H Γυναίκα του Τσαϊκόφσκι
Tchaikovsky's Wife
Ένα μουντό στιγμιότυπο πολύ υψηλής αισθητικής από την άγνωστη ζωή του Τσαϊκόφσκι, μέσα από τα μάτια μιας γυναίκας που αγάπησε πολύ. Η «Γυναίκα του Τσαϊκόφσκι» αποτέλεσε μια από τις πιο αμφιλεγόμενες του περσινού Φεστιβάλ των Καννών. Για όσους αντέχουν την ακραία επιτήδευση και τον σκληροπυρηνικό arthouse χαρακτήρα του, ήταν και μία από τις πιο ενδιαφέρουσες.
O Κιρίλ Σερεμπρένικοφ εμπνέεται από τη ζωή του Τσαϊκόφσκι παρουσιάζοντας μια ατυπική βιογραφία της συζύγου του, Αντονίνα Μιλιούκοβα. Η Μιλιούκοβα παρουσιάζεται αρχικά σαν ένα ευγενούς καταγωγής, μαζεμένο κορίτσι. Σε ένα από τα πάρτι της θείας της βλέπει τον ήδη ανερχόμενο Τσαικόφσκι και αποφασίζει πως θα είναι ο άντρας της ζωής της. Αρχικά του ζητάει να βρεθούν δια αλληλογραφίας, στη συνέχεια του εξομολογείται τον άσπιλο (ακόμη) έρωτά της, στο τέλος ο Τσαϊκόφσκι δέχεται να την παντρευτεί, αφού όμως την προειδοποιήσει πως δεν θα είναι ο καλύτερος σύζυγος. Η Αντονίνα όμως δεν τον άκουγε...
Σε ό,τι έχει να κάνει με το Ρώσσο μουσουργό, το σενάριο που υπογράφει ο ίδιος ο Σερεμπρένικοφ εξαντλείται στην καταπιεσμένη ομοφυλοφιλία του, που μαζί με την ασθενική του κράση χαρακτηρίζουν ολόκληρη τη συμπεριφορά του στο πλαίσιο της ταινίας. Ο Τσαϊκόφσκι περιφέρεται σαν μία καταπονημένη ιδιοφυΐα που αδυνατεί να βρει την απαραίτητη ηρεμία για να δουλέψει. Απέναντι του όμως πρωταγωνιστεί ένας πραγματικός χείμαρρος, αφού το ερωτοχτυπημένο κορίτσι δεν αργεί να μετατραπεί σε ασταθές ηφαίστειο αισθήσεων (και παραισθήσεων), έτοιμο ανά πάσα στιγμή να εκραγεί. Η Μιλιούκοβα παρουσιάζεται σαν μια γυναίκα ολοκληρωτικά δοσμένη στον Τσαϊκόφσκι, τόσο που ξεπερνάει το επίπεδο της εμμονής και στο δεύτερο μισό κατεβαίνει σταδιακά τα σκαλιά της παράνοιας. Ο Σερεμπρένικοφ όλα αυτά τα παρακολουθεί σαν μελό δωματίου, σαν ένα υψηλής αισθητικής ψυχόδραμα που εκτυλίσσεται κατά κύριο λόγο σε σαλόνια, δικηγορικά γραφεία και κρεβατοκάμαρες.
Το πλαισιώνει ωστόσο με μία αποστομωτική αναπαράσταση της τσαρικής Ρωσίας που εντυπωσιάζει με τις τεχνικές κι αισθητικές της λεπτομέρειες. Όσον αφορά τη μουσική, δεν ακούγονται παρά ελάχιστες νότες από τα έργα του Τσαϊκόφσκι, υπάρχει όμως ένα δραματικό πιανιστικό θέμα τεμαχισμένο σε σκηνές. Είναι από νωρίς σαφές, πως ο Σερεμπρένικοφ το παρουσιάζει τμηματικά για να ενορχηστρωθεί σε κάτι μεγαλύτερο στη συνέχεια. Στην αρχή της ιστορίας επίσης μοιάζει το πλέον παράταιρο αισθητικό στοιχείο. Είναι σαν οι νότες από ένα πελώριο πιάνο να πέφτουν βαριές κι απόλυτες, πάνω σε ένα αβάσταχτα μουντό σκηνικό.
Η φωτογραφία από την άλλη αποδεικνύεται μια πολύ ειδική αποστολή, καθώς έχουν αξιοποιηθεί μόνο φυσικές πηγές και πολύ μεγάλα διαφράγματα. Τόσο που όταν οι ηλιαχτίδες περνούν μέσα από τα πλήκτρα και ξεχύνονται στο καρέ, είναι σαν να παίρνει φωτιά ολόκληρη η οθόνη. Αν συνυπολογίσουμε την καλλιτεχνική διεύθυνση που οδηγεί και σε ένα βαθμό τιθασεύει όλα αυτά, το εικαστικό κομμάτι είναι τουλάχιστον αξιοσημείωτο και αντάξιο της ιδιοφυΐας του συνθέτη.
Και λέμε σε ένα βαθμό γιατί η κατά βάση στη σκηνοθεσία δεν υπάρχει φρένο. «Η Γυναίκα του Τσαικόφσκι» είναι μια εθελούσια κι ελεύθερη πτώση σε ένα πυρετώδες όνειρο, που ξεκινάει απλό και όμορφο, αν και λίγο ξεκούρδιστο. Όσο κατεβαίνουμε όμως τα παχύρρευστα στρώματα της αλλόκοσμης ατμόσφαιράς του, ανακαλύπτουμε κάτι φύσει και θέσει τολμηρό, έναν έκρυθμο κόσμο μέσα από τα μάτια μιας γυναίκας που όπως κι ο σκηνοθέτης, τα δίνει όλα χωρίς να την ενδιαφέρουν οι συνέπειες. Στον πυρήνα όλου αυτού βρίσκεται ένα αυθεντικό κινηματογραφικό ντελίριο, ένας παροξυσμός που εκδηλώνεται με καλλιτεχνικές μορφές πέρα από το σινεμά. Όσο πλησιάζουμε στο κρεσέντο του φινάλε συμβαίνουν πράγματα που σίγουρα θα προκαλέσουν τη λογική και τις αισθήσεις ακόμη και του πιο σκληροπυρηνικού θεατή. Τότε όμως είναι που τα αισθητικά στοιχεία δένουν σε κάτι μοναδικό, κάτι μεγαλειώδες. Κάτι αντάξιο όχι απλά του Τσαϊκόφσκι, αλλά και μιας γυναίκας καταραμένης. Όχι μόνο επειδή δεν μπορούσε να αγαπηθεί από τον άντρα της, αλλά και γιατί ο κόσμος δεν άφηνε την ίδια να αγαπήσει. Κι αν κρίνουμε από το μέγεθος και τα συντρίμμια της αυτοκαταστροφής, στο μικρό ανάστημά της χώραγε υπέρμετρα πολλή αγάπη.











