11:12
28/8

Ντέιβιντ Φίντσερ: O εσχατολόγος της generation X

56 ετών σήμερα ο σκηνοθέτης των «Seven», «Fight Club», «Zodiac», «Social Network» και «Gone Girl».

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Αν ρωτούσες πριν τέσσερα χρόνια εκατό σινεφίλ, οι μισοί μπορεί να σου έλεγαν πως είναι ο καλύτερος ζων Αμερικανός σκηνοθέτης αυτή τη στιγμή. Με (αυτές τις) δέκα ταινίες σε 26 χρόνια, πάντως, είναι σίγουρο πως μια γενιά θεατών τον έχει γνώμονα και έμβλημα – και μάλιστα όχι πάντα εννοώντας τα ίδια έργα.

Φυσικά, υπάρχουν και οι διϊστάμενες απόψεις, εκείνοι που βλέπουν μια διάχυτη υπερεκτίμηση, μια υπερβολική και δυσανάλογη τιμή για έναν δημιουργό που στο κάτω-κάτω τις μεγαλύτερες βραβεύσεις του τις έχει για βιντεοκλίπ (έτερη στηλίτευση αυτή από τους πολέμιους) ενώ, τον ψέγουν επίσης, για ένα ρίζωμα στην ποπ κουλτούρα, μια ανάγκη για εμπορική απήχηση που φαίνεται και από τις επιλογές των θεμάτων του.

Είναι όμως άδικοι οι επικριτές. Το αμερικάνικο σινεμά έχει ειδικό αίμα στις φλέβες του, χρειάζεται πλοκές με γερούς αφηγητές που θ’ αναδείξουν χαρακτήρα μέσα από τη δράση, την όψη και λιγότερο τον διάλογο, χρειάζεται εικονοκλάστες που αντιλαμβάνονται έννοιες μουσικές όπως αυτή του ρυθμού και του τόνου, που «ρυθμίζουν» τα έργα τους μ’ έναν τρόπο ολιστικό, ώστε να λειτουργούν σαν σύνολο, με τίμημα πολλές φορές να λογίζεται αφανής ο δημιουργός τους. Αν έχεις μάθει να βλέπεις μη αμερικανικό σινεμά, εκεί που, συχνότερα, τα σύμβολα, η εμφανής οντολογία και η εμμονή με την ερμηνεία του ηθοποιού κυβερνούν το κέντρο της εικόνας, το σινεμά του Φίντσερ μπορεί και να σου φανεί απρόσωπο, δίχως τα οξυκόρυφα του δημιουργού που σου υποδεικνύει τι να προσέξεις.

Ακριβώς το αντίθετο συμβαίνει. Το έργο του Φίντσερ είναι έργο ακραίας σκηνοθεσίας, αφομοιωμένου χιτσκοκισμού (άλλα δείχνω, άλλα λέω, τρίτα υπονοώ) που ενσωματώνει σε μια υστερικά προσεγμένη κατασκευή το πολυπόθητο νόημα. Περί του οποίου ο λόγος: Ο Φίντσερ, με τις μεταλλάξεις και τις παραμορφώσεις του, είναι πάντα ένας έντονα εσχατολογικός, μοραλίστας σκηνοθέτης, ένας δημιουργός που ηθικολογεί διερωτώμενος συνεχώς περί του ορθού και του λάθους, με εμφανείς θεολογικές ανησυχίες στην αρχή («Alien 3», «Se7en», «The Game») που σταδιακά μεταλλάσσονται και ωριμάζουν (ή απαισιοδοξούν) μέχρις ότου φτάσουν στην κατά κάποιο τρόπο «μπεργκμανική» Σιωπή του που είναι το «Zodiac», οπότε και ο Φίντσερ μοιάζει να αποδέχεται πως κάποια πράγματα είναι παντοτινά διαφεύγοντα και αναπάντητα.

Από το «Zodiac» κι έπειτα ο Φίντσερ μπαίνει σε μια νέα φάση, όχι άσχετη βέβαια με την προηγούμενη, κατά την οποία παλινδρομεί ανάμεσα στην αφ’ υψηλού, ηθικολογική κατάδειξη της φαυλότητας ανθρώπου/τεχνολογίας (στο «Social Network» κριτικάρεται το ανθρώπινο αδιέξοδο που παράγει τον τεχνολογικό κυκεώνα που εν συνεχεία βαθαίνει το ανθρώπινο αδιέξοδο…), τη run for cover επιστροφή στις ρίζες (το Netflix «Mindhunter» είναι σπονδή στη ραχοκοκκαλιά των «Se7en» και «Zodiac») καθώς και σε μια εκπληκτική διλογία πάνω στην αναζήτηση της αλήθειας με όπλο την εικόνα και την αφήγησή της. Τα «Κορίτσι με το Τατουάζ» και «Gone Girl», το πρώτο σε άπταιστη πληροφοριακή ακρίβεια και σκηνοθεσία θριαμβευτικού subtext, το δεύτερο με υπερόπλο τη σκηνοθεσία της, μυριάδων παραγόντων, αποδρώσας αλήθειας και τον, έως και μισανθρωπικό, κυνισμό των έκπτωτων σχέσεων, είναι δυο ταινίες εντυπωσιακής διαύγειας, αποκρυσταλλωμένου σε κάθε κάδρο στυλ και οριακών συνειδητοποιήσεων.

Ίσως δεν είναι τυχαίο που ανάμεσά τους ο Φίντσερ ενεπλάκη με το «House of Cards», μια τηλεοπτική σειρά κυνικού fun, πάνω στη διαπλοκή και τον αμοραλιστικό, τι άλλο, μακιαβελισμό ενός χαρακτήρα που, ηθικολογικά (γιατί άλλο ο χαρακτήρας, άλλο ο σκηνοθέτης) σε μπλέκει κοιτάζοντάς σε σε γρανάζια (και) δικής σου υπαιτιότητας.

Άφησα για το τέλος την αρχή, τα εμβληματικά ‘90ς του σκηνοθέτη. Εδώ ανέβηκαν στο λεωφορείο οι πρώτοι λάτρεις, αυτοί που θαμπώθηκαν από το φρικιαστικά επιδέξιο «Se7en», αυτήν την χωρίς προηγούμενο θεολογική παραβολή πάνω στον Άνθρωπο, τον Θεό και τον Διάβολο, και βρήκαν τον εκφραστή τους στο γενεαλογικής σημασία «Fight Club». Το τελευταίο είναι και μια καλή απόδειξη του πως μια ελαττωματική, υποστηρίζω, ταινία εξορίζει την κριτική από τον απόηχό της βασισμένη στο γκελ που κάνει η «ιδεολογία» της. Όπως και να ΄χει, το «Fight Club» είναι μια επίδειξη συναρπαστικής, ιδιαίτερα περιεκτικής κι εντελώς ε(ρε)θιστικής βιρτουοζιτέ, που δίκαια οργισμένη θαμπώνεται από το ίδιο της το κάλλος χωρίς να πολυσκέφτεται και την ευθύνη των αυτάρεσκων λεγομένων της, όντας η μοναδική, «παράταιρη» (αν και σαφώς εσχατολογική κι αυτή), υπερήφανα μηδενιστική στιγμή του σκηνοθέτη.

Σε μια πρόσφατή του συνέντευξη στο «Sight and Sound», ο Φίντσερ δήλωσε πως αν σήμερα ζητούσε από στούντιο έναν (πενιχρό) προϋπολογισμό για να γυρίσει ένα έργο σαν το «Zodiac», η απάντηση θα ήταν αρνητική. Μια ταινία μεγάλης διάρκειας, λεπτομερειακής εκζήτησης με ασαφές, ανοιχτό φινάλε, θα του έλεγαν, δεν έχει εμπορική προοπτική. Ίσως σε αυτό το εδάφιο να κρύβεται η δυσοίωνη αλήθεια πως το σινεμά που αγαπήσαμε, που κλιμακώθηκε ποικιλοτρόπως στην περασμένη δεκαετία δεν θα βρίσκει πια εύκολα (ή συστηματικά) τη θέση του στην αίθουσα. Και η οικονομική, ακριβολόγα, αυτοτελής αισθητική του κινηματογράφου θα έχει αντικατασταθεί από μια απλή τηλεόραση.

Όπως και να ‘χει το συμπαγές σώμα του σινεμά Φίντσερ- που για πρώτη φορά δεν έχει στα σκαριά επόμενη ταινία κι έχουν περάσει ήδη τέσσερα χρόνια από το «Gone Girl» – θα είναι πάντα εδώ να θυμίζει καλύτερες μέρες, πιο προπονημένων, δεκτικών θεατών και οριοθετώντας πώς το αμερικάνικο σινεμά ενηλικιώθηκε αντικρύζοντας κατάματα τις παραμέτρους της κοινωνίας που το γαλούχησε.