Άμνετ
Hamnet
Μετά το φιάσκο των «Eternals», η βραβευμένη με Όσκαρ Κλόι Ζάο επιστρέφει με μια συγκλονιστική δημιουργία, φέρουσα τη στόφα του κλασικού, που θρηνεί το βιωμένο δράμα που γέννησε μεγάλη τέχνη, ενώ ταυτόχρονα το προσεγγίζει ως τέτοια.
Συνηθίζουμε να λέμε ότι η μεγάλη τέχνη είναι προϊόν αληθινού, βιωμένου δράματος και δεν είναι λίγες οι ταινίες που στήθηκαν γύρω από αυτή τη θεματική, από κλασικές βιογραφίες που αφηγούνται την ιστορία πίσω από ένα κλασικό έργο τέχνης, μέχρι ταινίες είδους που το πιστοποίησαν στο πικρό επιμύθιό τους – χαρακτηριστικό το παράδειγμα της τέλειας κραυγής του ντεπαλμικού «Blow Out». Το «Hamnet» της Κλόι Ζάο, που μπορεί να αποδειχθεί ακόμα πιο συναρπαστική κινηματογραφική εμπειρία αν μπείτε στην αίθουσα δίχως να γνωρίζετε τίποτα γι' αυτό, στα χαρτιά ανήκει στην πρώτη κατηγορία. Στην πράξη επιχειρεί κάτι λίγο διαφορετικό.
Αντί να φέρει στο επίκεντρο το επίμαχο έργο τέχνης και να ξετυλίξει τη δραματουργία της γύρω από αυτό, η Ζάο προσεγγίζει το αληθινό δράμα που το γέννησε σαν να ήταν εκείνο το «σπουδαίο έργο τέχνης». Οι μεγάλες χειρονομίες, τα επώδυνα δραματικά απρόοπτα, ένας αραχνοϋφαντος πνευματικός κόσμος που συνυπάρχει με τον δικό μας και γίνεται αισθητός, αλλά ποτέ ορατός -μέγα επίτευγμα η φιλμική του απόδοση- και μοτίβα σαν εκείνο της προιοκονομίας, της τραγικής ειρωνείας και της (αυτοεκπληρούμενης) προφητείας συνθέτουν μια διογκούμενα υποβλητική ανθρώπινη τραγωδία, την οποία η Ζάο ξετυλίγει μεθοδικά, με κινηματογράφηση που παραπέμπει σε εικαστικές κορυφές – τα κάδρα του Λούκας Ζαλ θυμίζουν φλαμανδικούς πίνακες- και με παρότρυνση των ηθοποιών να επικοινωνήσουν το συναίσθημα με τρόπο που υπερβαίνει την απλή έκφραση ενός ανθρώπου και μετατρέπει τον τελευταίο σε σύμβολο του επικοινωνούμενου συναισθήματος - κλειδωμένο το Όσκαρ της Τζέσι Μπάκλεϊ, με ένα συνταρακτικό στιγμιότυπο για το οποίο δεν έχουν επινοηθεί ακόμα οι κατάλληλοι επιθετικοί προσδιορισμοί ώστε να περιγραφεί. Αυτό έρχεται μέσα σε μια μακροσκελή σεκάνς που σηματοδοτεί την κορύφωση του βιωμένου δράματος, στην οποία, κατά την προβολή της ταινίας στο περασμένο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, ένιωθες όλη την αίθουσα του Ολύμπιον αρχικά να κρατά την ανάσα της και μετά να ξεσπά σε λυγμούς και να φυσάει τη μύτη της – πιστέψτε μας, όχι από κρυολόγημα.
Κι αφού έχουμε δει το βιωμένο δράμα, η Ζάο εξαπολύει στην οθόνη το πασίγνωστο έργο τέχνης που γέννησε. Αρχικά φαντάζει εντελώς τεχνητό, μικρότερο σε έμβέλεια σε σχέση με όσα προηγήθηκαν - μερικοί ίσως βιαστούν να λογαριάσουν τη μεταχείριση του επίμαχου έργου από τη δημιουργό κατώτερη των περιστάσεων, αν όχι πληρούσα τις προδιαγραφές της ύβρης. Μετά, όμως, έρχεται το προαναφερθέν βιωμένο δράμα για να εφαρμοστεί πάνω του και ξαφνικά το θέαμα στη σκηνή αποκτά μια άλλη, απείρως δραματικότερη διάσταση. Κι έπειτα, με ένα αξέχαστο πλάνο, η Ζάο θα καταστήσει σαφές πως, αν τα έργα τέχνης άντεξαν στον χρόνο, αν μπόρεσαν να επικοινωνήσουν κάτι για τον κόσμο μας αλλά και για εμάς τους ίδιους, είναι γιατί άφησαν χώρο ώστε να τα εμπλουτίσουμε, καθένας ξεχωριστά με το δικό του, προσωπικό δράμα. Κι αν το ίδιο το θέαμα ήταν φαινομενικά «πλαστό», ως «μίμηση πράξεως σπουδαίας και τελείας», το συναίσθημα που το γέννησε κι εκείνο που μεταδόθηκε ήταν οικείο. Αυτή την οικειότητα διαγνώσαμε κι αφουγκραστήκαμε κι εμείς κι όλοι μαζί, ενωμένοι με μια αόρατη γραμμή, ως ισότιμα μέλη της ανθρώπινης φαντασιακής κοινότητας, κοινωνήσαμε την αλήθεια του και, ταυτόχρονα, μπορέσαμε να το κάνουμε αληθινό, επειδή κατά τις δύο ώρες που διήρκεσε, το οικειοποιηθήκαμε. Κι από εκεί και πέρα «στον κόσμο τούτο τον σκληρό, με οδύνη ανασαίνοντας, θα λέμε την ιστορία του».*
*= συγχωρέστε την αδυναμία του υπογράφοντος να αποδώσει τον στίχο με τον δέοντα λυρισμό, έπρεπε να είχαν στείλει στην προβολή έναν ποιητή.











