Aνακόντα
Anaconda
Ταιριαστά εταμοντέρο ριμέικ ενός αγαπητού τίτλου σε αρκετούς millennials, που αντιλαμβάνεται ότι ο λόγος της αγάπης των περισσότερων έχει να κάνει λιγότερο με την ταινία και περισσότερο με την περίοδο που την είδαν και τους ανθρώπους που τη μοιράστηκαν.
Κρατούμε μια ειδική θέση μέσα μας για τις ταινίες που μάς πέτυχαν σε τρυφερή ηλικία, όταν ανακαλύπταμε τη συλλογική εμπειρία του σινεμά. Για αρκετά από τα παιδιά που μεγάλωναν στα ‘90s, το «Anaconda» είναι μια τέτοια ταινία. Κριτικό κείμενο σοβαρής υπεράσπισής του είναι δύσκολο να υποστηριχθεί, αν και σίγουρα θα υπάρχουν άνθρωποι στον κόσμο που υποστηρίζουν ότι πρόκειται περί παρεξηγημένου αριστουργήματος – σχεδόν για κάθε ταινία θα υπάρξει τουλάχιστον ένας να το υποστηρίξει, έστω κι αν είναι εκείνος που τη δημιούργησε. Το πλησιέστερο σε υπεράσπιση που μπορούμε να καταφέρει ο υπογράφων είναι να επισημάνει πως πρόκειται για μια κακή ταινία που αγαπά εκείνη η γενιά, λιγότερο για το περιεχόμενό της και περισσότερο γιατί τους μεταφέρει πίσω στα ‘90s, στις «καλύτερες μέρες», αν θέλετε.
Οι δημιουργοί αυτής της νέας προσθήκης στο franchise δεν επέλεξαν την οδό του sequel – το «Anaconda» έχει αποκτήσει δύο τέτοια, δεν σας αδικούμε που τα ξεχάσατε- αλλά μιας μεταμοντέρνας αφήγησης που θέλει ομάδα σαραντάρηδων που λάτρευαν την ταινία ως νέοι, να ταξιδεύουν ως τον Αμαζόνιο για να γυρίσουν ένα low-budget ριμέικ της. Ναι, είναι πια εύκολη η οδός του μεταμοντερνισμού, αποκρούει κατά ένα μέρος και τις μομφές για την ποιότητα του εγχειρήματος – «ούτε εμείς παίρνουμε τα πράγματα στα σοβαρά, καταλάβατε;»- ωστόσο στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει ταιριαστή, ακριβώς επειδή αντιλαμβάνεται ποιος είναι κύριος λόγος που αρέσει τόσο το πρώτο «Anaconda» σε κάποιους ανθρώπους μέχρι σήμερα. Γι’ αυτό η αφήγηση εστιάζει περισσότερο στην παρέα και στη δυναμική της και στην απόπειρα να επαναφέρουν εκείνες τις καλύτερες μέρες που αναφέραμε και λιγότερο στα αληθινά, θηριώδη φίδια που τους κυνηγούν, σε μία αλά «Tropic Thunder» σεναριακή ανατροπή.
Οι ομοιότητες με εκείνη την κορυφαία στιγμή της κωμωδίας του εικοστού πρώτου αιώνα σταματούν εδώ – πέρα από τη συχνότητα και την ποικιλία των κωμικών ευρημάτων, δεν υπάρχουν πίσω από τον φακό ένας Μπεν Στίλερ κι ένας Τζον Τολ. Ωστόσο, το κωμικό ένστικτο των ηθοποιών χαρίζει μερικές στιγμές ατόφιας αμερικανικής κωμωδίας, η θέληση των δημιουργών να μεταδώσουν την ευφορία της δημιουργικότητας (και της δημιουργίας) πραγματώνεται σε μεγάλο βαθμό και τα παιδιά που μεγάλωσαν αγαπώντας το «Anaconda» θα χαρούν, παρακολουθώντας αντίστοιχα «παιδιά» στην οθόνη να παλεύουν ώστε να αναπλάσουν την εμπειρία της εποχής που το πρωτοείδαν. Ναι, μερικοί θεατές θα υποστηρίξουν ότι θα προτιμούσαν να είχαν ξαναδεί την πρωτότυπη ταινία, αλλά από μια πλευρά καλό τους έκανε που δεν συνέβη. Βλέπεις, μπορεί να διαπίστωναν ότι είναι λιγότερο καλή ταινία από όσο θυμούνται.











