23:04
22/11

Essential Cinema #26: «Η Εκδίκηση Είναι Δική Μου» (1961) του Μάρλον Μπράντο

Το cinemagazine συγκεντρώνει μερικές από τις κορυφαίες ταινίες που έγιναν ποτέ και γράφει αναλυτικά γι' αυτές.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Είναι κάποιες ταινίες στην ιστορία του σινεμά που έχουν κατακτημένη μια μυθική διάσταση – για διαφορετικούς λόγους η καθεμιά. Το «Fear and Desire» του Κιούμπρικ, ο «Δον Κιχώτης» κι οι «Άμπερσονς» του Ουέλς, το «London After Midnight» του Μπράουνινγκ, το «Μετρόπολις» του Λανγκ, ο δεύτερος «Ιβάν» και το «Que Viva Mexico!» του Αϊζενστάιν και κάμποσες ακόμη. Το «One-Eyed Jacks» είναι μια απ’ αυτές. Και η δυνατότητα πια να το βλέπουμε, για πρώτη φορά από το 1961, αποκατεστημένο σε όλη του την αρχική δόξα, είναι μια ιστορική στιγμή για τους λάτρεις.

Το «One-Eyed Jacks» είναι η μοναδική ταινία που σκηνοθέτησε ο Μάρλον Μπράντο, είναι η παραγωγή που έβαλε κάτι νεαρούς ονόματι Πέκινπα και Κιούμπρικ να κάνουν δουλειά, να γράψουν σενάριο, να δουλέψουν σκηνοθετικά (και απολύθηκαν γιατί ο Μπράντο δεν τους ήθελε), είναι ένα έργο που έκανε σχεδόν δυο χρόνια να γυριστεί γιατί ο Μπράντο ήξερε τι ήθελε αλλά δεν ήξερε πως θα το κάνει, πέρασε σαράντα κύματα και έξι εκατομμύρια δολάρια για να ολοκληρωθεί και πάλι αυτό συνέβη μόνο όταν η Paramount βούτηξε το έργο απ’ τα χέρια του πρωταγωνιστή/σκηνοθέτη και το ‘φτασε απ’ τις πέντε ώρες στις δύο!

Το αποτέλεσμα, κλασσικά, δεν ικανοποιεί τον Μπράντο (αν και αν το άφηνε στις πέντε ώρες θα είχε προηγούμενο η «υπόθεση Πύλη της Δύσεως» και η United Artists θα είχε σωθεί), όμως, αν υπάρχει κάποια σύγκριση και προσπαθώντας να μην αυθαιρετώ (και τόσο), το «One-Eyed Jacks» ευτυχεί περισσότερο συγκριτικά με τους «Υπέροχους Άμπερσονς» για παράδειγμα. Διότι, τελικά, τούτο δω αστραποβολεί ακόμα και πάντα σαν ένα sui generis έργο, ένα γουέστερν που δεν μοιάζει με κανένα προηγούμενο και, στ’ αλήθεια, κανένα επόμενο – αν και το σπαγγέτι, ο αναθεωρητικός μηδενισμός του Πέκινπα και τα (σοβαρά, δεν είναι πολλά) γουέστερν που ακολούθησαν του χρωστούν εντελώς την ύπαρξή τους.

Πως όμως περιγράφεις το «One-Eyed Jacks»; Εκτιμώ αποφεύγοντας, κατά βάση, την κλασσικότροπη κριτική προσέγγιση που βλέπει χαρακτήρες, σύμβολα, φυλετικότητα και φροϋδισμό. Όχι πως όλα τους δεν είναι εδώ: Με χαρακτήρες που γυροφέρνουν διαρκώς ονοματισμένοι Dad, Kid, Mama – ενώ, εντυπωσιακά, καμία βιολογία δεν τους συνδέει, με την σεξουαλική επίθεση στην κόρη του συμβολικού του πατέρα, με την τολμηρή καταγραφή των Μεξικάνων σαν ηθικά ανώτερων των Λευκών αλλά και του κόσμου των γυναικών σαν κόσμου δημιουργίας, άνοιξης, πίστης και αγάπης (αντίθετα με τον εκδικητικό, καταστροφικό κόσμο των αρσενικών), το «One-Eyed Jacks» είναι ένα τέλειο προπύργιο του ’60 και των δικαιωμάτων που κατέφθαναν, μια έντιμη συνέχεια του επαναστατικού (με και χωρίς αιτία) κινηματογραφικού ανθρωπότυπου του Μπράντο, αλλά κι ένας ορθός αναθεωρητισμός του είδους του γουέστερν (όχι «Brokeback Mountain» ειδολογικές προβοκάτσιες δηλαδή) που ιστοριογραφεί ρεαλιστικά την ανθρωπογεωγραφία του είδους που εξιστόρησε την δημιουργία της Αμερικής.

Στους χαρακτήρες του το έργο, ήδη από τον τίτλο του, αφιερώνεται στην αποηρωοποιημένη καταγγελία ενός κόσμου μονόφθαλμων ανδρών, τόσο γιατί είναι ηθικά μονόφθαλμοι όσο και γιατί διατηρούν αόρατη την μια (και σκοτεινή) τους όψη, διοικώντας (Μάλντεν) ή απειλώντας (Μπράντο) την κοινωνική ευημερία, την πρόοδο του συνόλου, με κρυμμένη ατζέντα τις προσωπικές τους αδυναμίες και το άραχλο παρελθόν. Ήδη απ’ αυτά ξέρεις πως έχεις να κάνεις με σημαντικό έργο, όπως ξέρεις επίσης από την έκβαση ποιες ήταν οι βασικές διαφωνίες του Μπράντο με το cut της Paramount.

Όμως το «One-Eyed Jacks» απογειώνεται από την ιδιοσυστασία της κατασκευής του. Όχι τόσο από το ότι στα σπάργανά του υπάρχει η σκοτεινή ιστορία που χρόνια αργότερα ο Πέκινπα θα παρέδιδε το «Pat Garrett and Billy the Kid» του. Μα απ’ το γεγονός πως ο ίδιος ο Μπράντο, η ηφαιστειώδης ψυχή αυτού του έργου, στα μόλις 34 του, διαισθάνεται ήδη πως η καριέρα του στα τέλη του ’50 βρίσκεται σε μια ανεξέλεγκτη πτώση. Αυτό που στην αρχή του έκανε όλο τον κόσμο του σινεμά και του θεάτρου να παραμιλά, είχε αρχίσει να «εκπολιτίζεται» μέσα από παραγωγές του συστήματος, μέτριες ταινίες, που χαλιναγωγούσαν αυτό που δεν μπορούσαν αλλιώς να ελέγξουν, μετατρέποντάς το σ’ έναν ηθοποιό του payroll, έναν καλλιτέχνη σβησμένης φωτιάς και στρογγυλεμένων γωνιών. Ο Μπράντο εκεί στο ’58-‘59 περνά την κρίση που κάθε σοβαρός ηθοποιός περνά, της κρίση μιας επιλογής, καριέρας, δουλειάς ή αυθεντικότητας. Και η απάντησή του, για τελευταία φορά στην ουσία (η βιομηχανία δεν ηττάται, χάνει αλλά δεν ηττάται), ήταν η πλήρης εκμετάλλευση του ονόματός του για την δημιουργία του «One-Eyed Jacks».

Όμως ο Μπράντο δεν ήταν σκηνοθέτης. Έτσι, την στωικότητα του παιξίματός του (με τους ακριβοθώρητους κεραυνοβολισμούς), την διαχείριση των χρόνων, την αποθέωση των στιγμών ανάμεσα στην πλοκή, πριν τη δράση και μετά τον διάλογο, όλα εκείνα δηλαδή που τον κάνουν τον μοναδικό κατ’ εξακολούθηση μεγάλο ηθοποιό του σινεμά, προσπάθησε να τα περάσει στην σκηνοθεσία του. Που, βέβαια, δεν γίνεται έτσι, όχι την εποχή της πρυτανείας των στούντιο. Η μαεστρία των αξεπέραστων δημιουργών που δούλεψαν στο στουντιακό σύστημα (του Χίτσκοκ, του Φορντ, του Λανγκ, του Γουώλς, του Τουρνέρ, του Σιόντμακ, του Γουάιλερ, του Χοκς, η λίστα είναι, ευτυχώς, μεγάλη) ήταν πως μπορούσαν να κάνουν στακάτα τη δουλειά τους εν μέσω πλήθους περιορισμών κι έβγαλαν σπουδαία έργα. Όμως αυτό έγινε μέσα από πολλές-πολλές ταινίες, μέσα από μια διαρκή προσπάθεια αποκρυστάλλωσης του τρόπου δουλειάς και του καλλιτεχνικού στυλ. Ο Μπράντο ήταν πρωτάρης. Κι είχε μια ταινία μπροστά του να μάθει αυτό που άλλοι μάθαιναν επί χρόνια.

Η ταινία έκανε δυο χρόνια να ολοκληρωθεί (ο φωτογράφος του έργου, ο σπουδαίος Τσαρλς Λανγκ, έκανε μετά τους «Επτά Υπέροχους» που διανεμήθηκαν πριν το «One-Eyed Jacks»!!) γιατί ο Μπράντο γύριζε επανειλημμένα σκηνές, περίμενε τον αέρα να φυσήξει και τη θάλασσα να βγάλει της σωστής δραματικότητας κύματα (είναι όμως τόσο ανεκτίμητο να βλέπεις έναν πραγματικό καιρό σε μια ταινία, αυτό το σινεμά μόνο κατά περίπτωση θα το ξαναδούμε), γιατί δεν μπορούσε να διαλέξει ταχέως τι ακριβώς και πως ήθελε να το καδράρει. Όλη του η αυτοσχεδιαστικότητα ως ηθοποιού, τον ακολουθούσε και τώρα.

Κι όμως. Ακόμα και μέσα σ’ αυτό το νέφος της αναποφασιστικότητας, το «One-Eyed Jacks» ανταυγάζει. Μια τελειότητα διαλεκτική ανάμεσα στον επιφανειακά στωικό ρυθμό και τους χαρακτήρες που βράζουν στην κακοήθειά τους. Μια ανατολίτικη, «ιαπωνική» ηρεμία εκφυλίζεται στοχευμένα σε μια μονομαχία, ένα πιστολίδι ή ένα τραπέζι που εκσφενδονίζεται σαν χάρτινο στο βάθος του στούντιο (μα τι απίστευτη σκηνή ρωμαλέας προσήλωσης κι αυτή..). Ένας σαιξπηρικός αέρας, μ’ έναν Μπράντο προκλητικά μοντέρνο, σκεφτικό, σκυθρωπό, με χαμηλωμένο κεφάλι, σχεδόν να ποζάρει Αμλετικά, πνέει ανακουφιστικά μέσα απ’ την ιστορία και το επαπειλούμενό της αιματοκύλισμα αλλά και τραγωδιακά γύρω από δύο αρσενικούς χαρακτήρες που ζουν κρύβοντας τη μανία τους στο μάτι που δεν φαίνεται. Μια εικαστική επιμέλεια τρομερή, χαρίζει μια όψη γουέστερν εντελώς ασυνήθιστη (έτσι κι αλλιώς γουέστερν με θάλασσα είναι ελάχιστα) που θα την έλεγες βιβλική (γιατί σε βοηθά κι η ιστορία), είναι όμως και βαθύτερα, καθώς χαραγμένη στην όψη ενός έργου (Παλαιό)διαθηκικού στην διαδρομή του να γίνει Καινό, να γίνει λυτρωτικό – κι ας αποτύχει -, όπως το ήθελε αρχικά ο Μπράντο.

Τελικά όμως το «One-Eyed Jacks» δεν είναι παρά κάτι διαφεύγον, εκείνο που θα ‘λεγες «ταινία 25ου κάδρου», κάτι ανάμεσα στις όψεις και τα λεχθέντα του, κάτι στις ελλείψεις, τους ρυθμούς και τις αρρυθμίες του, κάτι στα ανείπωτα. Ένα γουέστερν σαν το «Shane», μυθικό και άριστο σε όλα, δεν έχει τίποτα αξιαγάπητο (εκτός ίσως από εκείνα τα βιβλικά όρη στο φόντο του τώρα που το θυμάμαι…) κι ας το θαυμάζεις ατελείωτα. Όμως ένα έργο σαν το «One-Eyed Jacks», μυθικό για άλλο λόγο, και καθόλου άριστο, είναι αυτό που αγαπάς. Κι αυτό που τελικά καλωσορίζουμε πια σήμερα, στην καλλιτεχνική (κι ερωτική, λίγο φετιχισμό χρειάζεται) του αρτιμέλεια, 57 ολόκληρα χρόνια μετά, με όλη του την ασωτία της έπαρσης κι όλο του το υπέροχο, αδιάδεχτο, θράσος. 

Η ΕΚΔΙΚΗΣΗ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΗ ΜΟΥ (ONE-EYED JACKS)
ΗΠΑ, 1961
Σκηνοθεσία
: Μάρλον Μπράντο, Σενάριο: Κάλντερ Γουίλινγχαμ, Γκάι Τρόσπερ, Φωτογραφία: Τσαρλς Λανγκ, Μουσική: Χιούγκο Φρίντχοφερ, Πρωταγωνιστούν: Μάρλον Μπράντο, Καρλ Μάλντεν, Κέτι Χουράδο, Σλιμ Πίκενς, Διάρκεια: 141'