12:59
13/2

Willkommen, Bienvenue, Welcome! Η γοητεία της παρακμής στο «Καμπαρέ» του Μπομπ Φόσι

Το πολιτικά, κοινωνικά, καλλιτεχνικά επίκαιρο «Καμπαρέ», ο θρίαμβος του Μπομπ Φόσι και της Λάιζα Μινέλι, τραγούδησε «Willkommen» σαν σήμερα το 1972. Παραμένει η μόνη ταινία που κέρδισε τα περισσότερα Όσκαρ (8) χωρίς όμως να πάρει και την Καλύτερη Ταινία.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Πριν όμως τα Όσκαρ, το superstardom, την Λάιζα, τον Γκρέι και τα πολύγλωσσα «καλώς ήλθατε», ας βυθιστούμε για λίγες γραμμές στην μυθική Βαϊμάρη του Μεσοπολέμου. Εκεί ξεκινά η εξωκινηματογραφική ιστορία του «Καμπαρέ» - εκεί θα εξελιχθεί και η μυθική κινηματογραφική του.

Υπήρχε κάποτε ένας τύπος, ο Κρίστοφερ Άϊσεργουντ. Άγγλος, ταξιδευτής, εκκολαπτόμενος συγγραφέας, σπουδαστής στο Corpus Christi του Κέιμπριτζ. Εκεί γνώρισε και τον Ώντεν (τον ξέρετε, τουλάχιστον, από τους «4 Γάμους και μια Κηδεία», είναι ο ποιητής της τελευταίας), ο Άϊσεργουντ ήταν και ο πρώτος κριτικός του, ο πρώτος που ενθουσιάστηκε και επηρέασε την ποίηση του.

Ο Άισεργουντ ταξίδεψε το ‘29 στο Βερολίνο για να βρει τον Ώντεν κι εκεί ξεκίνησε έναν βίο διάπυρο, που του αποκάλυψε την σεξουαλική του ταυτότητα. Μέσα στην ίδια χρονιά μετακόμισε στο Βερολίνο. Ήταν ακόμα ο καιρός που η Βαϊμάρη άκμαζε και κοσμούσε την Γερμανία. Ήταν και η εποχή που η φτώχεια βασίλευε και το αυγό του φιδιού εκκολαπτόταν. Λίγα μόλις χρόνια μετά τα… καμπαρέ θα γέμιζαν στολές και η Βαϊμάρη θα μετακόμιζε με την σειρά της, έντρομη πια, στην Αμερική πρωτίστως, ευωδιάζοντας αρχές, τέχνη (και τεχνολογία) που ως σήμερα θεωρούνται λαμπερή στιγμή του 20ου αιώνα.

Ο Άισεργουντ κατά την παραμονή του στην Βαϊμάρη διήγε βίον έκλυτο και συναρπαστικό, στην διάρκεια του οποίου γνώρισε και την Τζιν Ρος. Η οποία Τζιν είχε γνωρίσει έναν τζαζ πιανίστα ονόματι Πίτερ Βαν Άικ (αργότερα θα τον βλέπαμε ηθοποιό σε άπειρα έργα, μεταξύ των οποίων το «Μεροκάματο του Τρόμου» και ο «Κατάσκοπος που Γύρισε απ’ το Κρύο») και είχε μείνει έγκυος από αυτόν. Ο Άισεργουντ συζούσε με την Ρους όταν η τελευταία πήγε να κάνει έκτρωση το παιδί που είχε με τον Βαν Άικ, ενάντια στις επιθυμίες του. Και ο Άισεργουντ ήταν εκεί συνοδός της να αντιμετωπίζει την περιφρόνηση του προσωπικού του νοσοκομείου. Από περιστατικά σαν αυτά ξεκίνησαν ημερολόγια, διηγήματα και περιγραφές που τελικά έδωσαν τις Βερολινέζικες Ιστορίες και το Αντίο Βερολίνο στα οποία στηρίζεται το «Καμπαρέ». Η Τζιν Ρος δεν είναι άλλη από την Σάλι Μπόουλς (Λάιζα Μινέλι). Και ο ρόλος του αμφισεξουαλικού Μπράιαν Ρόμπερτς (Μάικλ Γιορκ) είναι, παραλλαγμένα, ο Άισεργουντ – που ωστόσο δυσθύμισε στον «συντηρητισμό» των δημιουργών απέναντι στην δηλωμένη ομοφυλοφιλία του.

Από τα βιβλία, το «I am Camera» του 1955 με την Τζούλι Χάρις και τον Λόρενς Χάρβεϊ (που βασίζεται στις βερολινέζικες καταγραφές του συγγραφέα) και το μιούζικαλ του Μπρόντγουεϊ «Καμπαρέ», βαστάει η σκούφια της κινηματογραφικής μεταφοράς, που κυνήγησε όσο τίποτα ο Μπομπ Φόσι στις αρχές του ’70. Με το αποτυχημένο «Sweet Charity» (1969) στην καμπούρα του, ο Φόσι χρειαζόταν το καταπληκτικό πρώτο αυτό υλικό τόσο για να επιβεβαιώσει τη μαστοριά του στο είδος, όσο και να αποτινάξει βαθμιαία τη ρετσινιά του θεατρικού σκηνοθέτη μιούζικαλ που τον βάραινε. Οι παραγωγοί, πάντως, ήθελαν τον Μπίλι Γουάιλντερ, τον Τζόζεφ Μάνκιεβιτς και τον Τζιν Κέλι. Ωστόσο ο Φόσι πήρε τη δουλειά, πήρε και την Λάιζα, που είχε κλείσει πολύ πριν, και πήγαν στην Δυτική Γερμανία για τα γυρίσματα στο στούντιο της Bavaria Film Studios.

To «Καμπαρέ» δεν είναι η ταινία που διαβάζεις το στόρι της και καταλαβαίνεις περί τίνος πρόκειται. Είναι της άλλης, ελαφρώς μαγεμένης κοπής, που η σύνοδος των αστεριών (…), το υλικό, η στιγμή και βέβαια το μουσικό/τραγουδιστικό σκέλος, τής γεννούσε συνισταμένη μεγαλύτερη των συνιστωσών της. Οπωσδήποτε είναι η Λάιζα Μινέλι. Που έφτιαξε τα μαλλιά και το μακιγιάζ της (αμφότερα Εικονικά πια) με την υψηλή βοήθεια του σπουδαίου μπαμπά της Βιντσέντε, που πήρε από τη σπουδαία μαμά της, Τζούντι, την κηδεμονία της σκηνής, του τραγουδιού, του στίχου, της κίνησης, του πλάνου.

Είναι ο Τζόελ Γκρέι, o gay μπαμπάς της Τζένιφερ Γκρέι (που ξέρετε από το «Dirty Dancing»), ο ορισμικός Master of Ceremonies -  ένας ρόλος που, λέγεται, ο Μπομπ Φόσι ήθελε για τον εαυτό του. Είναι τα τραγούδια, τα φώτα, τα στησίματα του γιγάντιου Φόσι. Είναι η απόφαση του πολιτικού υποστρώματος, η σκληρή μελαγχολία κόντρα στην αισιοδοξία του είδους. Είναι η βαριά σκιά του Ναζισμού που σιγά-σιγά απλώνεται μ’ ένα «Tomorrow Belongs to me», αμαυρώνει την αντιφατική, παρακμιακή ναι, αλλά και τόσο δημιουργική πτώση της Βαϊμάρης. Και είναι βέβαια και το «25ο κάδρο», αυτό το μυστηριώδες ανεντόπιστο αλλά υπαρκτό του θαύματος μιας μεγάλης ταινίας.

Το «Καμπαρέ» μάζεψε 10 υποψηφιότητες μετέτρεψε σε αγαλματίδια τις 8 από αυτές κι έχασε μόνο τα δύο…βασικά Ταινίας και Σεναρίου από τον ατυχώς συνυποψήφιό της «Νονό».