την περφόρμανς της χρονιάς, ωστόσο οι τόσο σκληρές κριτικές μάλλον δεν της ταιριάζουν) αποτελούν ίσως τα πιο ασήμαντα από τα προβλήματα του εγχειρήματος.

Επιλέγοντας -χωρίς κανείς να καταλάβει γιατί- μια από τις πιο αδιάφορες περιόδους της ζωής της «ιέρειας της σόουλ», το φιλμ προσπαθεί μέσω φτηνών σεναριακών κλισέ και στερεοτυπικών φλασμπάκ να στήσει ένα ασυντόνιστο χρονολόγιο των σημαντικότερων στιγμών της καλλιτεχνικής ζωής της Σιμόν, μην όμως αποκτώντας ποτέ ένα στέρεο θεματικό κέντρο. Παρότι εμβολιασμένη με μικρές οδυνηρές στιγμές που αγγίζουν έστω και επιδερμικά το μεγαλείο της μουσικής περσόνας, η ταινία γρήγορα μετατρέπεται σε μια τετριμμένη ιστορία γεμάτη εναλλαγές παρανοϊκών συμπεριφορών και αδέξιων συμφιλιώσεων. Εκεί δε που αποτυγχάνει πλήρως, είναι στην αποτύπωση της αδιάσειστης σύνδεσης της καλλιτεχνικής ιδιότητας με τη φυλετική ταυτότητα της τραγουδίστριας, η οποία χαρακτηρίστηκε σύμβολο των δυναμικών κινημάτων της «μαύρης δύναμης» των δεκαετιών του 60 και 70. Τα σημαντικά γεγονότα είτε άπλα εντοπίζονται από τη σκηνοθεσία, είτε αποτυπώνονται ως σπασμωδικές και θυμικές αντιδράσεις χωρίς έντονο ιδεολογικό περιεχόμενο.

Το «Νίνα» έτσι κι αλλιώς κάπως πρέπει να τελειώσει, γι αυτό οδηγείται σε μια θριαμβευτική παράσταση της τραγουδίστριας στο Σέντραλ Παρκ η οποία κατά πάσα πιθανότητα δεν συνέβη ποτέ. Το ίδιο συμβαίνει και με την υπαινισσόμενη ρομαντική σχέση της Σιμόν με τον μάνατζέρ της Κλίφτον Χέντερσον (ο Ντέιβιντ Ογιελόγο δίνει μια στιβαρή ερμηνεία χωρίς ωστόσο να μπορεί να συμμαζέψει τη χαώδη δομή του φιλμ) ο οποίος κατά τα φαινόμενα υπήρξε γκέι. Οι ανακρίβειες παρόλα αυτά είναι το λιγότερο. Η αφήγηση της ιστορίας σε κάνει διαρκώς να αναρωτιέσαι τι ακριβώς είναι αυτό που βλέπεις.

Τα κοινότοπα τρικ όπως και τα παραποιημένα γεγονότα, λειτουργώντας ως επιστέγασμα της προβληματικής φόρμας, αποδεικνύουν απλά την ανάγκη αυτής της κακοσχεδιασμένης ταινίας να προσδώσει κάποιο ενδιαφέρον σε μια ζωή που μόνο αδιάφορη δεν υπήρξε. Δυστυχώς, κάποιος που δεν έχει ιδέα ποια ήταν η Νίνα Σιμόν, θα παραμείνει με την απορία ακόμη και μετά το τέλος της κινηματογραφικής της βιογραφίας. Χωρίς να δίνει καμιά αίσθηση προστασίας αλλά και οικειοποίησης του καλλιτέχνη, η ταινία της Μορτ μοιάζει τελικά το ακριβώς αντίθετο της προσωπικότητας που επιχειρεί να αναπαραστήσει.

ΟΛΕΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
  • Νίνα
  • Νίνα