Τελειωμένος
Wasteman
Μια φιλόδοξη indie δημιουργία με εξαιρετική ατμόσφαιρα, ενδιαφέρουσα σκηνοθετική ματιά και αρκετές στιγμές αληθινής συναισθηματικής δύναμης, η οποία όμως περιορίζεται από τον αργό ρυθμό και τη δραματουργική ασάφεια.
Το «Wasteman» του Καλ ΜακΜάου είναι από εκείνες τις ταινίες που δύσκολα κατατάσσονται με απόλυτη βεβαιότητα σε ένα μόνο είδος ή ύφος. Βρίσκεται κάπου ανάμεσα στο κοινωνικό δράμα, το υπαρξιακό road movie και την indie δυστοπία, προσπαθώντας περισσότερο να δημιουργήσει αίσθηση και ψυχολογική ατμόσφαιρα παρά να αφηγηθεί μια συμβατική ιστορία με ξεκάθαρη κορύφωση και λύση. Το αποτέλεσμα είναι άνισο, αλλά ταυτόχρονα ενδιαφέρον και ειλικρινές — μια ταινία που πιθανόν να μην αγγίξει όλους τους θεατές, όμως διαθέτει προσωπικότητα και αρκετές δυνατές στιγμές ώστε να αξίζει την προσοχή.
Η υπόθεση ακολουθεί έναν αποξενωμένο νεαρό που περιπλανιέται σε έναν κόσμο παρακμής, τόσο κυριολεκτικής όσο και ψυχολογικής. Η κοινωνία που παρουσιάζεται στο «Wasteman» μοιάζει κουρασμένη, σχεδόν απογυμνωμένη από κάθε ελπίδα, και ο πρωταγωνιστής λειτουργεί σαν προέκταση αυτού του περιβάλλοντος: ένας άνθρωπος χωρίς σαφή κατεύθυνση, παγιδευμένος ανάμεσα στην αυτοκαταστροφή και στην ανάγκη να βρει κάποιο νόημα. Ο Καλ ΜακΜάου χειρίζεται αυτή τη θεματική με αξιοσημείωτη σοβαρότητα, αποφεύγοντας τις εύκολες εξάρσεις μελοδράματος. Υπάρχει μια σχεδόν ντοκιμαντερίστικη ωμότητα στον τρόπο που κινηματογραφεί πρόσωπα, χώρους και σιωπές.
Αναμφίβολα, το μεγαλύτερο ατού της ταινίας είναι η ατμόσφαιρά της. Η φωτογραφία χρησιμοποιεί ψυχρούς τόνους, ξεθωριασμένα χρώματα και βιομηχανικά τοπία που δημιουργούν μια μόνιμη αίσθηση αποσύνθεσης. Οι εξωτερικοί χώροι — εγκαταλελειμμένα κτίρια, άδειοι δρόμοι, λασπωμένα προάστια — λειτουργούν σχεδόν σαν ξεχωριστοί χαρακτήρες μέσα στην αφήγηση. Υπάρχουν σκηνές που μένουν στη μνήμη όχι για όσα λέγονται, αλλά για το συναίσθημα που μεταδίδουν. Η σκηνοθεσία του ΜακΜάου δείχνει σαφώς δημιουργό με καλλιτεχνική άποψη και οπτική ταυτότητα.
Εξίσου δυνατή είναι και η μουσική επένδυση, η οποία κινείται διακριτικά αλλά ουσιαστικά κάτω από τις σκηνές, ενισχύοντας τη μελαγχολία και την απομόνωση που διαπερνούν την ταινία. Σε αρκετές στιγμές, ο ήχος και η εικόνα συνεργάζονται υποδειγματικά, προσφέροντας μια σχεδόν υπνωτική εμπειρία. Είναι φανερό ότι ο δημιουργός ενδιαφέρεται περισσότερο για τη συναισθηματική επίδραση της ταινίας παρά για την εμπορική προσβασιμότητα.
Ωστόσο, εκεί ακριβώς εμφανίζονται και οι αδυναμίες του»Wasteman». Η αφήγηση συχνά γίνεται υπερβολικά αργή και εσωστρεφής, με αποτέλεσμα ο ρυθμός να «βουλιάζει» σε ορισμένα σημεία. Υπάρχουν σκηνές που μοιάζουν να επαναλαμβάνουν το ίδιο ψυχολογικό μοτίβο χωρίς να προσθέτουν ουσιαστική εξέλιξη ούτε στους χαρακτήρες ούτε στην ιστορία. Ο ΜακΜάου φαίνεται τόσο αφοσιωμένος στη δημιουργία ατμόσφαιρας ώστε μερικές φορές ξεχνά την ανάγκη για δραματουργική συνοχή.
Παράλληλα, οι χαρακτήρες, αν και ενδιαφέροντες ως ιδέες, δεν αποκτούν πάντοτε το απαραίτητο βάθος. Ο πρωταγωνιστής διαθέτει έντονη παρουσία, όμως το σενάριο δεν αποκαλύπτει αρκετά στοιχεία για να δημιουργηθεί πραγματικά ισχυρός συναισθηματικός δεσμός με τον θεατή. Κάποιοι δευτερεύοντες ρόλοι εμφανίζονται πολλά υποσχόμενοι αλλά τελικά μένουν αναξιοποίητοι. Αυτό αφήνει την αίσθηση ότι η ταινία είχε τη δυνατότητα να γίνει πιο ουσιαστική δραματικά από όσο τελικά καταφέρνει.
Παρόλα αυτά, θα ήταν άδικο να απορριφθεί το «Wasteman» μόνο λόγω των αδυναμιών του. Σε μια εποχή όπου πολλές ανεξάρτητες παραγωγές μοιάζουν υπερβολικά ασφαλείς ή μιμητικές, η ταινία του Καλ ΜακΜάου δείχνει θάρρος και προσωπικό ύφος. Μπορεί να μην πετυχαίνει πλήρως όλα όσα επιχειρεί, αλλά έχει ξεκάθαρη ταυτότητα και διάθεση να πει κάτι ουσιαστικό για τη μοναξιά, την αποξένωση και τη σύγχρονη κοινωνική παρακμή.










