Βγαίνουν Μέσα απ’τη Μάργκο
They Come Out of Margo
Ο Αλέξανδρος Βούλγαρης aka The Boy επιστρέφει με ένα υβρίδιο κινηματογράφου, φωτογραφικού άλμπουμ και βίντεο κλιπ, στο γνώριμο φιλμικό του ύφος που θα ενθουσιάσει τους λάτρεις και θα εξοργίσει τους πολέμιους.
Η Μάργκο (Σοφία Κόκκαλη) είναι μια μουσικός η οποία, ύστερα από ένα σερί επιτυχημένων δίσκων που την ανέδειξαν σε φαινόμενο στην εποχή τους, γνώρισε κριτικό μένος και εμπορική αποτυχία με τον τελευταίο δίσκο της, με αποτέλεσμα να αποσυρθεί για επτά χρόνια από τη μουσική. Τώρα, την ημέρα που κλείνει τα σαράντα της χρόνια, προσκαλεί φίλους στο σπίτι της για ένα πάρτι. Ετοιμάζει την επιστροφή της στη μουσική, ενώ μια ταινία γυρίζεται γι’ αυτήν και ανάμεσα στους καλεσμένους βρίσκεται η ηθοποιός που θα την υποδυθεί. Μια απροσδόκητη επίσκεψη στη διάρκεια του πάρτι θα πυροδοτήσει μια αλληλουχία αναμνήσεων, οι οποίες θα ξυπνήσουν απωθημένα, μύχια συναισθήματα και καταπιεσμένες φοβίες στη Μάργκο.
Οι εξοικειωμένοι με το σινεμά του Αλέξανδρου Βούλγαρη γνωρίζουν τι να περιμένουν από τη νέα ταινία του, «Βγαίνουν Μέσα απ’τη Μάργκο». Ο κινηματογράφος του σκηνοθέτη που υπογράφει τις ταινίες του ως The Boy αδιαφορεί για τις δραματουργικές συμβάσεις, τους χαρακτήρες, το σενάριο και τους φιλμικούς κόσμους, αλλά χρησιμοποιεί την αφήγηση μονάχα ως πρόσχημα προκειμένου να μοιραστεί με το κοινό συνειρμούς, αναμνήσεις, σκέψεις, παρατηρήσεις. Το σινεμά του θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως «ημι-δοκιμιακό», οπωσδήποτε είναι ακραία φορμαλιστικό, ενώνει στοιχεία από άλλες τέχνες, όπως η φωτογραφία, η μουσική και το κολάζ, δεν ενδιαφέρεται καθόλου για το ρεαλισμό, κατοικεί σε ένα φαντασιακό, εντελώς δικό του κόσμο, στον οποίο η είσοδος επιτρέπεται αποκλειστικά σε όσους τον ακολουθούν πιστά από την πρώτη του κιόλας ταινία, ή σε εκείνους που αρέσκονται σε θεάματα τα οποία δεν εναρμονίζονται απόλυτα με την ευρέως διαδεδομένη αντίληψη περί του τι είναι κινηματογράφος.
Δεν έχεις ακριβώς να προσάψεις κάτι στον Αλέξανδρο Βούλγαρη και στη νέα του ταινία. Και ωραία φωτογραφία έχει, και χειροποίητο σινεμά με μεράκι από πλευράς του δημιουργού είναι, και στο κοινό που απευθύνεται θα βρει ανταπόκριση. Θα ήταν, δε, αερολογία να επιχειρήσει κανείς να εντοπίσει τις δραματουργικές αδυναμίες ενός σεναρίου που, στο βαθμό που υπάρχει, λειτουργεί απλά ως μπούσουλας για το δημιουργό. Ακόμα και οι ερμηνείες, μηχανικές όπως πάντα στο σινεμά του σκηνοθέτη, είναι καθοδηγημένες έτσι από τον ίδιο. Κάποιος θα έλεγε πως αυτό είναι μέρος του οράματός του, κάποιος άλλος ότι πίσω από αυτό κρύβεται η αδυναμία καθοδήγησης των ηθοποιών προς μια κινηματογραφική ερμηνεία, ίσως πρόκειται για καθαρά υποκειμενικό ζήτημα στο οποίο κάθε θεατής πρέπει να πάρει τη θέση που κρίνει ως ορθή.
Ποιο είναι, λοιπόν, το πρόβλημα με την ταινία και πού οφείλεται η σχετικά χαμηλή «αστρική» αξιολόγηση; Στη βαρύτητα που ο (συγκεκριμένος) γράφων αποδίδει στη θεματολογία με την οποία καταπιάνεται σε αυτή του την ταινία ο σκηνοθέτης και στην ανακύκλωση που εντοπίζουμε σε σχέση με προηγούμενες δουλειές του. Η έγνοια μιας καλοβαλμένης σαραντάρας μουσικού για το χρόνο που περνά, για τον επερχόμενο θάνατο, για το τραυματικό παρελθόν μπορεί να απασχολούν ειλικρινά τον δημιουργό, όμως δεν παύουν να είναι first world problems. Επιπλέον, το πάντρεμα ειδών, όπως το μιούζικαλ και ο τρόμος, δε λειτουργεί και τόσο καλά στη συγκεκριμένη ταινία, αφού προκύπτει κάπως βεβιασμένα, σαν ο σκηνοθέτης να θέλει να κάνει το φιλμ του πιο αλλόκοτο, δίχως όμως αυτή η παραξενιά να έχει να προσθέσει κάτι επί της ουσίας στο έργο.
Δεν αμφιβάλλουμε ότι το σινεμά του Αλέξανδρου Βούλγαρη έχει τους ορκισμένους οπαδούς του, το ποσοστό των οποίων δεν είναι διόλου ευκαταφρόνητο στις τάξεις του εγχώριου κοινού. Όμως, το «Βγαίνουν Μέσα απ’τη Μάργκο» είναι μια ταινία που προδίδει δημιουργική κόπωση και ίσως λίγο ναρκισσισμό από πλευράς του Έλληνα δημιουργού. Μάλλον η περίοδος όπου ο Βούλγαρης παρέδιδε τέτοιο σινεμά με αξιώσεις έχει φθάσει στο τέλος της και πλέον ο σκηνοθέτης πρέπει να αναζητήσει τρόπους να εμπλουτίσει το ρεπερτόριό του, τόσο από πλευράς φόρμας, όσο και περιεχομένου. Δεν θα πρόκειται για συμβιβασμό ή οπισθοδρόμηση αν στη συνέχεια κινηθεί προς περισσότερο mainstream μονοπάτια, αλλά για δημιουργική ωρίμανση και σημαντική καλλιτεχνική εξέλιξη.











