9:34
11/5

Ο Σερεμπρένικοφ με το γλυκόπικρο «Leto» μας υπενθυμίζει ότι κάθε καλοκαίρι κάποια στιγμή τελειώνει

Μπορεί ο Κίριλ Σερεμπρένικοφ να μην κατάφερε να παραστεί στην πρεμιέρα του «Leto» καθώς τους τελευταίους μήνες βρίσκεται στη Ρωσία υπό κατ’ οίκον περιορισμό, η ταινία του όμως, απέσπασε θερμό χειροκρότημα στην σημερινή δημοσιογραφική προβολή και σκόρπισε έναν νοσταλγικό αέρα ελευθερίας στην Κρουαζέτ.

Αποστολή στις Κάννες: Κωστής Θεοδοσόπουλος

Βρισκόμαστε στο Λένινγκραντ κατά τη διάρκεια ενός καλοκαιριού των αρχών της δεκαετίας του ογδόντα και η υπόγεια ροκ σκηνή βράζει κάτω από το άγρυπνο βλέμμα της Περεστρόικα. Αν θες να ακούσεις τους δίσκους του David Bowie ή των Velvet Undergound πρέπει να τους προμηθευτείς παράνομα ενώ τα εγχώρια ροκ συγκροτήματα που προσπαθούν να διοργανώσουν συναυλίες είναι υποχρεωμένα να πάρουν σχετική άδεια από μια επιτροπή που εξετάζει το στιχουργικό περιεχόμενο των τραγουδιών τους.

Το νέο φιλμ του σκηνοθέτη των «Πιστός» (Φεστιβάλ Καννών - Ένα Κάποιο Βλέμμα, 2016) και «Betrayal» (Φεστιβάλ Βενετίας, 2012) έχει ως αφετηρία μια τέτοια συναυλία, ξεκινώντας με ένα μονοπλάνο που ακολουθεί δύο νεαρά κορίτσια καθώς προσπαθούν να εισέλθουν incognito στο κλαμπ που ο τοπικός ροκ σταρ Μάικ (Ρόμαν Μπίλικ) και η μπάντα του παίζουν ζωντανά μπροστά σε ένα κοινό υποχρεωμένο από τις αρχές να παρακολουθεί καθιστό και ακούνητο. Ακριβώς μετά, το σκηνικό μεταφέρεται σε μια παραλία όπου ο Μάικ, η όμορφη σύζυγός του Νατάσα (Ιρίνα Στάρσενμπαουμ) και μια πολυάριθμη παρέα ανθρώπων απολαμβάνουν την φύση, γεύονται φαγητά, καταναλώνουν αλκοόλ και τραγουδούν αμέριμνοι. Αργότερα μέσα στην μέρα το ζευγάρι θα συναντήσει για πρώτη φορά τον εσωστρεφή Βίκτορ Τσόι (Τέο Γου), έναν άσημο μουσικό που στη συνέχεια έμελλε να αναδειχθεί σε εμβληματική φυσιογνωμία της ρωσικής ροκ σκηνής.

Πέρα από το διακριτικό αλλά καίριο πολιτικό σχόλιο που τοποθετεί, το «Leto» είμαι μια καθαρόαιμη μουσική ταινία.

Από πολύ νωρίς στο φιλμ ο Σερεμπρένικοφ καθιστά σαφές ότι στο «Leto» η πρόθεσή του δεν είναι να υπογράψει μια συμβατική βιογραφία ενός καλλιτέχνη αλλά να πιάσει τον παλμό μιας υπόγειας σκηνής που ασφυκτιά μέσα σε ένα καθεστώς καταπίεσης και να καταγράψει τις σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ των μελών της. Με άλλα λόγια, αυτή δεν είναι μια ταινία για τον αδικοχαμένο Βίκτορ Τσόι αλλά μια ωδή σε μια ολόκληρη γενιά που έψαξε την ταυτότητά της ανάμεσα στα απαγορευμένα πρότυπα της Δύσης λίγο πριν συμβεί οριστικά η απόδραση που τόσο δομικά η ίδια επιθυμούσε.

Το «Leto» ξετυλίγεται μέσα σε ένα χαλαρό αφηγηματικό πλαίσιο χωρίς αυστηρά δομημένη πλοκή αλλά με στοχευμένα σεναριακά ευρήματα. Ο Μάικ εντυπωσιάζεται από το ταλέντο του Βίκτορ και σύντομα εξελίσσεται σε μέντορά του την ίδια στιγμή που η Νατάσα εκδηλώνει την ακαταμάχητη έλξη της για το νεαρό μουσικό εξερευνώντας ταυτόγχρονα τα όρια της σχέσης της με τον σύζυγό της. Για τους τρεις κεντρικούς χαρακτήρες -τους οποίους ερμηνεύουν εξαιρετικά οι Μπίλικ, Στάρσενμπαουμ και Γου- τα πάντα είναι ρευστά και υπό καθεστώς αναδιαμόρφωσης. Για τον Μάικ, ο Βίκτορ κουβαλάει μαζί του όλα όσα το «καινούριο» συνήθως συμβολίζει. Ο Βίκτορ του προσφέρει την ευκαιρία να φέρει νέα πνοή στην καριέρα του την ίδια στιγμή που ακούσια απειλεί να τον επισκιάσει και του χαρίζει απλόχερα πολύτιμες στιγμές καλλιτεχνικής δημιουργίας ενώ ταυτόγχρονα ταρακουνά τα θεμέλια της σχέσης του με την Νατάσα.

Με λίγα λόγια, το συγκεκριμένο ερωτικό τρίγωνο λειτουργεί ως ένα μηχανισμός που πυροδοτεί τις εσωτερικές αναζητήσεις των ηρώων, παρακινώντας τους να επιλέξουν το πως πραγματικά θέλουν να ζήσουν. Και αυτή είναι μια ερώτηση που βασανίζει τους ήρωες του φιλμ αλλά και μια θεματική που επιλέγει ο σκηνοθέτης επιμελώς να υπογραμμίσει. Σε ένα από τα highlight της ταινίας ένας παραγωγός συμβουλεύει τον Μάικ να γράψει στίχους στα αγγλικά για να διευρύνει την καριέρα του στο εξωτερικό. Η απάντηση που λαμβάνει απ’ τον μουσικό είναι αποστομωτική και εντελώς ενδεικτική του κλίματος: «δεν χρειάζεται να το κάνω αυτό, είναι οκ να είσαι ο νούμερο ένα βάτραχος του βάλτου».

Πέρα από το διακριτικό αλλά καίριο πολιτικό σχόλιο που τοποθετεί, το «Leto» είμαι μια καθαρόαιμη μουσική ταινία, μια ωδή στον Bowie, τον T-Rex, τους Pistols και όλους αυτούς που διαμόρφωσαν την μουσική όπως την ακούμε σήμερα. Η ηχητική μπάντα δονείται ασταμάτητα από κλασσικές ηλεκτρικές μελωδίες ενώ τα «Psycho Killer» των Talking Heads, «Perfect Day» του Lou Reed και «Passenger» του Iggy Pop ντύνουν ηχητικά τρεις εμβόλιμες σεκάνς, οι οποίες ξεφεύγουν από τον ρεαλισμό και παραδίδονται στη φόρμα του μιούζικαλ. Στο φινάλε το στοιχειωτικό ριφάκι του «Summer Will Come To An End» των KINO έρχεται για να συνοψίσει ιδανικά την μελαγχολική μαγεία μιας ολόκληρης εποχής.

Σίγουρα αυτό που μπορεί να προσάψει κανείς στον Σερεμπρένικοφ είναι ότι παρασύρεται από το πάθος του για την ιστορία που στήνει αλλά και για τις κινηματογραφικές τεχνικές που χρησιμοποιεί με αποτέλεσμα να χάνει το μέτρο και σε αρκετά σημεία να επαναλαμβάνεται. Οι αρετές του φιλμ είναι πολλές και διαφορετικές αλλά σε κάθε περίπτωση η ταινία του θα είχε ωφεληθεί πολύ από ένα σεβαστό κόψιμο στο μοντάζ το οποίο θα λειτουργούσε ευεργετικά και θα έδινε ένα πιο σφιχτό και στιβαρό αποτέλεσμα.

Διαβάστε ακόμη:
Κάννες 2018: Το «Birds of Passage» είναι η πιο ασυνήθιστη γκανγκστερική ταινία που έγινε ποτέ

Κάννες 2018: «Wildlife» και Κάρεϊ Μάλιγκαν δικαιώνουν απόλυτα το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Πολ Ντέινο 
Κάννες 2018: Λευτεριά στον Κίριλ Σερεμπρένικοφ

Κάννες 2018: Το «Everybody Knows» είναι ένας διεκπεραιωτικός Φαρχαντί που λειτουργεί με άνεση στο ρελαντί
Κάννες 2018: Κέιτ, Πενέλοπε και Τζούλιαν στο λαμπερό κόκκινο χαλί της πρεμιέρας
Κάννες 2018: Αυτές είναι οι ταινίες που ανυπομονούμε να δούμε στο φεστιβάλ