13:22
21/2

Σαμ Πέκινπα: Γεννημένος για την (αυτο)καταστροφή

Με μερικούς ανθρώπους ισχύει εκείνο που έλεγε ο Νίκολας Κέιτζ στην αρχή του «Αφήνοντας το Λας Βέγκας»: «Δεν ξέρω αν άρχισα να πίνω γιατί η γυναίκα μου με παράτησε ή η γυναίκα μου με παράτησε επειδή άρχισα να πίνω». Όχι πως έχει τελικά σημασία. Αλλά να, ήταν μια τρομερή περίπτωση ο σαν σήμερα γεννημένος «αιματοβαμμένος Σαμ». Και τον θυμόμαστε πάντα.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Ο Πέκινπα κρατούσε από γερμανική καταγωγή και οι πρόγονοί του μετανάστευσαν στην Αμερική στα μέσα του 19ου αιώνα. Στον ίδιο άρεσε να λέει πως έτρεχε ινδιάνικο αίμα στις φλέβες του, γεγονός που δεν έχει αποδειχθεί και αντιλέγεται από επιζώντες της οικογένειας. Ωστόσο γεννήθηκε στην Καλιφόρνια, την καρδιά της χώρας του γουέστερν που αναμφίβολα επηρέασε την σκηνοθετική ματιά του.

Άλλος παράγοντας που επέδρασε αποφασιστικά στην δημιουργική του πλευρά ήταν η κατάταξή του στους Πεζοναύτες κατά την διάρκεια του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου. Δεν ενεπλάκη σε πολεμικές επιχειρήσεις, υπήρξε όμως μάρτυρας ακραίων περιστατικών ανάμεσα σε Κινέζους και Ιάπωνες στρατιώτες, καθώς είχε σταλεί στην Κίνα για να επιβλέψει την παράδοση των Ιαπώνων και την επιστροφή στη χώρα τους.

Με το σινεμά ο Πέκινπα ήρθε σε επαφή από τις αρχές του '50 καθώς υπήρξε σε αρκετές ταινίες βοηθός σκηνοθέτη του Ντον Σίγκελ (ο σωστός δάσκαλος, αν ρωτάς), προεξαρχόντων του «Riot in Cell Block 11», του «Private Hell 36» και του κλασικού «Invasion of the Body Snatchers». Από τις 14 ταινίες που σκηνοθέτησε διαλέγουμε τέσσερεις αντιπροσωπευτικές ενός ωραίου, άνισου για τους «αντικειμενικούς», έργου που σφραγίζουν μια από τις πιο ιδιοσυγκρασιακές φιλμογραφίες της αμερικανικής ιστορίας και που σήμερα, χωρίς περιστροφές, πιθανόν δεν θα είχε περάσει τις δυο-τρεις πρώτες ταινίες του, η τρέχουσα αναθεώρηση θα τον είχε βάλει να ψάχνει για δουλειά.

«Ride the High Country» (1962)
Η δεύτερη ταινία του Πέκινπα, η πρώτη όμως στην οποία είχε έναν υψηλό έλεγχο στην δημιουργία της, σπάνια στη συνέχεια απόλαυσε κάτι τέτοιο, μοιάζει με τελευταία ταινία φτασμένου σκηνοθέτη. Ραψωδιακό είναι η λέξη που περιγράφει ένα γουέστερν γεμάτο δύσεις, πλημμυρισμένο από γηρατειά παρηκμασμένων πιστολάδων σε αναζήτηση μιας λύτρωσης. Εδώ συνευρίσκονται πολλά από τα αγαπημένα θέματα του Πέκινπα, η προσπάθεια να διατηρήσεις τις αρχές σου σ' έναν κόσμο άναρχο, η έννοια του δικαίου σαν ενστίκτου που υπάρχει βαθιά ριζωμένο μέσα στον άνθρωπο, ο κόσμος που αλλάζει συμπαρασύροντας μια εποχή που νοσταλγείται σχεδόν εκστατικά.

«Άγρια Συμμορία» (1969)
Η κατά κανόνα θεωρούμενη ως καλύτερη ταινία του και οπωσδήποτε η διασημότερή του (αν και όχι η εμπορικότερη, αυτή είναι το «Convoy»), είναι ένα ολόψυχα μοντέρνο γουέστερν, όχι όμως γιατί σκοπεύει σε κάτι τέτοιο, αλλά γιατί το ζώνει απ' όλες τις μεριές η θλίψη των εποχών που άλλαξαν. Έτσι η «Άγρια Συμμορία» είναι ένα έπος εθελουσίας εξόδου από τη ζωή, μια «αυτοκτονία γουέστερν», σφραγισμένη από την τελική αιματοβαμμένη σεκάνς που δίκαια, λόγω ρυθμού, ντεκουπάζ, εικονογραφίας και θέματος, ανήκει στις μεγαλύτερες στιγμές του σινεμά.

«Αδέσποτα Σκυλιά» (1971)
Ως τότε ο Πέκινπα έχει ήδη αναπτύξει τη φήμη ενός καυγατζή σκηνοθέτη, που πίνει, παίρνει ναρκωτικά, φωνάζει, κακομεταχειρίζεται, απολύει, καθυστερεί γυρίσματα και υπερβαίνει προϋπολογισμούς. Είναι ένας σκηνοθέτης που γυρίζει ταινίες που αντιμετωπίζονται συνηθέστερα εχθρικά, που σφαγιάζονται από παραγωγούς (που στην συνέχεια δεν τον θέλουν να ξαναδουλέψει γι΄αυτούς) κι όμως, περιέργως (;) βρίσκουν πάντοτε ένα μικρό κοινό που τις ακολουθεί με κατάνυξη.
Όταν έρχονται τα «Αδέσποτα Σκυλιά» ο Πέκινπα βρίσκει καταφύγιο στην Αγγλία για τα γυρίσματα της παραγωγής. Και το αποτέλεσμα θα συγκλονίσει, θα σοκάρει και θα μπλοκάρει εντυπωσιακά την εποχή (και μεγάλο μέρος της κριτικής) που είδε στο ανήμερο φιλμάρισμα και την ανυποχώρητη σκοταδοψυχία ενός σκηνοθέτη σε ελεύθερη πτώση, αντιδραστισμό, κανιβαλιστικότητα ακόμα και σφοδρό μισογυνισμό στην περίφημη και περίπλοκη σκηνή του βιασμού. Όμως αν δεν ήταν αυτή η σφοδρότητα, τότε το παροξυσμικό φινάλε θα έχανε όλη του την ένταση και σημασία – καθώς και την χρόνια ταλαιπωρία του με την λογοκρισία. Απαραίτητο.

«Pat Garrett and Billy the Kid» (1973)
Στα 1973 είμαστε πια σε μια εποχή που το ρολόι χρονομετρά εμφανώς αντίστροφα για τον Σαμ Πέκινπα. Η ζωή του είναι μια σειρά καταστροφών, λογομαχιών, καυγάδων με τα στούντιο, κομμένων ταινιών. Σε τούτο οι ιστορίες είναι τόσες πολλές, ο αλκοολισμός του Πέκινπα τόσο προχωρημένος (οι φήμες λένε πως δεν ήταν καν κατανοητός στην ομιλία του παραπάνω από λίγες ώρες την ημέρα) που απορείς, όπως με πολλά έργα του, όχι μόνο πως ολοκληρώθηκε αλλά κυρίως πως είναι δυνατόν να είναι τόσο αντιπροσωπευτικό μιας υπαρξιακής κατάστασης.
Οι παραγωγοί το διέλυσαν στο μοντάζ, ο Πέκινπα (λέει ο Κριστόφερσον) κατούρησε την οθόνη της προβολής μόλις το είδε, κι όμως... Βλέποντάς το, ειδικά στην βερσιόν κοντύτερα στις προθέσεις του σκηνοθέτη, βλέπεις την τελευταία ανταύγεια ολόκληρου του κινηματογραφημένου γουέστερν, νεκροζώντανους ήρωες στο τελευταίο τους ηλιοβασίλεμα, ανθρώπους που δεν φοβούνται τον θάνατο αλλά δεν γουστάρουν και να πεθάνουν (κι ο Πέκινπα ξέρει καλά αυτή την απόσταση), ακούς Ντίλαν (τον βλέπεις κιόλας σ' ένα μικρό ρόλο) να απηχεί το όραμα (εδώ το Knocking on Heaven's Door ενημερώνουμε), αναπνέεις τον αέρα της ελεγείας και του θρήνου σε χαμένους ορίζοντες και ποιητικές χρωματικές παλέτες.

Η παραπάνω και η επόμενη ταινία του, το καταραμένο «Φέρτε μου το Κεφάλι του Αλφρέντο Γκαρσία» (διαβάστε ένα essential cinema εδώ), είναι οι πραγματικές τελευταίες ταινίες του Σαμ Πέκινπα – αν και στις μεταγενέστερες εντοπίζεις, αν είσαι και της φράξιας, στιγμές του χαρακτήρα του – αυτές που μπόρεσαν να συνοψίσουν καλύτερα έναν καλλιτέχνη που δια πυρός και σιδήρου πέρασε στο σινεμά του την βαθιά του συναίσθηση πως γεννήθηκε σε λάθος χρόνο. Δεν είχε δίκιο. Και παλιότερα να είχε γεννηθεί το σινεμά του δεν θα είχε ατζέντα και αργότερα δεν θα είχε άδεια να κυκλοφορεί στους κινηματογραφικούς διαδρόμους.

Γιατί τελικά ο Πέκινπα ήταν ακριβώς αυτό: Ένας soldier of fortune, γεννημένος παράταιρος, χωρίς τόπο, ταυτότητα και τύχη σε έναν κόσμο που θα ήταν αδύνατον να τον περιλαμβάνει. Το ότι όλο αυτό ενυπάρχει σε μεγάλο μέρος του σινεμά του, είναι εύσημο του ίδιου και της περιγραφικής δυνατότητας του μέσου.

Με τον Στιβ ΜακΚουίν στα γυρίσματα του «Getaway»