Το Κλάδεμα της Τριανταφυλλιάς - ταινιες , παιζονται τωρα || cinemagazine.gr

Το Κλάδεμα της Τριανταφυλλιάς

Rosebush Pruning

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

2026
    ΠΑΡΑΓΩΓΗ: Ην. Βασίλειο, Γερμανία, ΗΠΑ, Καναδάς, Ισπανία, Ιταλία
    ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Καρίμ Αϊνούζ
    ΣΕΝΑΡΙΟ: Ευθύμης Φιλίππου
    ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Κάλουμ Τέρνερ, Πάμελα Άντερσον, Τζέιμι Μπελ, Τρέισι Λετς, Ράιλι Κίο, Ελ Φάνινγκ
    ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Ελέν Λουβάρ
    ΜΟΥΣΙΚΗ: Μάθιου Χέρμπερτ
    ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 97'
    ΔΙΑΝΟΜΗ: Danaos Films
    Το Κλάδεμα της Τριανταφυλλιάς

Μια κάπως ασυνήθιστη οικογένεια Αμερικανών ζει σε μια βίλα στην Ισπανία μέχρις ότου ο ένας εκ των τριών γιων (υπάρχει και μια κόρη) «κινδυνεύει» να νυμφευθεί κάποια «έξω από την αγέλη» οπότε και, όπως ακούγεται και στην ταινία, «το πεπόνι πέφτει». Ο Ευθύμης Φιλίππου πειράζει τις «Γροθιές στην Τσέπη» του Μάρκο Μπελόκιο, παραδίδει αυτό που ξέρει όσο κανείς άλλος, όμως το αποτέλεσμα είναι de facto νωθρό.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Κατηγορώ αναμφίβολα το (αντιπνευματικότατο) πνεύμα της αντιλογίας μέσα μου για το γεγονός ότι όταν μαθαίνω μια ταινία φιλοδοξιών να καταντά σάκος του μποξ της σοσιομιντιακής στρατόσφαιρας, στην οποία εν πολλοίς υπάγεται πλέον και η κινηματογραφική κριτική, αυτόματα θέλω να την υπερασπιστώ. Παρά την χαμηλή βαθμολογία, η οποία είναι κάτι το προαναγγελθέν στα κιτάπια μου όταν πρόκειται για σινεμά της ιντελιγκέντσιας (περισσότερα σε λίγο), θα το επιχειρήσω και εδώ. Γιατί ο Φιλίππου, που όπως πάντα όταν σεναριογραφεί οδηγεί την ταινία παραπάνω από τον καθένα, εξακολουθεί μεν να χτυπά τον αιμόφυρτο, χιλιομωλωπισμένο στόχο του, αλλά, επίσης όπως πάντα, ξέρει να γράφει σενάριο, ξέρει να διανθίζει με πινελιές που εκτός από τραγελαφικές (σε σύλληψη και εκτέλεση) έχουν κάτι.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα του μεγαλοπιασμένου σημερινού αφηγηματικού σινεμά είναι το άγχος της ανέλκυσης. Μην τυχόν και φανεί εξαρχής ότι θέλουμε να πούμε κάτι που έχει δισχιλιάκις ειπωθεί – και καλύτερα. Τότε, το σινεμά αυτό, ορμώμενο από μια εξαρχής συζητήσιμη θέση (ότι πρώτιστα στο σινεμά έχει σημασία το νόημα), αρχίζει να πειράζει κάποιο από τα 40-50 ζητήματα, που αποτελούν ουσιαστικά την θεματολογία της τέχνης από τον Όμηρο και τον Αισχύλο κι έπειτα, σε τέτοιο βαθμό που να αποτελεί πόλο ενδιαφέροντος το πείραγμα παρά η ουσία. Με τον τρόπο αυτό, φυσικά, οι δημιουργοί συνομιλούν παράλληλα και με το «πώς» της πραγματείας τους (που άπαξ και μιλάς για κάτι που να αξίζει τον κόπο είναι το μόνο που μετρά), αλλά στο ενδιάμεσο μπορεί και να έχουν λησμονήσει ότι το έργο τους δεν υφίσταται δίχως τους θεατές του. Αυτοί πρέπει να είναι στο κόλπο της συνωμοσίας που εξυφαίνει ο δημιουργός, και πρέπει να είναι ισότιμοι συνένοχοι – συνομιλητές. Αν το κοινό σου το περιπαίζεις, ή αν διαλέγεις επιδεικτικά ποιους επιθυμείς να απευθύνεσαι (ένα τέλειο παράδειγμα εδώ είναι η Ζώνη Ενδιαφέροντος του Γκλέιζερ), τότε η πρόσληψη ποικίλει από την θυμηδία στην πρώτη περίπτωση μέχρι τον θυμό. Κυρίως επειδή συλλαμβάνεσαι να κάνεις σινεμά για τους δικούς σου, αυτούς που σε καταλαβαίνουν και σε συμμερίζονται. Όπερ εστί μεθερμηνευόμενον,  σινεμά της ιντελιγκέντσιας.

Θεωρώ αυτονόητο ότι δεν υπήρξε πρώιμος θεατής/κριτικός/παραγωγός του Κυνόδοντα που είπε «α, επιτέλους να μια ταινία που θα μιλήσει στον κόσμο». Όχι. Όλοι μπορεί να κοιτάχτηκαν και να είπαν «να ένα αριστούργημα αγάπη μου» (το αγάπη μου α λα Δεληβοριάς στον Σκύλο στο Κολωνάκι) που τα λέει αντι-κοινότοπα έξω από τα (κυνο)δόντια, που ταρακουνά τα νερά μιας αιωνίως λιμνάζουσας κινηματογραφίας, έχει κάτι να πει, εμείς το πιάσαμε, κι εμείς θα το αναγάγουμε σε προμετωπίδα και πολιορκητικό κριό. Την έκανε λαχείο το σινεμά μας. Ωστόσο, υπάρχει και αληθινά θετική πλευρά. Είναι ακριβώς αυτά τα έργα που ακριβώς επειδή το ίχνος τους εκτιμάται από το σινάφι (οπότε και τους συναδέλφους δημιουργούς) λειτουργούν εν συνεχεία ως εύφορο υπέδαφος από το οποίο όλοι κάτι έχουν να αντλήσουν – ή και να χρησιμοποιήσουν ως μπούσουλα αποφυγής – για να φτιάξουν τα δικά τους. Όπως και συνέβη.

Τώρα, που έχουν περάσει όλα αυτά τα χρόνια, και το weird, όπως συμβαίνει με καθετί που φάνταξε πρωτοποριακό, έχει διαποτίσει μεν δεξιά και αριστερά αλλά έχει και παλιώσει ανεπίστρεπτα, ο Ευθύμης ο Φιλίππου είναι ακόμα εδώ για να υπενθυμίζει ότι και το weird από κάπου προήλθε (εδώ αντλεί από το ντεμπούτο του Μπελόκιο 60 χρόνια πριν) αλλά και ότι εξακολουθεί, αν παιχτεί καλά το χαρτί του, να τα λέει καλά. Ότι παραμένει εύφορο.

Η αλήθεια είναι ότι εξαιρώντας τα επεισόδια εκείνα που φωνάζουν ότι προήλθαν από session δημιουργικής γραφής/ρίψης ιδεών, μηδενικής αυτολογοκρισίας και άπειρης δυνατότητας πραγμάτωσης οιασδήποτε ιδέας (προσωπικά δεν το βρίσκω διόλου ωφέλιμο αυτό στον κινηματογράφο), ο Φιλίππου, έστω και στην (δική του, πάντως) πεπατημένη, κρύβεται στην μοναδική του ικανότητα να δημιουργεί συστηματικά μια σπουδή στην ενσυνείδητα cringy αμηχανία. Είναι πρώτο βήμα και μαζί στόχος της δραματουργίας του, λειτουργεί έξοχα μπρεχτικά, αποσπά καλές ερμηνείες από καλογυμνασμένα καστ, ξεβολεύει καθοδηγητικά (με την καλή έννοια) και δίνει λαβή σε χιουμοριστικές οξύνσεις οι οποίες είναι πλέον όχι απλά χρήσιμες, αλλά σωσίβιες στον «αλλόκοτο» τρόπο. Φυσικά, όσο περισσότερο χιούμορ εκπέμπει ένα έργο, δυστυχώς ίσως, τόσο περισσότερο αμβλύνεται η κριτική του στο μυαλό του γενικού κοινού. (Το οποίο βέβαια έχει πολύ νωρίς εγκαταλείψει ένθερμα την ταινία, είναι φαύλο να μιλάμε για γενικό κοινό σε τέτοιο σινεμά.) Έχει επίσης το ταλέντο να κρύβει ωραίες καθαρά σεναριακές λεπτομέρειες στην κατασκευή – ένα παράδειγμα εδώ το ότι ο Έντουαρντ «δεν διαβάζει και δεν γράφει» - που βαθαίνουν τα πατήματα του έργου.

Γιατί λοιπόν τόση εχθρότητα στην ταινία του Καρίμ Αϊνούζ (ξέχασα, αυτός υπογράφει); Ίσως μια απάντηση να κρύβεται σε πράγματα που προανέφερα. Εγώ δεν βλέπω λόγο φανατικής εναντίωσης, βλέπω μια ταινία διασκεδαστικά κριτικής/χιουμοριστικής στάσης απέναντι και σε άλλα τρέχοντα τοτέμ (μερικά έχουν σχέση και με την «ορθότητα»), βλέπω φυσικά μια ταινία που κουβαλά μαζί της 97 λεπτά καρφιά για το φέρετρο της Οικογένειας (μπείτε στη σειρά οι πολέμιοι), ουδέν λόγο να διαφωνήσω έχω αλλά είναι πως τα βλέπει κανείς, μια ταινία που καταευχαριστιέται να καμουφλάρει την βαθιά ζυμωμένη της απέχθεια για τα καπιταλιστικά παραπροϊόντα που είμαστε όλοι, μια ταινία που διαβάζει «τέλος του σεξ» σε μια εποχή όντως ιδιότροπη στο θέμα, ένα πόνημα weird προπαρασκευής που είναι τόσο καλά τακτοποιημένο στον κόσμο του ώστε ακόμα και το (με τα πάντα) χιούμορ του να φαίνεται πλέον προκάτ. Και ίσως λίγο περαιτέρω του δέοντος αδιάφορο για το αν θα γελάσεις κι εσύ, τυχαίε περαστικέ της αίθουσας της αδειανής. Στις οποίας την έξοδο, και αυτό το έχει προοικονομήσει ο Ευθύμης Φιλίππου, θα πέσει «βαθιά σιωπή». Αν αυτό θα είναι για καλό, υποθέτω το ξέρουμε ήδη. Κι είμαστε όλοι ικανοποιημένοι με τον εαυτό μας.

ΟΛΕΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
  • Το Κλάδεμα της Τριανταφυλλιάς
  • Το Κλάδεμα της Τριανταφυλλιάς