10:00
13/10

«Όλα Για την Εύα»: Το αριστούργημα του Τζόζεφ Μάνκιεβιτς βγήκε σαν σήμερα 69 χρόνια πριν

14 υποψηφιότητες, 6 βραβεία, αλώβητη φήμη και σχεδόν 70 χρόνια μετά, το αυτοαναφορικό χολιγουντιανό κομψοτέχνημα διαλόγου και χαρακτηρολογικής εγκυρότητας, παραμένει μια από τις μεγαλύτερες δημιουργίες που έκανε το αμερικανικό σινεμά για τον…εαυτό του.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Το «Όλα για την Εύα» είναι ένα καλό παράδειγμα του πώς λειτουργεί η χολιγουντιανή κατασκευή, ποια είναι η θύελλα των προετοιμασιών που περνούσε άλλοτε μια μείζονα παραγωγή σε εποχές μεγαλοπαραγωγών που λάτρευαν τις ταινίες και σκηνοθετών που έπρεπε να περάσουν τα μύρια όσα για να κάτσουν στην καρέκλα αλλά και να καταφέρουν να καμουφλάρουν τη δουλειά τους επαρκώς ώστε να μιλήσουν και για τις προσωπικότερες εμμονές τους.

Βέβαια ο Τζόζεφ Μάνκιεβιτς δεν είναι κανένας τυχαίος (οι ενδιαφερόμενοι ας ανατρέξουν εδώ). Ούτε βέβαια ο larger than life Ντάριλ Ζάνουκ της 20th Century Fox, που ήταν από εκείνους που περνούσαν λιάνισμα κάθε παραγωγή του στούντιο – και ειδικά τις μεγάλες. Είναι επίσης χαρακτηριστικό πως η Μπέτι Ντέιβις, που δεν υπάρχει  σοβαρός σινεφίλ που δεν την ξέρει από αυτόν τον ρόλο, δεν ήταν καν επιλογή στο καστ. Αρκετές άλλες προηγούνταν, όμως μια σειρά ατυχιών, υποχρεώσεων και συμπτώσεων, έφεραν την Ντέιβις στη θέση της Μάργκο Τσάνινγκ. Ο Μάνκιεβιτς έπρεπε να προσαρμόσει μάλιστα τον ρόλο στον χαρακτήρα της, η πρωτότυπη Μάργκο ήταν μια καλόψυχη, γλυκομίλητη ηλικιωμένη ηθοποιός…

Τι είναι όμως τελικά αυτό το έργο; Είναι η περιγραφή του (ευρέως διαδεδομένου) χαρακτήρα του ερπετοειδούς καιροσκόπου, που έχει ένα γλυκό πρόσωπο για τον καθένα αλλά στην πραγματικότητα ενδιαφέρεται μόνο για τον εαυτό του, περασμένο στον χώρο του θεάματος. Είναι το πιο κλασάτο inside κουτσομπολιό – που σήμερα βέβαια θεωρείται δεδομένο (και κακόγουστο) αλλά το ‘50 ήταν άγνωστο. Είναι μια κριτική του stardom. Stardom που η Αν Μπάξτερ-Εύα δεν ξέρει ούτε πως γράφεται ενώ δίπλα της η Ντέϊβις-Μάργκο, παρά την αμφίβολη ομορφιά της, διαθέτει εγχάρακτο στο κάτι που ανάβοντας τα φώτα έχεις μπροστά σου και αδυνατείς να πάρεις το βλέμμα από πάνω του. Έτσι το «Όλα για την Εύα», έστω και «αδικώντας» την ερμηνευτικά έξοχη Μπάξτερ, είναι και σπουδή πάνω στην απόσταση του σταρ από τους «κοινούς θνητούς» - κι εδώ η ταινία του Μάνκιεβιτς δικαιούται τα σκήπτρα της.

Και γιατί να αγαπάμε τόσο μια ταινία για κάτι που στο κάτω-κάτω ταΐζεται από την δίψα κατεδάφισης του glamour που δεν μας αφορά; Για την τελειότητα της φτιαξιάς της, για την ιδιοφυία των διαλόγων της, για την κέντρο που βρίσκουν οι καταστάσεις, για την ισορροπία της κριτικής που εξασκείται στην ματαιότητα ενός χώρου, για την αυτοκριτική εντιμότητα. Επίσης γιατί στο πρόσωπο του Τζορτζ Σάντερς το χολιγουντιανό σινεμά βρίσκει τον κορυφαίο του είρωνα όλων των εποχών, μια ιδιοσυγκρασία που θα ζήλευε ακόμα κι ο Όσκαρ Γουάιλντ.

Τα…Όσκαρ πάντως υπέκυψαν ιστορικά. Το ρεκόρ των 14 υποψηφιοτήτων είναι ακατάρριπτο (ισοφάρισαν μόνο «Τιτανικός» και «La La Land») και υπογραμμίζει συνολική πλαστική τελειότητα, οι τέσσερεις (!) γυναικείες υποψηφιότητες επίσης, το απόγειο της αυτοκριτικής (σε μια χρονιά αγιασμένη με συνυποψήφια την – ανώτερη ακόμα! – «Λεωφόρο της Δύσεως» του Γουάιλντερ) του Χόλιγουντ δεν θα ξαναπλησιαζόταν ποτέ. Μόνο η προσωπική ευφυής εντιμότητα και το αδέκαστο θάρρος θα μπορούσαν να σφυροκοπήσουν την ματαιότητα που αστραφτοκοπά σε μια ολάκερη βιομηχανία λάμψης. Το Χόλιγουντ, γι΄αυτό και είναι ασυναγώνιστο, δεν χρειάστηκε παρά 20 χρόνια ομιλούσας «δόξας» για να συντάξει μια διαλυτική κριτική που δεν χορταίνεις να υφίσταται και να απολαμβάνεις.