10:37
15/7

Φρίντριχ Βίλεμ Μούρναου: Όταν ανέτελλε το σινεμά

Με αφορμή την σημερινή προβολή της «Αυγής» στο Open Air, μια κίνηση πολιτιστικού σθένους που όσοι κόπτονται για το σινεμά καλό θα ήταν να στηρίξουν, δυο λόγια, ίσως και τρία, για τον δημιουργό της, Βίλεμ Φρίντριχ Μούρναου, τον δεύτερο σπουδαιότερο Γερμανό σκηνοθέτη όλων των εποχών.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Και ο λόγος που ο Μούρναου έπεται του Φριτς Λανγκ, δεν είναι ίσως άλλος από την σύντομη ζωή του. Αν σ' εκείνη τη μοιραία διαδρομή με την νοικιασμένη Ρολς η τύχη δεν εγκατέλειπε τον Βεστφαλό δημιουργό (τύχη που φαίνεται είχε εξαντληθεί με τις ευάριθμες αεροπορικές του καταρρίψεις και πτώσεις κατά τον 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο...), μια εβδομάδα πριν το άνοιγμα του μυθικού «Τabu», ο Μούρναου ίσως ξεπερνούσε και την Αυτού Μεγαλειότητα του γερμανικού σινεμά.

Πεθαίνω κάθε ξημέρωμα: Η πρώτη «αυγή» του Μούρναου στον θρυλικό «Νοσφεράτου»

Ως εκείνη τη μοιραία στιγμή του 1931, ο Μούρναου είχε ολοκληρώσει μια παραγωγή που θα φώτιζε εσαεί τον θρύλο του, το «Νοσφεράτου» του 1922 (διαβάστε περισσότερα εδώ). Στην Γερμανία ολοκλήρωσε το συντριπτικά μεγαλύτερο κομμάτι του έργου του σε ταινίες που δυστυχώς οι περισσότερες θεωρούνται χαμένες. Πλην όμως του «Νοσφεράτου», υπάρχουν τουλάχιστον τρεις δουλειές που έστω κι αν δεν φτάνουν το μεγαλείο της γερμανικής περιόδου του Λανγκ, πιστοποιούν πως ο Μούρναου είχε χωνέψει τόσο τον Εξπρεσιονισμό (το αισθητικό ρεύμα που οφείλουμε στην προπολεμική Γερμανία) όσο και το παράγωγο Kammerspielfilm, το «έργο δωματίου», ένα υποείδος εκλεκτού και ολιγάριθμου κινηματογράφου που πληροφόρησε κάμποσο Χόλιγουντ των αρχών του ομιλούντος, το οποίο στα ρεαλιστικά του ταξικά, υπαρξιακά δράματα εξισορροπούσε την πανδαισία του εξπρεσιονισμού.

«Φάουστ», 1926

Με τον «Τελευταίο των Ανθρώπων» (1924) και πρωταγωνιστή τον Εμίλ Γιάνινγκς, ο Μούρναου έφτανε το βωβό σινεμά στα εκφραστικά του ύψη. «Ο Ταρτούφος», σε φωτογραφία του πρωτοπόρου Καρλ Φρόιντ (ο σκηνοθέτης της «Μούμιας» και του αδαμάντινου «Mad Love»!) και πολύ περισσότερο ο «Φάουστ» (1926, στον οποίον παίζει και ο μετέπειτα αξιολογότατος στυλίστας Γουίλιαμ Ντίτερλε που θα έκανε σκηνοθετική καριέρα στο Χόλιγουντ κι έχει γενέθλια σαν σήμερα), θα ήταν το διαβατήριο για την Μέκκα του σινεμά. Η πυκνότητα, η ελάχιστη εναπόθεση σε μεσότιτλους (άρα διάλογο) και η πλαστικότητα των ιστορικά και μόνο πρώιμων αυτών δημιουργιών, σημειώνουν την εκφραστική ακμή του βωβού και την πιστοποίηση πως ο Μούρναου προλόγιζε την μέγιστη αισθητική κατάθεση που θα ερχόταν στην επόμενη, πρώτη του, χολιγουντιανή χρονιά.

«Ο Τελευταίος των Ανθρώπων», 1924

Με την «Αυγή» το σινεμά φτάνει σε μια πληρότητα εξαντλητική για την βωβή περίοδο. Η αισθητική αυτάρκεια των πλάνων, η αρμονική και νοηματική τελειότητα του ντεκουπάζ (της παράταξης των πλάνων δηλαδή), η αφήγηση τη ιστορίας, τα φωτογραφικά εφέ και ο αισθηματικός αντίκτυπος της ιστορίας συνιστούν μια απαράμιλλη κινηματογραφική στιγμή. Χρειάζεται ο «άλλος θεατής» ασφαλώς για να ψηλαφηθεί το μεγαλείο αυτό, η προσοχή, το δόσιμο και η αποπομπή της «λέρας» ενός σύγχρονου σινεμά γεμάτου αχρείαστα πλάνα, βροντώδες μοντάζ, άχρηστα πλάνα και «ρεαλιστικό» εντυπωσιασμό. Η «Αυγή» συντρίβει την σημερινή φθήνια αλλά πρέπει να της δοθείς. Τότε και μόνο τότε θα σου ανταποδώσει. Στα πρώτα Όσκαρ, του 1929, θα κέρδιζε, εξ ημισείας με το «Wings», το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας, την Φωτογραφία και τον Α' Γυναικείο.

«Αυγή», 1927

Μετά την «Αυγή» ο Μούρναου έκανε τρία μόνο έργα. Ένα «συμπληρωματικό» («4 Devils», με την Τζάνετ Γκέινορ - της «Αυγής» και του πρώτου «Ένα Αστέρι Γεννιέται»), ένα γερό (το «City Girl», ρωτήστε τον Μάλικ να σας πει γιατί ξεκίνησε το σινεμά) και ένα φρικτά θαυμάσιο («φρικτά» γιατί ήταν το τελευταίο), το «Tabu» που το ξεκίνησε με τον Φλάερτυ (της φήμης του «Νανούκ του Βορρά»!), μετά τα σπάσανε, το γύρισε ολόκληρο στα Μπόρα-Μπόρα με ερασιτέχνες ηθοποιούς και είναι ένα docudrama τόσο εξωφρενικά πρωτοπόρο, τόσο αισθητικά περίλαμπρο που μόνο να εικάσεις προς τα που θα πήγαινε μετά αυτός ο ανήσυχος άνθρωπος μπορείς.

Το δυστύχημα όμως θα έκοβε το νήμα της ζωής του, πριν καν κλείσει τα 43 του χρόνια. Στην κηδεία του ο Φλάερτυ, ο Λανγκ, η Γκάρμπο θα ήταν μερικοί από τους λιγοστούς που θα απέτιαν φόρο τιμής σ' έναν από τους πιο ρηξικέλευθους ανθρώπους του σινεμά.