Air: Κυνηγώντας Ένα Θρύλο - ταινιες , παιζονται τωρα || cinemagazine.gr

Air: Κυνηγώντας Ένα Θρύλο

Air

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

2023
    ΠΑΡΑΓΩΓΗ: ΗΠΑ
    ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Μπεν Άφλεκ
    ΣΕΝΑΡΙΟ: Άλεξ Κόνβερι
    ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Ματ Ντέιμον, Μπεν Άφλεκ,Τζέισον Μπέιτμαν, Κρις Μεσίνα, Μάρλον Γουέιανς, Βαϊόλα Ντέιβις
    ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Ρόμπερτ Ρίτσαρντσον
    ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 112'
    ΔΙΑΝΟΜΗ: Tanweer
    Air: Κυνηγώντας Ένα Θρύλο

Ο Μπεν Άφλεκ σε μεγάλη (και ροζ ελεκτρίκ) φόρμα, παραδίδει μια απρόσμενα ψυχαγωγική ταινία που ισορροπεί την corporate σαχλαμάρα και την ευκολοχώνευτη έμπνευση ενός μεγενθυμένου -στα όρια του κωμικού- επιχειρηματικού success story, με εξαιρετικά αρθρωμένες χολιγουντιανές ποιότητες και τη βαριά σκιά ενός μπασκετικού θρύλου, που αποθεώνεται χωρίς να υπάρχει πουθενά μέσα στο φιλμ.

Από τον Θοδωρή Καραμανώλη

Ο Ματ Ντέιμον πρωταγωνιστεί στο ρόλο του Σάνι Βακάρο, ενός ερασιτέχνη τζογαδόρου και γκουρού του κολεγιακού μπάσκετ, που τον συναντάμε να σκαουτάρει ταλέντα για λογαριασμό της Nike, τρίτης τη τάξει εταιρείας αθλητικών υποδημάτων πίσω απ’ την Converse και την Adidas τη στιγμή που ξεκινάει η ταινία. O Βακάρο όμως σκοπεύει να το αλλάξει αυτό ποντάροντας το πιο μεγάλο στοίχημα της καριέρας του. Θέλει να δώσει ολόκληρο το μπάτζετ που έχει στη διάθεσή του και κανονικά θα έφτανε για 3-4 δευτεροκλασάτα prospects απ’ το ντραφτ, για να υπογράψει έναν και μόνο αθλητή: τον κοκκαλιάρη Μάικλ Τζόρνταν, ήδη αναγνωρισμένο σαν ένας απ’ τους καλύτερους νέους παίκτες του πρωταθλήματος. Χάρη στο νικητήριο καλάθι του στον τελικό του NCAA το ’82 όμως, ο Βακάρο έχει ήδη αναγνωρίσει κάτι που δεν είχε κανένας άλλος στο NBA. Κάτι που τον καθιστούσε μοναδικό και θα μπορούσε να προμηνύει τον καλύτερο παίκτη όλων των εποχών (όπερ και εγένετο). Για να τον πείσει να υπογράψει στη Nike όμως (όπερ και ξαναεγένετο) τα λεφτά δεν αρκούν, γιατί απέναντί του η μαμά Τζόρνταν παίζει τη δική της ζαριά – ξεκάθαρα από θέση ισχύος…

Ο Μπεν Άφλεκ βουτάει ξυπόλητος στις ιδρωμένες εμβιέλες του Τζόρνταν, για να αναδυθεί αναβαπτισμένος από έναν καπιταλιστικό παιάνα κρυμμένο ως τουλουμοτύρι ανάμεσα στα ποδοδάχτυλα του μεγαλύτερου μπασκετμπολίστα (και πιθανότατα αθλητή) που γνώρισε ποτέ ο πλανήτης. Γιατί τι θα ήμαστε χωρίς ωραίες εικόνες, και το «Air» τις έχει και τις παρέχει σε αφθονία βάζοντας το θεατή σε μία χρονοκάψουλα με προορισμό τα ανεμοδαρμένα βάθη της δεκαετίας του ’80.
 
Αποτέλεσμα σε δεύτερο χρόνο μιας καλλιτεχνικής διεύθυνσης επιπέδου, που υπερκερνά ακόμα και τις προσδοκίες των τερματισμένων χολιγουντιανών προδιαγραφών, το φιλμ προσφέρεται για μια απενοχοποιημένη διαδρομή στη λεωφόρο της μνήμης όσων έζησαν το αέρινο μεγαλείο του Τζόρνταν από τις πρώιμες αναφορές του. Σ’ αυτό συμβάλλει και το soundtrack που μας υποδέχεται στο 198κάτι με το «Blister in the Sun» των Violent Femmes να υπογραμμίζει το τυφλό all-in στο οποίο ετοιμάζεται να ενδώσει ο Βακάρο, αφού όμως έχει προηγηθεί το «Money for Nothing», που όσο να ‘ναι ξυπνάει μιαν ελπίδα κλείνοντάς μας το μάτι. Του στυλ λες; Λες η ιστορία της δημιουργίας των πρώτων Air Jordan να έχει λίγο από την ειρωνικό στυλ των Dire Straits καθώς αντιμετωπίζουν το καταναλωτικό ήθος;

Για όσους είχατε αμφιβολία, το soundtrack εννοείται κάνει μια απαραίτητη στάση στο «Sirius» των Alan Parsons Project, του πιο διάσημου ίσως μουσικού θέματος που υιοθετήθηκε ποτέ από αθλητικό οργανισμό

Αλλά φευ αγαπητοί, καθώς το «Air» για το δικό του καλό αποδεικνύεται ένας ασυγκράτητος ύμνος στο επιχειρείν, κι ας έχει να κάνει με την κατανομή του πλούτου, μιας και η συμφωνία της Nike με τον Τζόρνταν άλλαξε δια παντός τη σχέση αθλητή και εκπροσωπούμενης μπράντας. Δεν μιλάμε όμως για τη στιγμή που μια επιχείρηση υποκλίνεται στο ταλέντο, αλλά για το σημείο που το ταλέντο μετατρέπεται σε επιχείρηση. Το «Air» είναι ένα ερωτικό γράμμα, από μία βιομηχανία σε μία άλλη. Είναι η Nike που κάνει high-five με το Χόλιγουντ, επειδή του ανοίγει παράθυρο στην μεγαλοσύνη ενός πραγματικού αρτίστα και τον αφήνει να περιφέρεται σαν σκιά μέσα στο φιλμ. Το πρόσωπο του Τζόρνταν ιδιοφυώς δεν εμφανίζεται πουθενά στην ταινία, το ίδιο ήλπιζα και το για το εμβληματικό Air Jordan 1, αλλά εκεί ο Άφλεκ δεν άντεξε (τα δικαιώματα απ’ την Nike υπήρχαν αφού). Ήλπιζα γιατί άντε να το φάμε το παραμύθι ότι όλα αυτά θα έπρεπε να είναι σημαντικά σε έναν κόσμο που το κέρδος είναι αυτοσκοπός, αλλά αυτό που μετράει δεν είναι το ανεκτίμητο του ταλέντου, του μοναδικού ή του σχεδόν υπεράνθρωπου που είχε ένας δολοφονικά προικισμένος ανταγωνιστής των παρκέ. Είναι η υπεραξία που δημιούργησες με το να βάλεις το όνομά σου δίπλα στο δικό του του επειδή το ανακάλυψες πρώτος.
 
Συνεπαγωγικά, σαν ένα πρώτης και άφταστης κοπής καπιταλιστικό προϊόν, το «Air» έχει ανακαλύψει την υπεραξία του πολύ πριν φτάσει στην οθόνη, μιας και σε πρώτο χρόνο είναι αποτέλεσμα ενός αξιοθαύμαστου κειμένου. Ενός σεναρίου τόσο ακαδημαϊκά τέλειου που αν ήμουν ο Άφλεκ θα ντρεπόμουν να απλώσω δάχτυλο πάνω του, γνωρίζοντας πως έχω πάρει Όσκαρ σαν σεναριογράφος για τον «Ξεχωριστό Γουίλ Χάντινγκ». Και μιας περί Όσκαρ ο λόγος, ιδού ένας μελλοντικός νικητής. Το όνομά του είναι Άλεξ Κόνβερι και το «Air» είναι η πρώτη του ταινία. Ο κύριος Κόνβερι απομυθοποιεί την δημιουργία των Air Jordan, μοιράζοντας ανέκδοτα και παραποιώντας τα γεγονότα προς όφελος της κωμωδίας. Με τον τρόπο του καταφέρνει να πλασάρει στιγμές αμίμητης γελοιότητας σαν απαραίτητα σκαλοπάτια προς την επιτυχία. Σε μια ιστορία που λέγεται απνευστί όσο τρέφεται από αριθμούς και δεδομένα, πετυχαίνει να μην υπάρχει τίποτα περιττό. Συνεπικουρούμενος από την καλύτερη σκηνοθετική δουλειά του Άφλεκ μέχρι σήμερα, παραδίδει απολύτως πειστικά τα διαπιστευτήριά του στο ψυχαγωγικό σινεμά που μας μεγάλωσε και κάποιοι ιλαροί θα χαρακτήριζαν vintage.

Υ.Γ. Αντί επιλόγου μια σημείωση για την απόφαση της Amazon να κυκλοφορήσει την ταινία «αποκλειστικά» στα σινεμά. Ένα από τα λίγα καλά της πανδημίας είναι ότι μας άνοιξε την πόρτα στον ψηφιακό διάλογο που γίνεται για το μέλλον της κινηματογραφικής αίθουσας. Έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε ζωντανά και δωρεάν συζητήσεις που κανονικά θα κόστιζαν κάποιες χιλιάδες δολάρια και αρκετή απ’ την εναπομείνουσα υπομονή μας, διαπιστώσαμε πολλάκις τη θέση των ανθρώπων της εταιρείας σχετικά με το θέμα. Την ώρα που οι υπόλοιποι προσπαθούσαν να κατεβάσουν το σινεμά στις πλατφόρμες, η Amazon προσπαθούσε να βρει κινηματογραφικές παραγωγές πάνω στις οποίες άξιζε να επενδύσει (τότε ήταν η «Annette» του Καράξ, για να έχετε ένα μέτρο σύγκρισης).

Δεν θα αναλύσω περεταίρω τη στρατηγική, ούτε τρέφω την ψευδαίσθηση πως οι άνθρωποι στο απέναντι παράθυρο σκέφτονταν κάτι παραπάνω από την τσέπη τους. Χαίρομαι ωστόσο γιατί το «Air» όπως κι οι υπόλοιπες κυκλοφορίες τους επιβεβαιώνουν πως έπεσαν μέσα στο σχεδιασμό τους, ο οποίος ξεκινούσε και τελείωνε στον κορεσμό της παραγωγικής δυναμικής των μεγάλων καναλιών streaming. Το να βλέπει κανείς πρώτος ή έστω νωρίς στην καριέρα τους ταινίες, εξακολουθεί για κάποιο περίεργο λόγο να σημαίνει αρκετά στην οικονομία της δημόσιας ζωής του. Ανοίξτε το Netflix ή ξέρω ‘γώ ότι άλλο έχετε, αναλογιστείτε τον κορεσμό και στη συνέχεια βάλτε τις εμβιέλες σας και πηγαίνετε να δείτε το «Air». Μην το σκέφτεστε, just do it. Όταν μια ταινία που ξέρει να σταθεί ως θέαμα ή προϊόν, είναι παράλληλα εντάξει με τον εαυτό της, κάτι θα αφήσει πίσω. Ακόμη κι αν είναι απλά αυτή η λανθάνουσα αίσθηση ανωτερότητας. Κι όταν σε λίγα χρόνια (μακάρι δηλαδή) επέλθει το τέλος των ταινιών της πλατφόρμας, θυμηθείτε πως μπορεί το «Top Gun» να σήμανε την αρχή της αντεπίθεσης, οι άνθρωποι που άπλωσαν το προσχέδιο όμως ήταν τούτοι εδώ. Θα πει κανείς τη δουλειά τους κάνουν που είναι να μας τα παίρνουν, γι’ αυτό δεν θα τους πούμε μπράβο. Θα τους ευχαριστήσουμε όμως για την ευκαιρία.  

ΟΛΕΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
  • Air: Κυνηγώντας Ένα Θρύλο
  • Air: Κυνηγώντας Ένα Θρύλο