8:38
7/6

Οταν το σινεμά «βγήκε» από τη ντουλάπα: H queer πλευρά του κινηματογραφικού ερωτισμού

Στον πυρετό του μελοδράματος

Στην υπόλοιπη Ευρώπη, δύο σκηνοθέτες θα σημάδευαν το σινεμά με τις queer ευαισθησίες τους και τη βαθιά αγάπη τους για το αμερικανικό σινεμά και κυρίως για τα μελαγχολικά μελοδράματά του, όπως αυτά του Ντάγκλας Σερκ, που θα διαπερνούσαν σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό το σύνολο του έργου τους: ο Ράινερ Βέρνερ Φασμπέντερ και ο Πέδρο Αλμοδόβαρ.

Εχοντας σκηνοθετήσει περίπου σαράντα ταινίες για το σινεμά και την τηλεόραση, στοιχειωμένες συχνά από έρωτες χωρίς ανταπόκριση κι από μελαγχολικούς χαρακτήρες που αντανακλούσαν τη δική του ψυχολογία, ο Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ θα παρέδιδε τις δύο πιο ερωτικές του ταινίες με διαφορά δέκα ετών μεταξύ τους. Η πρώτη, «Τα Πικρά Δάκρυα της Πέτρα φον Καντ» («Die Bitteren Tränen der Petra von Kant», 1972), που περιγράφει το βασανισμένο ρομάντζο ανάμεσα σε μια αλαζονική σχεδιάστρια μόδας και μια γοητευτική ενζενί, ήταν εμπνευσμένη από την απεγνωσμένη ερωτική εμμονή του ίδιου του σκηνοθέτη για έναν νεαρό ηθοποιό και αντλεί τον αισθησιασμό της όχι από τα γυμνά κορμιά των ηρωίδων, αλλά από την οδυνηρή αίσθηση προσμονής που χαρακτηρίζει τη σχέση τους και τον αισθητικά εξεζητημένο αλλά ασφυκτικό διάκοσμο που τις περιβάλλει.

Η δεύτερη, που θα αποτελούσε και το κύκνειο άσμα του, καθώς ο Φαμπίντερ θα πέθαινε από υπερβολική δόση πριν καλά καλά ολοκληρώσει το μοντάζ της, δεν είναι άλλη από τον αμφιλεγόμενο «Καυγατζή» («Querelle», 1982). Βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Ζαν Ζενέ, η ταινία εκτυλίσσεται σχεδόν εξολοκλήρου σε ένα μπουρδέλο στο λιμάνι της Βρέστης και εξελίσσεται ως ένα μηδενιστικό γαϊτανάκι ιδρωμένων σεξουαλικών συνευρέσεων με επίκεντρο έναν ναύτη που αποτελεί αντικείμενο του πόθου σχεδόν όλων των παρακμιακών θαμώνων. Με ένα ολότελα τεχνητό σκηνικό, λουσμένο στα σουρεαλιστικά κοκκινοπορτοκαλί χρώματα ενός αιώνιου ηλιοβασιλέματος και ένα ντελίριο φετιχιστικής εικονογραφίας, από το φανελάκι και τα ναυτικά ρούχα του πρωταγωνιστή Μπραντ Ντέιβις μέχρι τα ποικίλα φαλλικά αντικείμενα, ο «Καυγατζής» μοιάζει με το νόθο τέκνο του αβανγκαρντίστα Κένεθ Ανγκερ και του καρτουνίστα Tom of Finland. Ενα φιλμ που ερεθίζει και προκαλεί αποστροφή ταυτόχρονα (κατόρθωμα ανάλογο, ίσως, μονάχα με αυτό που πέτυχε ο Γουίλιαμ Φρίντκιν το 1980, με το «Ψωνιστήρι» του), ιδανικό φιναλέ στην πληθωρική καριέρα ενός δημιουργού που δεν σταμάτησε ποτέ να παλεύει με τους δαίμονές του.

Coming out

Παρά τις όποιες φιλότιμες προσπάθειες στο ενδιάμεσο, πάντως, θα χρειαζόταν να έρθει η δεκαετία του ’80 και η έκρηξη του ανεξάρτητου κινηματογράφου, για να αρχίσει πια το αμερικανικό σινεμά να αντιμετωπίζει τον ερωτισμό μεταξύ ατόμων του ίδιου φύλου με έναν πιο άμεσο και απενοχοποιημένο τρόπο, έχοντας παράλληλα να αντιμετωπίσει την έξαρση του AIDS. Γεφυρώνοντας το χάσμα ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν, ο Γκας Βαν Σαντ, με το ασπρόμαυρο, low budget «Mala Noche» (1986), θα περιέγραφε μεν έναν ανεκπλήρωτο έρωτα, όμως ο διάχυτος ερωτισμός του θα σηματοδοτούσε έναν προπομπό του νέου queer cinema, κάτι που θα συνέχιζε και με το «Δικό Μου Αϊνταχο» («My Own Private Idaho», 1991), το ονειρικό οδοιπορικό δύο νεαρών hustler προς ένα αβέβαιο μέλλον.

Πιο επιθετικός, ο Γκρεγκ Αράκι θα εκπροσωπούσε την πιο οργισμένη, πανηδονιστική φωνή του κινήματος, με μια σειρά ταινιών που θα ξεκινούσε με το «Three Bewildered People in the Night» (1987) και θα συνεχιζόταν, τη δεκαετία του ’90, με ταινίες όπως τα «The Living End» (1992) και «Totally F***ed Up» (1993), για να κορυφωθεί με το «The Doom Generation» (1995) σε μια αμφισεξουαλική έκρηξη βίας, σεξ και κακού γούστου, ένα trash road movie με χαλασμένα φρένα. Επειτα από αυτό το ζενίθ εκκεντρικότητας, ο Αράκι θα κατέβαζε τους τόνους, δεν θα σταματούσε ωστόσο ποτέ να εξερευνά την queer σεξουαλικότητα, χρησιμοποιώντας ενίοτε δάνεια από το σινεμά φαντασία ως μεταφορές για το τέλος της αθωότητας και τη σεξουαλική ενηλικίωση («Mysterious Skin» – 2004, «Kaboom» – 2010).

Εξίσου σημαντική φυσιογνωμία του νέου queer cinema, ο Τοντ Χέινς θα αποδεικνυόταν λιγότερο γραφικός στην απεικόνιση του ερωτισμού με την εξαίρεση του «Poison» (1991), μιας ταινίας ξεκάθαρα εμπνευσμένης από τον Ζενέ, και της ασυγκράτητης glam rock πανδαισίας σεξουαλικών πειραματισμών του «Velvet Goldmine» (1998), που θα καθρέφτιζε τις πραγματικές σχέσεις μεταξύ Ντέιβιντ Μπόουι, Λου Ριντ και Ιγκι Ποπ. Ακόμα πιο σημαντικό, ωστόσο, ήταν ότι το ανεξάρτητο αμερικανικό σινεμά θα αποτολμούσε και μια διερεύνηση του λεσβιακού ερωτισμού, που –με ελάχιστες εξαιρέσεις– είχε δεινοπαθήσει στο σινεμά, κυρίως μέσα από το ηδονοβλεπτικό πρίσμα των φτιαγμένων από άνδρες και για άνδρες exploitation ταινιών της δεκαετίας του ’70. Αναμενόμενα λιγότερο αποκαλυπτικές από τους softcore προκατόχους τους, όσον αφορά την έκταση της γυμνής σάρκας, αλλά πιο ρεαλιστικές και συναισθηματικά ολοκληρωμένες, ταινίες όπως τα «Desert Hearts» (1985) της Ντόνα Ντιτς, «Go Fish» (1994) της Ρόουζ Τροσέ και «High Art» της Λίσα Τσολοντένκο, θα έδιναν επιτέλους την πολυπόθητη γυναικεία ματιά πάνω στον λεσβιακό έρωτα, έξι ολόκληρες δεκαετίες μετά τον πρωτοποριακό πρόγονο του είδους, το γερμανικό «Mädchen in Uniform» (1931) της Λεοντίν Σαγκάν. Την ίδια περίπου περίοδο, το νεο-νουάρ «Παράνομα Δεμένες» («Bound», 1996) των αδελφών Γουατσόφσκι θα παρέδιδε την καυτή συνεύρεση δύο μεταμοντέρνων μοιραίων γυναικών που ανατρέπουν το ανδροκρατούμενο κατεστημένο του είδους.

Σήμερα, το σινεμά φαίνεται να έχει πλέον διανύσει μια τεράστια απόσταση, φτάνοντας πλέον να εξερευνήσει τη σε μεγάλο βαθμό αγνοημένη σεξουαλικότητα transgender ατόμων σε ταινίες όπως το «Boys Don’t Cry» (1999) της Κίμπερλι Πιρς ή το «Hedwig and the Angry Inch» (2001) του Τζον Κάμερον Μίτσελ, με φιλμ όπως τα προαναφερθέντα «Brokeback Mountain» (2005) του Ανγκ Λι, «Carol» (2015) του Τοντ Χέινς, «Moonlight» του Μπάρι Τζένκινς, «Να με Φωνάζεις με τ' Όνομά σου» του Λούκα Γκουαντανίνο να προσελκύουν μεγάλους σταρ του Χόλιγουντ και να αλώνουν τον συντηρητικό χώρο των Οσκαρ, και άλλα με ρεαλιστικότατες σκηνές σεξ, όπως το «Shortbus» (2006), επίσης του Μίτσελ, η «Ζωή της Αντέλ» (2013) του Αμπντελατίφ Κεσίς και το «L’Inconnu du Lac» (2013) του Αλέν Γκιροντί, να μονοπωλούν το ενδιαφέρον στα μεγάλα διεθνή φεστιβάλ. Ακόμα κι έτσι, όμως, η ανάγκη για «ανοιχτόμυαλες» ταινίες παραμένει πιο ζωντανή από ποτέ.