Η Τούρτα του Προέδρου
The President's Cake
Στο Ιράκ του ’90, εν μέσω αμερικανικών βομβαρδισμών, ένα πάμπτωχο 9χρονο κορίτσι προσπαθεί να βρει τα υλικά για την γενέθλια τούρτα του Σαντάμ Χουσέιν που Σχολείο και Κράτος απαιτούν προς τιμήν του. Χρυσή Κάμερα και Βραβείο Κοινού στο Δεκαπενθήμερο των Σκηνοθετών στις Κάννες, πρώτη πανελλήνια προβολή στις 31ες Νύχτες Πρεμιέρας, προεπιλογή για το Όσκαρ Καλύτερης Διεθνούς Ταινίας 2026.
Το σινεμά της Μέσης Ανατολής, αν επιτρέπεται μια τέτοια γενίκευση, έχει κατά κανόνα μια σπουδαία αρετή στην εκδοχή του στον 21ο αιώνα: Ασκεί μέχρι μυελού κριτική στα στραβά του κόσμου του -και του κόσμου όλων μας- περνώντας κάτω από τη μύτη της λογοκρισίας. Αποτέλεσμα αυτού βέβαια είναι η αποφυγή της δωρεάν προβοκάτσιας, της χοντροκομμένης δακτυλοδειξίας, της ικανοποίησης ενός αυξανόμενου, ποικιλόμορφα δογματικού όχλου (μόλις) ικανοποιούμενου με άγριες δηλώσεις κι εκδηλώσεις. Ως εκ τούτου, με την ελάχιστη εξαίρεση ενός τιτάνιου Ασγκάρ Φαρχαντί, που κάποτε κατάφερε να βρει άσυλο (και θαυμαστές) στο φεγγάρι μιας διασημότητας, δεν κόβει εισιτήρια, δεν έχει εμπορικά θέλγητρα κι ελάχιστοι το μνημονεύουν.
Έχει και μια αδυναμία, επίσης κατά κανόνα. Όντας ζωντανό μέρος μιας εποχής εξορθολογισμού υιοθετεί μια άρνηση προς την συγκίνηση της στιγμής που δημιουργεί. Δεν ποντάρει στο δράμα του και δεν το εντυπώνει εύκολα, ούτε έντονα. Υπερβάλλαμε, φαίνεται, οι κριτικοί της καταδίκες του συναισθηματισμού (μελόδραμα όλο το λέμε) και την πάτησε το συναίσθημα.
Στην «Τούρτα του Προέδρου», ο Χασάν Χαντί, με την αφανή αλλά όχι αμελητέα συνδρομή ενός Έρικ Ροθ (!) στο σενάριο, διαπρέπει στην σπουδαία αρετή και καταφέρνει, κάπως υποτυπωδώς αλλά εν πάση περιπτώσει ορατά, να συναντήσει και την συγκίνηση. Η ταινία, αναπόφευκτα, βαστάει από καταβολές Τσάπλιν και Ντε Σίκα, χωρίς ποτέ βέβαια να αφήνει ανάλογο συγκινησιακό αποτύπωμα, φέρνει στο νου κάποτε και την ποιητική ρυθμολογία του Σατιατζίτ Ράι, ενώ έχει ένα εκλεκτό δικό της χιούμορ, πληθωρικό, κεφάτο και δραματικό συνάμα. Μέγας αρωγός του μια νεαρή ερασιτέχνις, η Μπανίν Αχμάντ Ναγιέφ, η οποία αν βοηθήσει η συγκυρία ίσως έχει για εμάς στο μέλλον διατράνωση του ατόφιου χαρίσματός της.
Η ευφυία του έργου εντυπωσιάζει στο πώς υποδεικνύει χωρίς να φωνασκεί. Ακόμα και σε εποχές 99.92% θριάμβων του Σαντάμ Χουσέιν θα μπορούσε (λέμε τώρα) να βγει και να περάσει την λογοκρισία. Ακόμα και σε εποχές θριάμβου επιβολής της αμερικανικής λογικής «βομβαρδίζουμε και διατάζουμε», μπορούν οι παγκοσμιοποιημένοι θιασώτες της ισοπέδωσης κάθε εθνικής αυτοδιοίκησης να την δουν ανενόχλητοι. (Όχι ότι αποτελεί κοινό της ταινίας αυτό το τμήμα του πληθυσμού.) Στη μέση, καθόλου ασφαλώς πια, κάθονται οι Άλλοι Θεατές της. Εκείνοι που διόλου εύκολα ή αμαχητί βρίσκονται πια σε κατάσταση διαρκούς θρήνου για μια ανθρωπότητα που αποτελεί μεν αριθμητικό γεγονός αλλά δεν δύναται πια να ακουστεί ο θετικός λόγος της. Όχι μόνο γιατί έχει κατακερματιστεί, όχι γιατί ο θόρυβος είναι εκκωφαντικός, αλλά γιατί στ’ αλήθεια τα ζάρια στήθηκαν επιδέξια και κανείς μας δεν φαίνεται διατεθειμένος να δει πέρα από τον εαυτό του. Είναι λοιπόν άθλος του Χαντί, και όλων εκείνων που επιμένουν φτιάχνοντας ταινίες που απηχούν μια άλλη στάση, ότι παραδίδει ένα έργο (de facto απόδειξη ότι ενδιαφέρεσαι πέρα από τη γούνα σου) που εκτός από εξαιρετικά φτιαγμένο υπενθυμίζει κι ένα μεγάλο μυστήριο μιας ανθρωπότητας. Μυστήριο που λέει ότι ενώ ούτε ένας από τους παρόντες της δεν θα είναι εδώ σε 100 χρόνια από τώρα, δεν παύει να διασύρει την παιδικότητα και το όνειρο ενός γενναίου πείσματος, μιας αντοχής, μιας αθωότητας.











