10:59
22/2

Λουίς Μπουνιουέλ: Η σουρεαλιστική διαύγεια

Γεννιέται σαν σήμερα ο μεγαλύτερος Ισπανός σκηνοθέτης και σημείο αναφοράς του παγκόσμιου κινηματογράφου Λουίς Μπουνιουέλ, ο άπιστος κοσμοπολίτης του ογκώδους και μαζί λεπτεπίλεπτου έργου σατιρικής, και οπωσδήποτε όχι μόνο, αναφοράς.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

«Δόξα τω Θεώ, είμαι άθεος»

Ω είναι μια καταπληκτική, αξεπέραστη στη μοναδικότητά της, περίπτωση δημιουργού ο Λουίς Μπουνιουέλ. Η σημερινή γενιά, που κάνει παντιέρα την άγνοιά της αντιμετωπίζοντας το καλλιτεχνικό παρελθόν σαν κάτι άσχετο με την εξέλιξη της σκέψης/τέχνης και δημιουργίας γενικότερα, έχει συμβάλλει κεντρικά στην αποσιώπηση μεγεθών όπως ο Μπουνιουέλ, τακτοποιώντας τους μουσειακά σε ράφια δήθεν υψηλής εκτίμησης, που στην πράξη κανείς δεν επισκέπτεται, κανείς δεν ανατρέχει.

Η αλήθεια είναι διαφορετική. Ο Μπουνιουέλ ανήκει με ηγετική άνεση στην ελίτ της ιστορίας του κινηματογράφου, με έναν συνεκτικό κορμό 50χρονου έργου που περιφρονεί κανόνες και θεματικά δέοντα, μετακινούμενο από την (αθέλητη) αβάν γκαρντ και τον σουρεαλισμό στην υψηλή σάτιρα και το πάντοτε χιουμοριστικό «δράμα», που βέβαια στο σινεμά του Μπουνιουέλ δεν ποτέ ακριβώς δράμα αλλά μια σχεδόν εντομολογική («είμαι εντομολόγος», έλεγε) μελέτη της ανθρώπινης ιδιοσυγκρασίας και συμπεριφοράς.

«Αν οφείλω σε κάτι τα νεανικά μου χρόνια είναι σε μια εξιδανικευμένη μορφή βαθύτατου ερωτισμού που πήρε τη μορφή της θρησκευτικής μου πίστης και σε μια διαρκή υπόμνηση θανάτου.»

Σ’ αυτήν τη δήλωση μπορείς να βρει μια σύντομη «εξήγηση», έναν ροδανθό ας πούμε, ενός καλλιτεχνικού έργου. Μόνο που από ένα σημείο και μετά η θρησκευτική πίστη αποκαθηλώθηκε εντελώς για να πάρουν τη θέση της μια αναρχική θεώρηση των πραγμάτων (που οικειοποιήθηκε και η Αριστερά, ως ένα βαθμό με την συγκατάνευσή του, υπήρξε δηλωμένος Κομμουνιστής για ένα διάστημα), μια στέρεη κριτική απόσταση κι ένα διαρκές δάνειο από έναν ποιητικό σουρεαλισμό που από την αρχή αιμοδοτούσε το έργο του.

Μπουνιουέλ στο κέντρο, δεξιά του ο Λόρκα, άκρη αριστερά ο Νταλί

Αυτός ο σουρεαλισμός, πηγή ανεξάντλητης γοητείας εδώ που τα λέμε και μιας αναντικατάστατης αίσθησης (του φαντάσματος της) ελευθερίας στο έργο του, όρισε τα σπάργανα της εποχής του Μπουνιουέλ. Σε μια μεσοπολεμική Ισπανία ηφαιστειώδη, ο Μπουνιουέλ, ο Νταλί και ο Λόρκα (ο Μπουνιουέλ όλη του τη ζωή θρήνησε την δολοφονία του) ήταν νεαροί φίλοι που με τα ελάχιστα όρισαν την ισπανική πλευρά του σουρεαλισμού. Η σχέση του Μπουνιουέλ με τον Λόρκα ήταν σχέση πνευματικά ερωτική, με τον Νταλί το πράγμα ήταν μια ρήξη που περίμενε να εκδηλωθεί.

«Ο Ανδαλουσιανός Σκύλος» (1929) έπεσε σαν επιθετικός κεραυνός εν αιθρία σε μια εποχή βαυκαλιζόμενη με την εγκεφαλικότητα της αβάν γκαρντ της. Παρά το γεγονός του ότι σήμερα και αυτός μοιάζει προϊόν της, στην πραγματικότητα ο άκρατος φροϋδισμός, το σοκ και η ονειρική συνοχή του, απελευθέρωνε από τις συμβάσεις μιας νοοτροπίας που ήθελε να εξηγεί αιτιοκρατικά τον κόσμο, να «βγάζει νόημα και μήνυμα» από το καθετί. Παρίσι και Μαδρίτη παραμιλούσαν, ο Μπουνιουέλ, μετά από μια θητεία δίπλα στον Ζαν Επστάιν, όντας ο μόνος άλλωστε κινηματογραφιστής του κινήματος, εισερχόταν στην ομάδα του Αντρέ Μπρετόν, του σουρεαλιστή των σουρεαλιστών της μεγάλης σχολής του ’30 που απλώνονταν σ’ όλη την προπολεμική Ευρώπη.