Daliland
Daliland
Ένας φιλότεχνος νεαρός βρίσκεται συμπτωματικά στην σουίτα του Σαλβαδόρ Νταλί και της Γκαλά, κατά τα μέσα της δεκαετίας του ’70 στη Νέα Υόρκη. Δουλεύοντας δίπλα στον περίφημο ζωγράφο θα καταστεί μάρτυς της ιδιωτικής (ή και όχι τόσο) ιστορίας των ύστερων χρόνων της ζωής και του γάμου του. Σκανδαλοθηρικό, καρικατουρίστικο κι εν τέλει ανούσιο ψευτο-biopic που μπορεί να περηφανεύεται μηδενικό ενδιαφέρον στα γενεσιουργά αίτια μιας καλλιτεχνικής δημιουργίας.
Είναι σημαντικό ένας δημιουργός να σέβεται τους χαρακτήρες του. Όχι να τον καταπλακώνει το άκριτο δέος, ούτε να περιποιείται την αλήθεια για να καλλωπίσει μια εικόνα. Στην περίπτωση των ως κονίκλων αναπαραγόμενων biopics, απαιτείται και μια πρόσθετη αρετή: Αν δεν έχεις φτάσει στο υπόγειο της δημιουργίας, που για την τέχνη είναι η σκανδαλοθηρία και το κοινό κουτσομπολιό, και θέμα σου δεν είναι καθαυτά το ξεγύμνωμα του βασιλιά και ο ευτελισμός μιας εκκεντρικότητας, οφείλεις να προστατεύεις τον χαρακτήρα σου. Φυσικά, στην διεστραμμένη «φάση μας», κατά την οποία η ατμόσφαιρα έχει κυριευθεί από σχολιαστές παρά δημιουργούς, ανθεί η συντεταγμένη πλέον προσπάθεια αποκαθήλωσης της διασημότητας λες και αποτελεί αξίωμα ότι αυτή συγκεντρώνεται πάντα σε παντελώς ανάξιους.
Ο Σαλβαδόρ Νταλί, παρότι ευάλωτος σε λογιών σοβαρότατες κριτικές και λόγιες επικρίσεις, είναι ο ορισμός της εκκεντρικότητας και της διασημότητας συμπαριστάμενων μιας ευανάγνωστης καλλιτεχνικής ευφυΐας. Αν τον Νταλί δεν τον προστατεύσεις ανοικοδομώντας το «biopic» του, αν δηλαδή δεν αποδείξεις το μεγαλείο του, πράξεις, λέξεις και στάσεις του τον καθιστούν τέτοιο αβοήθητο νούμερο, που ευλόγως ο απληροφόρητος θεατής θα βγει από την αίθουσα διερωτώμενος για ποιο λόγο ο Νταλί έγινε ήρωας ταινίας, γιατί μας απασχολεί σήμερα.
Η Μέρι Χάρον, η οποία κάποτε πήρε ένα κάποιο χρίσμα σωζόμενη περίπου πλήρως από το κείμενο του Μπρετ Ίστον Έλις και την ερμηνεία του Κρίστιαν Μπέιλ («American Psycho»), δεν έχει το παραμικρό ενδιαφέρον να διεισδύσει στη διάνοια του Νταλί. Θέλει να δείξει πάρτι στη σουίτα, λίγο γυμνό (πάντοτε με τον τρόμο του δοσίμετρου στο μοντάζ μην κατηγορηθεί για αντικειμενικοποίηση), να τονίσει εκκεντρικότητες (λες και ο Νταλί ήθελε βοήθεια), να μιλήσει για λεφτά, γκαλερίστες και ατζέντηδες. Στα ελάχιστα ξέφωτα, κάνει ένα σχόλιο για τα γηρατειά και τον φόβο του θανάτου των Νταλί-Γκαλά (μια σκηνή εκεί στην αρχή σε προδιαθέτει για μια καλή ταινία) και μετά οι προσδοκίες πέφτουν στον βούρκο των φλασμπάκ (με ένα χαριτωμένο κολπάκι όπου η Χάρον μιμείται αγρίως, ενίοτε τουλάχιστον κάπως χιουμοριστικά), των επεξηγηματικών «οσκαρικών» ενσταντανέ και της ανηλεούς μουσικής που καταντά σαν αυτές διαφημιστικών ανθρωπιστικής βοήθειας.
Ο Νταλί δεν είναι παρά ένας ξεπεσμένος, υποχόνδριος, άνευρος τσιρκολάνος που στις πιο σοβαρές σκηνές…σκέφτεται μπροστά στον καμβά (ο Μπεν Κίνγκσλεϊ στην χιλιοστή του επένδυση σε ρόλο διάνοιας/σοφού/φτασμένου/παραγνωρισμένου πιονέρου), η Γκαλά τίποτα παραπάνω από μια ξιπασμένη, νυμφομανής προικοθήρας. Ό,τι μαθαίνουμε έχει τον σκανδαλιστικό ειρμό της wikipedia - υπάρχουν και αυτολεξεί φράσεις του λήμματος. Στα χαρτιά – και μια-δυο σκηνές για το ξεκάρφωμα – υπάρχει ένα υλικό που θεωρητικά εξηγεί γιατί είναι ήρωες μιας ταινίας. Όμως ακόμα και αυτές, στομφώδεις και κακοσκηνοθετημένες επίσης, έρχονται σε λάθος χρόνο, αφ’ ότου το κακό έχει γίνει, αφ’ ότου ο ανοίκειος θεατής θα έχει ξεστομίσει κάμποσα για ένα ζευγάρι ξεμωραμένων ζάμπλουτων που δεν κερδίζουν ποτέ δραματουργικά τον λόγο της ύπαρξής τους.
Αν σε αυτά προσθέσεις και τις (μπορεί και ακούσιες) νύξεις για το πόσο αυθαίρετες είναι οι αξιολογήσεις των εικαστικών, παρουσιάζοντας μια μικροκοινωνία που αποφασίζει την αξία ενός καλλιτέχνη θέτοντας διάδοχα σε λειτουργία το γρανάζι ενός κυκλώματος που χαρίζει κύρος μεταφρασμένο σε δολάρια, δεν έχεις να κάνεις απλά με μια μέτρια ταινία, φθηνής αισθητικής. Έχεις να αναμετρηθείς με έναν κινηματογραφικό λίβελλο που μισεί, σκόπιμα ή μη, το θέμα και τον χαρακτήρα του.











