Goat: Ο Δρόμος Προς την Κορυφή
Goat
Τα κλισέ των αθλητικών ταινιών εφαρμόζονται ένα προς ένα, δίχως την παραμικρή διάθεση πρωτοτυπίας, σε αυτό το μπασκετικό animation που θα φανεί διασκεδαστικό στους φίλους του αθλήματος, αλλά θα προκαλέσει πλήξη σε όλους τους υπόλοιπους.
O Γουίλ είναι μια νεαρή κατσίκα που λατρεύει το άθλημα του roarball και έχει μεγαλώσει θαυμάζοντας τους κορυφαίους αθλητές του. Μεγαλώνοντας, του δίνεται η ευκαιρία να παίξει σε επαγγελματική ομάδα, όταν ένα βίντεο στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης γίνεται viral και τον κάνει διάσημο. Ο Γουίλ παίρνει μεταγραφή στην ομάδα των Vineland Thorns και καλείται να συμβάλει στην άνοδό της, μετά από ένα σερί κακών αποτελεσμάτων, ώστε η ομάδα να διεκδικήσει ξανά με αξιώσεις το πρωτάθλημα. Εκτός, όμως, από τις δυσκολίες του αθλήματος, ο Γουίλ πρέπει να αντιμετωπίσει και την καχυποψία των συμπαικτών του, οι οποίοι τον αντιμετωπίζουν σαν αρχάριο.
Μπορεί το άθλημα που παίζουν οι χαρακτήρες του «Goat» να αποκαλείται στην ταινία «roarball», δεν μένει όμως η παραμικρή αμφιβολία ότι αναφέρεται στο μπάσκετ – δεν καταλάβαμε, βλέποντας την ταινία, τους λόγους αυτής της αλλαγής, αλλά ας ήταν αυτό το μοναδικό πρόβλημα του φιλμ. Κατά συνέπεια, στους φίλους του αθλήματος ενδέχεται το έργο να προσφέρει μια κάποια διασκέδαση κυρίως επειδή τα μπασκετικά animation δεν είναι ακριβώς πολυάριθμα, σε όλα, όμως, τα υπόλοιπα μέλη του κοινού το «Goat» πιθανότατα θα προκαλέσει αφόρητη πλήξη, και όχι άδικα.
Μια αθλητική ταινία, όπως αποδεικνύεται με μια σύντομη αναδρομή στην ιστορία του είδους, είναι πραγματικά καλή όταν το άθλημα λειτουργεί μονάχα ως πρόφαση για να πει ο δημιουργός αυτά που θέλει, ως αλληγορία, αν θέλετε, για τη σύγχρονη ζωή και τον διαρκή ανταγωνισμό που θρέφει το μοντέλο επιτυχίας κυρίως του δυτικού κόσμου – αφού σε όλο τον υπόλοιπο κόσμο τους απασχολούν άλλου είδους προβλήματα. Οι ταινίες που επικεντρώνονται στο success story εύκολα καταλήγουν ανιαρές, αφού τέτοιες ιστορίες έχουν ειπωθεί πάμπολλες φορές στη μεγάλη και τη μικρή οθόνη. Δεν είναι τυχαίο που οι μοναδικές στιγμές στις οποίες το «Goat» κάπως πάει να λειτουργήσει είναι όταν προσπαθεί να διατυπώσει το μήνυμα ότι αξίζει να ονειρεύεται κανείς και να θέτει υψηλούς στόχους.
Δυστυχώς, η θεματική αυτή θίγεται απλώς επιδερμικά και το σενάριο ακολουθεί, από εκείνο το σημείο κι έπειτα, γνώριμα αφηγηματικά μονοπάτια. Ο έμπειρος θεατής μπορεί να προβλέψει ακριβώς τι θα γίνει στην επόμενη σκηνή καθ’ όλη τη διάρκεια του έργου. Οι σεναριογράφοι δεν σκοντάφτουν, φαινομενικά, πουθενά, ίσως όμως αυτό να είναι και το βασικό ελάττωμα της ταινίας, αφού δίνεται διαρκώς η αίσθηση πως ό,τι βλέπουμε το έχουμε ξαναδεί σε άλλες, πολύ καλύτερες ταινίες.
Σε εικαστικό επίπεδο, η ταινία είναι μάλλον αδιάφορη. Το ψηφιακό animation είναι απλά ικανοποιητικό, χωρίς την παραμικρή πινελιά οπτικής έμπνευσης. Ο σχεδιασμός των χαρακτήρων δεν προσφέρει κάτι στη σκιαγράφησή τους, ενώ ο κόσμος της ταινίας, που στο σινεμά κινουμένων σχεδίων προσθέτει τη δυσκολία ότι πρέπει να σχεδιαστεί εκ του μηδενός, δε φαντάζει καθόλου ενδιαφέρων ή ελκυστικός. Οι φωνητικές ερμηνείες είναι καλές, τουλάχιστον στην αγγλόφωνη εκδοχή που παρακολουθήσαμε εμείς – για τη μεταγλωττισμένη εκδοχή που θα προβληθεί στους εγχώριους κινηματογράφους θα πρέπει να μας πείτε εσείς, έχουμε περιέργεια πώς θα μεταφερθεί το ιδίωμα της αφρο-αμερικανικής ομιλίας που, εύλογα, κυριαρχεί στην πρωτότυπη μορφή του φιλμ.





_1581_107780303_type12905.jpg)
_1581_107780303_type11793.jpg)




