14:50
17/5

Ζαν Γκαμπέν: Το τέταρτο χρώμα της γαλλικής κινηματογραφικής σημαίας

Υπάρχουν εμβληματικοί Γάλλοι ηθοποιοί, προξάρχοντος του Αλέν Ντελόν, όμως αν υπάρχει ένας που προηγήθηκε και θα έλεγε κανείς όρισε ακόμα και την έννοια του ηθοποιού-συμβόλου αυτός είναι ο σαν σήμερα γεννημένος Ζαν Γκαμπέν, ο Γάλλος που υπήρξε Τζίμι Ντιν και Μάρλον Μπράντο μαζί, όταν αυτοί ήταν ακόμα παιδιά, κι έχει και μια φιλμογραφία που ελάχιστοι μπορούν να συναγωνιστούν.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Μπορεί να μην είναι εύκολο να γράφεις για έναν ηθοποιό που εκ προοιμίου γνωρίζεις πως ελάχιστους αφορά σε μια εποχή που συνειδητά και αυτοδίκαια απέχει από το σινεμά που προηγήθηκε της γενιάς της, είναι όμως το πιο ευχάριστο καθήκον απέναντι στην Τέχνη που θες να υπηρετείς. Για τον Ζαν Γκαμπέν άλλωστε, καθώς η φιλμογραφία του είναι ένας ογκόλιθος του προπολεμικού γαλλικού σινεμά, τα πράγματα είναι και αντικειμενικά εύκολα.

Βλέπεις, το παιδί που γεννήθηκε στα περίχωρα του Παρισιού και ξεκίνησε από τα χαμηλά των καμπαρέ και των λαϊκών θεάτρων μιμούμενο τον Μορίς Σεβαλιέ και παίρνοντας ρόλους που τους ανέλκυε ήδη απο τότε, έκανε το ξεκίνημά του στο βωβό σινεμά, πέρασε με άνεση στον ομιλούντα και το 1934 συνάντησε τον Ζιλιέν Ντιβιβιέ και άλλαξε η ζωή του. Ο Ντιβιβιέ, για όσους δεν γνωρίζουν, είναι ένας από τους 2-3 μέγιστους του γαλλικού σινεμά από το '30 ως το '50, γυρίζοντας και στο Χόλιγουντ κατά περίσταση, και ανήκει στην γενιά εκείνη του γαλλικού σινεμά που στηλιτεύθηκε με δριμύτητα από τη νουβέλ βαγκ. Σήμερα, καλύτερα αντέχουν οι δικές του ταινίες, παρά το 80% της ίδιας, κατά την άποψη του υπογράφοντος.

Με tον Ντιβιβιέ λοιπόν έκανε μερικά έργα εκ των οποίων το «La Bandera» τον έκανε ρομαντικό ίνδαλμα, το «La belle équipe» τον εγκαθίδρυσε περαιτέρω (και τα δύο το 1936) και το «Πεπέ λε Μοκό» τον έκανε σύμβολο εν μια νυκτί. Στο πρόσωπο του Γκαμπέν οι περιθωριακοί, ο υπόκοσμος, οι προλετάριοι, οι «αντι-ήρωες» στην νεωτερική διάλεκτο του σινεμά, είχαν βρει τον εκφραστή τους, τον επαναστάτη χωρίς αιτία αλλά με διαπιστευτήρια τόσο πειστικά (και πιεστικά) υπαρξιακά που δεν χωρούσε αμφιβολία: Ο Γκαμπέν είχε έρθει να συμβολίσει έναν κόσμο που είχε εξαιρεθεί από το σαλονάτο σινεμά εποχής και λογοτεχνικών καταβολών.

Την ίδια χρονιά ο Ρενουάρ τον θέλει στην «Μεγάλη Χίμαιρα», ασχολίαστο καθώς από τα σταθερά των λιστών με τις 10 καλύτερες ταινίες του σινεμά, ενώ την επόμενη χρονιά (1938) θα παίξει στο «Ανθρώπινο Κτήνος», ξανά του Ρενουάρ, μαζί με την Σιμόν Σιμόν που, κοίτα έναν ωραίο κύκλο, λίγα χρόνια μετά θα έπαιζε στο «Cat People» του Ζακ Τουρνέρ με τον οποίον ο Γκαμπέν είχε συνεργαστεί στις αρχές της καριέρας του. Στο «Κτήνος», πρωτονουάρ επίσης (όπως το «You Only Live Once» που αναφέραμε χθες για τον Χένρι Φόντα) βρίσκει τον Γκαμπέν να υποδύεται έναν οδηγό τρένου που έχει την φονική οργή να λυσσομανάει εντός του, σαν ένας κύριος Χάιντ που τον κατατρέχει.

Το 1938 ξανά, πρόκειται για σερί ανησυχητικά τέλειο προφανώς, ο Γκαμπέν χρίζεται πρωταγωνιστής και στο «Λιμάνι των Αποκλήρων» του Μαρσέλ Καρνέ, αυτό το ποίημα του φαταλιστικού ρεαλισμού το βυθισμένο σε ομίχλες, οριστικά ρομαντικούς πρωταγωνιστές και μαγικές νότες του Μορίς Ζομπέρ. Την επόμενη χρονιά, χωρίς έλεος, έρχεται το «Ξημερώνει», ξανά του Καρνέ, απίστευτο, ολέθριο δράμα δωματίου. Ο Γκαμπέν είναι στον θρόνο του, το Χόλιγουντ τον απαιτεί, ο μυθικός δεσμός με την Ντίτριχ είναι γεγονός.

Στην Αμερική θα κάνει το «Moontide», που το ξεκίνησε ο Φριτς Λάνγκ αλλά το σκηνοθέτησε τελικά ο Άρτσι Μάγιο, μάστορας αλλά «της σειράς» βέβαια σε σχέση με τον πρόδρομό του. Η ταινία θα αναπαραστήσει τα περιβάλλοντα ποιητικού ρεαλισμού της Γαλλίας, αλλά θα αποτύχει στα ταμεία. Ο Γκαμπέν θέλει να κάνει ταινία με την Ντίτριχ, αλλά δεν είναι ώρα ακόμα, αποτυγχάνει και το δεύτερό του στην Αμερική (το «Impostor» υπό την καθοδήγηση του Ντιβιβιέ) και παίρνει την απόφαση (γιατί πρώτα άνθρωπος και μετά ηθοποιός) να καταταγεί στους Συμμάχους (στις Δυνάμεις του Στρατηγού Ντε Γκόλ) εναντίον του Άξονα. Πολέμησε στην Βόρεια Αφρική και παρασημοφορήθηκε.

Ο κόσμος μετά τον Πόλεμο δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι ο ίδιος, η αποδραστικότητα πήγαινε δικαιολογημένα σύννεφο και ο Γκαμπέν, τυφλωμένος από έρωτα ήθελε να πραγματοποιηθεί το όνειρό του: ένα έργο με την Μαρλέν. Ο Καρνέ πρότεινε έργο, στην Ντίτριχ δεν άρεσε καθόλου το σενάριο, είχε κι έναν νομότυπο λόγο να φοβάται πως ως Γερμανίδα δεν θα καθόταν και πολύ καλά στο γαλλικό κοινό, αποσύρθηκε και τελικά ο Καρνέ με τον Γκαμπέν φτάσανε στα δικάστηρια και τερμάτισαν την σχέση τους. Τελικά το ζεύγος έκανε ένα έργο, το «Προ των Ενόρκων», δεν το ξέρεις, δικαιολογημένα αλλά και άδικα, οι δυο τους είναι έξοχοι κι ας υπολείπεται το αποτέλεσμα. Κάπου εκεί θα ολοκληρωνόταν και ο θυελλώδης δεσμός, με την Ντίτριχ στην σταδιακή της υϊοθεσία της περσόνας της διεθνούς ντίβας και τον Γκαμπέν σε ελεύθερη πτώση.

Βέβαια το «ελεύθερη πτώση» είναι και πως το ορίζει κανείς, αν είσαι θιασώτης οι πρωταγωνιστικοί του ρόλοι σε έργα με την Μισέλ Μοργκάν και την Ντανιέλ Νταριέ («Όταν η Μοίρα Προστάζει», «Ό Άντρας που Αγάπησα», αντίστοιχα) ή φυσικά «Η Ηδονή» του Οφύλς (όλα το '52) είναι έργα περιωπής και απόλαυσης. Όμως με το «Touchez pas au grisbi» (1954) του μεγάλου Ζαν Μπεκέρ, ο μεσήλικος πια Γκαμπέν μπαίνει στην νέα καριέρα που του ήτανε γραμμένη. Αυτή του αστού ηθοποιού, με το παρελθόν του δρόμου και του περιθωρίου γραμμένο στα πέτρινα χαρακτηριστικά, σ' αυτή την αναντικατασταση φυσιογνωμία που στο διαρκές της «μούτρωμα» έβρισκες όση χρειαζούμενη ανθρωπιά. Ο Γκαμπέν είναι σ' εκείνη την εκλεκτή κατηγορία των ηθοποιών που ένα ελάχιστο μειδίαμα κερδίζεται δύσκολα αλλά σημαίνει την ύπαρξη μιας ελπίδας, ενός κόσμου που πάει καλά.

Έπαιξε επίσης στο άλλο φοβερό του Ντιβιβιέ, το Voici le Temps des Assassins (ε.τ. «Να Οι Δολοφόνοι»), σε ένα «Έγκλημα και Τμωρία» – όχι τόσο καλό όμως όσο αυτός, υπήρξε επίσης ο αρχετυπικός Επιθεωρητής Μαιγκρέ σε τρία έργα, ο Ζαν Βαρζάν στους «Αθλίους» του '58 (βασική κινηματογραφική εκδοιχή του έργου, εξαιτίας του) και φυσικά μετά ήρθε το '60 και το '70 που συνέδραμε αρχιερατικά παραγωγές με τη νέα γενιά των Γάλλων ηθοποιών (ας πούμε τη «Συμμορία των Σικελών» του Βερνέιγ, την «Γάτα» με την Σινιορέ και το «Δυο Άνδρες στην Ίδια Πόλη» με τον Ντελόν σε σκηνοθεσία του σπουδαίου Ζιοβανί) που «ελεύθερη» νεοκυματισμών έβλεπε στο πρόσωπό του την γαλλική εκδοχή του εθνικού κινηματογραφικού ήρωα, την εγγενή υπαρξιακότητα που δεν δανειζόταν (αλλά επικοινωνούσε) με την μετέπειτα υπερατλαντική εκδοχή.

Ο Γκαμπέν ήταν ο πρώτος λαμπαδηδρόμος του ομιλούντος, κεντρική μορφή του ευρωπαϊκού σινεμά, σημείο πρωταγωνιστικής αναφοράς και, πέρα απ' όλα, ένας ηθοποιός απλότητας και αφτιασίδωτης δριμύτητας εκπληκτικά αποτελεσματικής. Τον θυμόμαστε πάντα.