Scorsese Week: Η φιλμογραφία του Μάρτιν Σκορσέζε (#06 - #15) ? αφιερωματα , θεματα || cinemagazine.gr
12:37
20/11

Scorsese Week: Η φιλμογραφία του Μάρτιν Σκορσέζε (#06 - #15)

Γκάνγκστερ και παλιά δαντέλα, φεμινιστικές ανησυχίες, θρησκευτικές εξομολογήσεις και μερικές από τις πιο απολαυστικές, κωμικές, τραγικές και βίαιες καταθέσεις στο σινεμά του Μάρτι. Το cinemagazine.gr επισκέπτεται ξανά τη φιλμογραφία του Μάρτιν Σκορσέζε και αξιολογεί τις ταινίες του μεγάλου δημιουργού. Ακολουθεί το δεύτερο μέρος (θέσεις 15 - 06).

Από τους Γ.Βασιλείου, Π.Γκένα, Ηλ.Δημόπουλο, Κ.Θεοδοσόπουλο, Λ.Κατσίκα, Τ.Μελεμενίδη, Ν.Σάκκα

15. Η Αλίκη δε Μένει πια Εδώ (Alice Doesn’t Live Here Anymore, 1974)

Στα πρώτα βήματα μιας φιλμογραφίας η οποία δοξάστηκε κυρίως για τις ιστορίες ανδρών που διηγήθηκε, ο Σκορσέζε αποτέλεσε προσωπική επιλογή της Έλεν Μπέρστιν (ύστερα από προτροπή του Φράνσις Φορντ Κόπολα) για να σκηνοθετήσει μία ταινία με θέμα την επίπονη πορεία ενός γυναικείου χαρακτήρα προς την χειραφέτηση. Η Άλις του τίτλου είναι μια νεαρή γυναίκα της εργατικής τάξης η οποία μετά τον θάνατο του άντρα της, εγκαταλείπει με το γιο της μια μικρή πόλη στο Νέο Μεξικό για την Καλιφόρνια όπου ελπίζει να βρει δουλειά ως τραγουδίστρια. Αντί για το Μοντερέι όμως, θα εγκατασταθούν τελικά στην στην Αριζόνα, όπου η Άλις θα πιάσει δουλειά ως σερβιτόρα σε ένα μικρό ντάινερ.

Κάπου μεταξύ ταινίας δρόμου και στουντιακής ντραμεντί ο Σκορσέζε στήνει μια ταινία για το female empowerment στην Αμερική των 70s και παρά το χολιγουντιανής παρακαταθήκης φινάλε, κατορθώνει να προσεγγίσει με ευαισθησία τα προσωπικά αδιέξοδα μιας εύθραυστης αλλά δυναμικής ηρωίδας, να μιλήσει ακομπλεξάριστα και με χιούμορ για την μητρότητα και να διερωτηθεί πάνω στην λογική της δεύτερης ευκαιρίας. Μαζί του και πολύτιμη σύμμαχος σε μια ομολογουμένως ριψοκίνδυνη προσπάθεια, η Έλεν Μπέρστιν κερδίζει το μοναδικό Όσκαρ στην μέχρι στιγμής καριέρα της.

14. Καζίνο (Casino, 1995)

Μία πενταετία μετά τα «Καλά Παιδιά» ο Μάρτι επιστρέφει στο αγαπημένο του γκανγκστερικό δράμα επιχειρώντας ένα εγγύτερο χρονικά rewind στην ιστορία του οργανωμένου εγκλήματος της Αμερικής, αυτή τη φορά μέσα από μία πληθωρική κατάβαση στα άδυτα των καζίνο του Λας Βέγκας κατά την περίοδο ‘70-’80. Η σκορσεζική σφραγίδα πάνω σε μια αρχετυπική ιστορία ανόδου και πτώσης με φόντο τις θνησιγενείς παραφυάδες του αμερικανικού ονείρου είναι ξανά απολαυστική, με τους Ντε Νίρο και Πέσι στους (οικείους) ρόλους δύο παιδιών της πιάτσας που έχουν τη μοναδική ευκαιρία να κάνουν κάτι μεγάλο και να τρέξουν το καλύτερο καζίνο της περιοχής που ελέγχεται από την ιταλογενή μαφία.

Αμφότεροι τελικά προδίδονται από τα ίδια τους τα ατού, ο πρώτος γιατί παρότι γκουρού του ρίσκου ποντάρει στη λάθος γυναίκα (Στόουν) και ο δεύτερος επειδή από υπάκουος και αδίστακτος γίνεται άπληστος, με την κατάρρευσή τους να σηματοδοτεί ένα σαρωτικό τέλος εποχής για τη μητρόπολη του τζόγου. Γιατί πίσω από τις όποιες ατομικές απιστίες και αμαρτίες ο Σκορσέζε χορογραφεί μαεστρικά, μέσα από ένα ασταμάτητο classic rock σάουντρακ, τη δύση της Αμερικής των «δεινοσαύρων» της παλαιολιθικής μαφίας καθώς χαράζει η αυγή των καθόλα νομότυπων γκάνγκστερ: των πολυεθνικών. Ν.Σ.

13. Το Χρώμα του Χρήματος  (The Color of Money, 1986)

Το 1961 ο Πολ Νιούμαν εγκατέλειπε το τελευταίο πλάνο της ταινίας «The Hustler» βουτώντας στο σκληρό φως ενός ανελέητου πρωινού. Είκοσι πέντε χρόνια αργότερα ο Μάρτιν Σκορσέζε επαναφέρει τον ίδιο ήρωα στην οθόνη, επιχειρώντας μια συνέχεια στην κλασική δημιουργία του Ρόμπερτ Ρόσεν. Μόνο που αυτή τη φορά ο Έντι Φέλσον συστήνεται πλέον ως ένας χαρακτήρας αντιμέτωπος με το πέρασμα του χρόνου, με το ταχύτατα μεταβαλλόμενο περιβάλλον γύρω του και κυρίως με τον ίδιο του τον εαυτό. Όταν ο μεσήλικας βετεράνος του μπιλιάρδου αναλαμβάνει να εκπαιδεύσει έναν παρορμητικό μα ταλαντούχο στην τσόχα νεαρό, η ευκαιρία που του χτυπά την πόρτα μετατρέπεται σε μια μυητική δοκιμασία η οποία θα τον βοηθήσει να κερδίσει την χαμένη του αυτοεκτίμηση και να βρει άξια θέση στην κυνική αρένα της μοντέρνας ζωής.

Με μια απολύτως επιβλητική ερμηνεία από τον Πολ Νιούμαν, η οποία του χάρισε το μοναδικό Όσκαρ της καριέρας του, το «Χρώμα του Χρήματος» μεταφράζει ένα φαινομενικά προβλέψιμο δράμα αθλητικού περιεχομένου σε ένα θαύμα ατμόσφαιρας, διαλόγων, προσεκτικά σμιλευμένων χαρακτήρων και οικονομημένης σκηνοθεσίας, όπως εκτυλίσσεται με φόντο έναν ημιφωτισμένο κόσμο όπου τίποτα δεν είναι ακριβώς αυτό που φαίνεται και καθένας βρίσκεται αντιμέτωπος με την ατέλειωτη μοναξιά που τυλίγει τους μεγάλους ή μικρότερους αμαρτωλούς αυτού του κόσμου.  Λ.Κ.

12. Σιωπή (Silence, 2016)

Ο Σκορσέζε διάβασε πρώτη φορά το ομότιτλο βιβλίο του Ιάπωνα συγγραφέα Σιουσάκου Έντο το 1989, σε μια περίοδο όπου η περιπέτεια του «Τελευταίου Πειρασμού» και του θορύβου που προκάλεσε τον είχαν απομυζήσει. Με τον ίδιο τρόπο που ταλαιπωρήθηκε μέχρι να αποτυπώσει στην οθόνη το έργο του Νίκου Καζαντζάκη, έτσι ακριβώς δυσκολεύτηκε και με τη «Σιωπή». Είκοσι τέσσερα χρόνια αφότου συζήτησε για πρώτη φορά μια διασκευή στο μυθιστόρημα, παρέα με τον σεναριογράφο του στα «Χρόνια της Αθωότητας» και τις «Συμμορίες της Νέας Υόρκης», Τζέι Κοκς, ο σκηνοθέτης κατόρθωσε μόλις το 2016 να διηγηθεί τις δοκιμασίες δυο Ιησουιτών ιεραποστόλων που ταξιδεύουν από την Πορτογαλία στην Ιαπωνία του 1640, αναζητώντας τα ίχνη του δασκάλου τους, και επιχειρώντας ταυτόχρονα να προσηλυτίσουν νέους πιστούς στον Χριστιανισμό. 

Ο Σκορσέζε μεγεθύνει στην οθόνη μια αγωνία ψυχολογική, σωματική και βαθιά πνευματική. Το κάνει, όμως, με παροιμιώδη εγκράτεια, προσγειώνοντας για σπάνια φορά την τέχνη του στα απολύτως απαραίτητα. Στη «Σιωπή» ξανασυναντά τον γνώριμο κινηματογραφικό του κόσμο, εκείνον στον οποίο ο αμαρτωλός συνυπάρχει με τον ενάρετο, η ηθική παραμένει μια γεμάτη ειρωνείες έννοια, ο πόνος αναδεικνύεται στην πιο αποτελεσματική μονάδα μέτρησης της αλήθειας και η πτώση δεν είναι παρά μια ανάληψη προς την αυτογνωσία.

Αντίθετα όμως με τον «Τελευταίο Πειρασμό», στον οποίο το δράμα έγκειται στην απεγνωσμένη προσπάθεια ενός ανθρώπου να αποποιηθεί τον θεϊκό του προορισμό, η «Σιωπή» αναποδογυρίζει τη συνθήκη και μεταμορφώνει την τραγική ιστορία του πάτερ Ροντρίγκεζ στην παραδοχή ενός λανθάνοντος Μεσσία ότι δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένας απλός, αδύναμος άνθρωπος, που για να βρει τον δρόμο στην αιώνια ζωή θα πρέπει να θυσιάσει την επίγεια και να χάσει τον εαυτό του. Λ.Κ.

11. Το Ακρωτήρι του Φόβου (Cape Fear, 1991)

Συντεθειμένο μ’ έναν τρομερό συνδυασμό προσωπικών εμμονών και ακόρεστης αγάπης για το σινεμά και κατασκευασμένο στην υστερική «εκμοντερνισμένα παλιομοδίτικη» εντέλεια, το «Ακρωτήρι του Φόβου» (ανασκευή μιας έξοχης ταινίας του ’62 με τον Μίτσαμ και τον Γκρέγκορι Πεκ) είναι ένα χυτήριο που μέσα του ανακατεύονται ηφαιστειακά η Βία, το τέλμα της Οικογένειας, η Αυτοδικία και η Θρησκεία – με όλα τους να προοικονομούνται μαεστρικά στα πρώτα 10’ του έργου!

Ακολουθεί ένα τεχνικό, στα όρια της επιδειξιομανίας, όργιο, μια διαστρικής άνεσης αφήγηση και μια ιδεολογική έκπληξη: Ο Σκορσέζε, για μια σπάνια φορά, δεν επιδίδεται στον εξανθρωπισμό του Κακού (των γκανγκστερικών του), αλλά σε μια εντελώς διαφορετική πραγματεία. Σημασία εδώ δεν έχει πόσο «κακός» είναι ο Μαξ Κέιντι (του δαιμονικού Ντε Νίρο) αλλά πόσο «καλός» είναι (;) ο Σαμ Μπάουντεν (του έξοχου Νόλτε). Κι αυτή η διαλεκτική κερδίζει όλους τους πόντους και εξακοντίζει το «εμπορικά» φτιαγμένο «Ακρωτήρι» στην στρατόσφαιρα μιας από τις πληρέστερες ταινίες του σκηνοθέτη στην δεκαετία του ’90 – και όχι μόνο. Η.Δ.

10. Ο Λύκος της Wall Street (The Wolf of Wall Street, 2013)

Σε ένα παράλληλο σύμπαν όπου το κωμικό στοιχείο θεωρείται αληθινά ισότιμο του δραματικού στην υψηλή τέχνη της αφήγησης, ο «Λύκος» αναγνωρίζεται ως το σύγχρονο αριστούργημα του Σκορσέζε και ένα από τα κορυφαία φιλμ του αιώνα μας. Πολύ περισσότερο όταν το οργιώδες χιούμορ λειτουργεί όχι σαν το ωραιοποιημένο άλλοθι που ορισμένοι διέκριναν, αλλά ως το τέλειο διεγερτικό προκειμένου μέσα από τα έργα και τις ημέρες του μεγαλοαπατεώνα της Wall Street Τζόρνταν Μπέλφορτ να αποτυπωθεί όλος ο εξτράβαγκαντ κρετινισμός της χρηματοπιστωτικής αγοράς και των ντοπέ golden boys της.

Όμως με ένα σενάριο για σεμινάριο βασισμένο στα απομνημονεύματα του ίδιου του Μπέλφορτ (που κάνει και cameo), ρυθμό φωτιά, σκηνές ανθολογίας με το κουτάλι, απίθανο καστ σε αδιανόητα κέφια, έναν Ντι Κάπριο ασταμάτητο στη με διαφορά κορυφαία συνεργασία του με τον νεοϋορκέζο σκηνοθέτη και φυσικά τον Μάρτι σε κατάσταση δημιουργικού πριαπισμού να ξεδιπλώνει όλη του την εκφραστική βιρτουοζιτέ πραγματοποιώντας όχι μόνο εισπρακτικό ρεκόρ καριέρας αλλά και ρεκόρ αθυροστομίας με τα fuck να πέφτουν βροχή, «Ο Λύκος της Wall Street» προκύπτει μεταξύ άλλων αναπάντεχα ικανός να θίξει ευρύτερες παθογένειες του ύστερου καπιταλισμού, σε μια εποχή όπου το δέντρο γίνεται σημαντικότερο από το δάσος και η σοβαροφάνεια κερδίζει διαρκώς έδαφος. Ν.Σ.

09. Ο Ιρλανδός (The Irishman, 2019) 

Σπάνιο παράδειγμα αυτοαναφορικά ρεβιζιονιστικου σινεμά, όπου ένας σκηνοθέτης αποτίει την ίδια στιγμή φόρο τιμής στην τέχνη, την αφήγηση, αλλά και τη θεματολογία με την οποία πορεύτηκε στο μεγαλύτερο διάστημα της καριέρας του, ενώ παράλληλα ξαναβλέπει με άλλο μάτι και με τη σοφία ενός 76χρονου τους ήρωες αυτού του ταξιδιού. Ο «Ιρλανδός» λειτουργεί διττά, πρωτίστως υπέρ του κοινού ως ένα συναρπαστικό παραμύθι που εξηγεί τους πραγματικούς μηχανισμούς λειτουργίας των ΗΠΑ ανάμεσα στο χαμηλότερο στάδιο της ιεραρχίας της (έναν απλό υπάλληλο) ως τον υψηλότερο (τον Πρόεδρό της) και σε δεύτερο επίπεδο, ειδικά στο τελευταίο ημίωρο, ως ένα προσωπικό ρέκβιεμ του Σκορσέζε προς μια γενικευμένη κατεύθυνση που περικλείει μέσα ήρωες, συνεργάτες, αισθητική και μέσο.

Συγγενεύοντας και λοξοδρομώντας ταυτόχρονα από τα «Καλά Παιδιά» και το «Καζίνο», ο Σκορσέζε τοποθετεί στρατηγικά λεπτομέρειες από το ξεκίνημα της ταινίας για να φτάσει στο επιθυμητό προς αυτόν αποτέλεσμα. Οι αναφορές στους θανάτους κυρίως κομπάρσων με έμφαση στον τρόπο που αυτοί έγιναν, οι στιβαρές αλλά πολύ μετρημένες παρουσίες ηθοποιών όπως ο Καϊτέλ και ο Πέσι που κάποτε θα έδιναν σόου με τους ήρωες που έχουν και φυσικά ο ευφυέστατος ρόλος της Πέγκυ (παιγμένης με αξιοθαύμαστη πειθαρχία από τις Λούσι Γκαλίνα και Άννα Πάκουιν) μας οδηγούν ομαλά σε κάτι που μοιάζει με τομή προς το γκανγκστερικό έπος. Μια ύστερη απομυθοποίηση των θρύλων του, μια υπενθύμιση πως οι περισσότεροι είχαν συνήθως δύο ζωές, αυτήν που βλέπαμε σε ταινίες που επευφημούσαμε και αυτήν που δεν ήθελε να μας δείξει κανείς, αλλά και συνειρμικά μια προσωπική κάθαρση ενοχών. «Ό,τι έγινε, έγινε.»

Πολύ φρέσκο φιλμ για να τοποθετηθεί κριτικά δίπλα στα υπόλοιπα του σκηνοθέτη, με ισχυρή την πιθανότητα να μνημονεύεται από τους ιστορικούς του μέλλοντος ως αργοπορημένο τέλος εποχής για το αμερικανικό σινεμά του 20ου αιώνα, ως προς τον τρόπο που αυτό αναπτύχθηκε, παρουσιάστηκε και διανεμήθηκε. T.Μ.

08. Ο Τελευταίος Πειρασμός (The Last Temptation of Christ,1988)

Η δυαδική υπόσταση του Χριστού και η ανήλεη πάλη ανάμεσα στο πνεύμα και στη σάρκα, έτσι όπως την εμπνεύστηκε ο Νίκος Καζαντζάκης στο ομώνυμο μυθιστόρημα, ευαγγελίζουν το πιο ιδιόμορφο, αλλά και τόσο ταιριαστό στη φιλμογραφία του, κινηματογραφικό εδάφιο του Μάρτιν Σκορσέζε.

Η υπαρξιακή αγωνία του (Θε)ανθρώπου σε πλήρη συνάφεια με την υπέρβαση του πνεύματος που υπαγορεύει η λύτρωση μέσα από τη σταύρωση, ο μουσικός Πύργος της Βαβέλ που τιθασεύει με δεξιοτεχνία ο Πίτερ Γκάμπριελ σε ένα από τα καλύτερα σάουντρακ στην ιστορία του σινεμά, ο μεσσιανικός στοχασμός του σεναρίου του Πολ Σρέιντερ, οι Γουίλεμ Νταφό, Χάρβεϊ Καϊτέλ και Μπάρμπαρα Χέρσεϊ σε συγκλονιστικές σύγχρονες αποδόσεις χαρακτήρων-συμβόλων και πάνω απ' όλα η μεταφυσική σκηνοθεσία του Σκορσέζε - εκεί όπου το φως μπορεί να κάψει το φιλμ λίγο μετά το «Τετέλεσται» - εξυψώνουν αυτήν την τόσο παρεξηγημένη ταινία - ευλαβική εξομολόγηση σε οικουμενική εμπειρία. 

Οι αντιδράσεις που συνάντησε όταν πρωτοκυκλοφόρησε από φανατικούς της Καθολικής και Ορθόδοξης Εκκλησίας, μόνο θλίψη μπορούν να προκαλέσουν. Ευτυχώς με την πάροδο των ετών «Ο Τελευταίος Πειρασμός» πήρε την άξια θέση του στα Κατά Σκορσέζε κινηματογραφικά πάθη των ανθρώπινων, επίμονων σωτήρων. Π.Γκ.

07. Τα Χρόνια της Αθωότητας (The Age of Innocence, 1993)

Σχεδόν 20 χρόνια μετά το «Η Αλίκη δε Μένει πια Εδώ», ο Μάρτιν Σκορσέζε αφήνει πίσω του τα αρσενικά καλόπαιδα του υποκόσμου και κινηματογραφεί ένα γυναικείο μυθιστόρημα που εκ πρώτης όψεως μοιάζει εκτός των ενδιαφερόντων του.

Κι όμως, η σινεφιλική διάσταση του μεγάλου σκηνοθέτη βρίσκει στα «Χρόνια της Αθωότητας» τα βισκοντικά αποτυπώματα για να ιχνηλατήσει μέσα σε μία Νέα Υόρκη του παρελθόντος τις ταξικές αντιθέσεις, τα ασίγαστα πάθη και τις διαπεραστικές λέξεις που τραυματίζουν πιο βαθιά από τις γκανγκστερικές σφαίρες. Η αισθητική και ασφυκτική βιτρίνα της «καλής τάξης» που εγκλωβίζει μέσα σε συμπεριφοριολογικά κλουβιά τους χαρακτήρες των Ντάνιελ Ντέι Λιούις, Μισέλ Φάιφερ και Γουινόνα Ράιντερ, έχει το ίδιο θανατερό αντίκτυπο με τις συμμορίτικες πρακτικές. Ο Σκορσέζε τιμά τη ρομαντική βία του μυθιστορήματος της Ίντιθ Γουόρτον και παραδίδει μία ανεκτίμητη, κομψή καταγραφή της «καθως πρέπει» επιθετικότητας σε... καλόφημους δρόμους. Π.Γκ.

06. Βασιλιάς για μια Νύχτα (The King of Comedy, 1982)

Στα '80s για να είσαι επιτυχημένος δεν αρκεί η ευτυχισμένη φαμίλια, το σπίτι στα προάστια και οι συσκευές τελευταίας τεχνολογίας, ούτε να έχεις χτίσει την επιχειρηματική σου αυτοκρατορία από το μηδέν. Βασική μονάδα μέτρησης της επιτυχίας είναι η διασημότητα. Κατά κάποιο τρόπο με τον «Βασιλιά της Κωμωδίας» ο Σκορσέζε ξαναγυρίζει τον «Ταξιτζή» του, προσαρμόζοντας τον στη νέα κοινωνική πραγματικότητα. Στο προσκήνιο βρίσκεται και πάλι το άτομο, το οποίο αδυνατεί να αποκτήσει το μερίδιο από το αμερικανικό όνειρο που του έχουν υποσχεθεί κι έτσι αναπτύσσει παρεκκλίνουσα συμπεριφορά.

Στο μεταξύ όμως έχουν αλλάξει και τα σινεφιλικά ήθη, ο (ψυχαναγκαστικά) ανώδυνος αποδραστισμός σχεδόν μονοπωλεί τις αίθουσες, με αποτέλεσμα αυτό το αδιανόητα μαυρόψυχο διαμάντι να πάει άπατο στα ταμεία. Αν μας διδάσκει κάτι η εισπρακτική του αποτυχία είναι πως μπορούμε να αποδεχτούμε ως (αντι)ήρωα ακόμα και τον πιο αδίστακτο δολοφόνο, δεν αντέχουμε όμως επ’ ουδενί έναν αξιολύπητο ήρωα. Ίσως επειδή μας θυμίζει τις φορές που υπήρξαμε κι εμείς τέτοιοι. Γ.Β.

ΕΒΔΟΜΑΔΑ ΣΚΟΡΣΕΖΕ

Κυριακή 17/11: «Το σινεμά ήταν η μοναδική διέξοδος»: Ο Μάρτιν Σκορσέζε εξομολογείται αποκλειστικά στο cinemagazine

Δευτέρα 18/11: Μουσική, ανθρώπινες ιστορίες και 7η Τέχνη στα ντοκιμαντέρ του Μάρτι

Τρίτη 19/11: Scorsese Week: Η φιλμογραφία του Μάρτιν Σκορσέζε (#25-#16)

Ως ελάχιστο φόρο τιμής σε έναν σκηνοθέτη - δάσκαλο και λίγο πριν την επίσημη κυκλοφορία της νέας του ταινίας «Ο Ιρλανδός» (διαβάστε τη γνώμη μας εδώ) σε ευρύτερο κύκλωμα αιθουσών την Πέμπτη 21 Νοεμβρίου, το cinemagazine.gr θα αφιερώσει όλη την εβδομάδα (17-23/11) στο έργο του μεγάλου Μάρτιν Σκορσέζε. Μείνετε συντονισμένοι!