Ο Μαγικός Αυλός
The Magic Flute
Ένας νεαρός μουσικός πηγαίνει να σπουδάσει στο φημισμένο ωδείο «Mozart» στις αυστριακές Άλπεις. Εκεί όμως καραδοκεί μια μαγική πύλη στο σύμπαν του «Μαγικού Αυλού», της διάσημης όπερας του Μότσαρτ, μαζί με μια περιπέτεια απρόσμενων συνεπειών. Ο μέγας Αυστριακός μουσουργός προστατεύει ένα έντιμο θέαμα όπου «Ο Πυρετός της Δόξας» συναντά τα Χάρι Πότερ, με παραγωγό τον Ρόλαντ Έμεριχ («Ημέρα Ανεξαρτησίας», «Μετά την Επόμενη Μέρα») για μια παρτιτούρα εμπορικότητας.
Αν δεν έχεις μπαγκάζια προσερχόμενος στο ντεμπούτο του Φλόριαν Σιγκλ, έχει καλώς. Συνεπώς, μιας και η ταινία απευθύνεται σε εφήβους και παιδιά, η υπόσχεση τηρείται. Είναι βέβαια μια υπόσχεση «μολυσμένη» από τη νοοτροπία του σύγχρονου blockbuster και της multiverse λογικής, οπότε ο κίνδυνος οι κλώνοι σας να δουν μια πρωτότυπη (ή παραδοσιακή, όπως το δει κανείς) ταινία που θα τους μπάσει στην ατμόσφαιρα του κλασικού παραμυθιού και της μουσικής του Μότσαρτ ελαχιστοποιείται. Ως εκ τούτου είναι πρακτικά αδύνατον να δεις ένα κείμενο που οι λέξεις Χόγκουαρτς και Χάρι Πότερ θα απουσιάζουν, ειδικά αφού η σκηνοθετική λογική, η σεναριακή δομή και, κυρίως, η παραγωγική εποπτεία του Έμεριχ παραπέμπουν ευθέως στις μεταφορές τις Τζ. Κ. Ρόουλινγκ.
Γι’ αυτό κι εμείς τελειώσαμε με αυτές.
Η αλήθεια είναι ότι ο μεγαλύτερος θεατής, που αναπόφευκτα έχει και τα μπαγκάζια που προαναφέραμε, βρίσκει λόγους αισιοδοξίας στην αρχή. Η άνεση της παραγωγής, η σπιλμπεργκική (υπό μορφή Κρις Κολόμπους) αφήγηση και οι τοποθεσίες της ταινίας, φέρνουν μια ατμόσφαιρα κλασικής ταινίας σχολής («Πυρετός της Δόξας», «Όλα για το Πτυχίο» κλπ.), υπονοούν μια λογική «ταινίας Ρόκι» (το σεναριακό σχήμα που θέλει το θεατή να στηρίζει έναν πρωταγωνιστή στο εγχείρημά του για ένα επίτευγμα) και έχει κι ένα κλείσιμο ματιού στην παρουσία του Φ. Μάρεϊ Έιμπραχαμ ως διευθυντή της σχολής Μότσαρτ (39 χρόνια πριν ήταν ο Αντόνιο Σαλιέρι του «Αμαντέους» του Φόρμαν, θυμίζουμε) που αρκεί να χαμογελάς ευχαριστημένος.
Μετά έρχεται ο…Dr. Strange. Και δεν είναι ότι το χαμόγελο κόβεται όπως το βούτυρο απ’ το καυτό μαχαίρι, αλλά «βαριέσαι» αμέσως από την επανάληψη αυτής της νόρμας που έχει κιμαδοποιήσει τις κινηματογραφικές ιστορίες. Βέβαια, αν δεν ανοίξει η πύλη στο σύμπαν όπου ο ήρωάς μας θα γίνει «ο πρωταγωνιστής μιας αφήγησης», ο τίτλος της ταινίας - και η όπερα του Μότσαρτ - θα έμεναν προφάσεις. Η ταινία μέσα στην ταινία λοιπόν είναι μια χαλαρή μεταγραφή της ιστορίας του «Μαγικού Αυλού», της τελευταίας όπερας του ανυπέρβλητου Αυστριακού, μόλις 232 χρόνια πριν.
Το «μιούζικαλ» σκέλος της ταινίας – γιατί όπερα δεν θα ήταν δυνατόν να περιμένουμε – λειτουργεί σχετικά. Κι αυτό γιατί έχουμε κοτζάμ Σαμπίν Ντεβίλ στον ρόλο της Βασίλισσας της Νύχτας, που με την κολορατούρα της σαρώνει, κι έχουμε και κάμποσα μέτρα από την αυθεντική μουσική να απογειώνουν το μουσικό μέρος. Ο μπάσος Μόρις Ρόμπινσον συμπληρώνει επαρκώς την οπερατική ηχητική εικόνα (συν του ότι αποδεικνύεται διάδοχος του Τζέιμς Ερλ Τζόουνς όταν μιλά) και σε κάνει να ξεχνάς ότι γενικά οι φωνητικές ερμηνείες κλίνουν περισσότερο στο μιούζικαλ και την ροκ όπερα, πράγματα για τον υπογράφοντα αρκετά για να υπογράψει δηλώσεις μετανοίας σε ό,τι έκανε και δεν έκανε στη ζωή του. Τουλάχιστον οι φωνές δεν ακούγονται με RnB μανιέρα διορθωμένη σε τίποτα εγκληματικά auto tunes.
Από εκεί κι έπειτα αναλαμβάνει ο Έμεριχ και τα συνήθη καλοφτιαγμένα οπτικά εφέ της Cenrtropolis, που πάντως συμβάλλουν στην δημιουργία δύο κόσμων που συγγενεύουν μεν, διαφοροποιούνται εικαστικά δε. Τα ντεσιμπέλ ανεβαίνουν, η φόρμα του ιππότη και της δεσποσύνης σε κίνδυνο αναπαράγεται, οι ισχνές παράπλευρες ιστορίες επιχειρούν να εκμοντερνίσουν φέρνοντας σχήματα ποικιλομορφίας και συμπερίληψης (με ολίγη αντι-μπούλινγκ) ενώ και η διάρκεια αναπόφευκτα τεντώνεται, καθώς πρακτικά το μιούζικαλ προάγει με την ησυχία του την πλοκή. Όμως το θέαμα και η μουσική του Μότσαρτ αποζημιώνουν – για τις πρωτότυπες συνθέσεις καραδοκεί η λήθη.
Κι έτσι πάντως, στην ένδεια των ημερών, γονείς με κάποια μουσική ευαισθησία και ευρύχωρο κινηματογραφικό κριτήριο μπορούν άφοβα να παροτρύνουν τα παιδιά τους. Έστω κι αν η πραγματικότητα σχολών στις πλαγιές των Άλπεων και μαθητών που αγαπούν τη σοβαρή μουσική (προσθέστε και Jackson 5 στη συνταγή, δεν είναι μόνο κλασικό το σάουντρακ), μπορεί να προκαλέσει ψυχολογική επιδείνωση στην καθ’ ημάς σύγκριση.











