Θάβουμε τους Νεκρούς
We Bury the Dead
Ένα αμερικανικό όπλο μαζικής καταστροφής εκρήγνυται κατά λάθος στην Τασμανία και μισό εκατομμύριο ανθρώπινοι εγκέφαλοι καίγονται αυτοστιγμεί. Μερικοί εγκέφαλοι όμως δεν καίγονται εντελώς… Μια γυναίκα ψάχνει να βρει τον σύζυγό της ανάμεσά τους. Ανάμεσα στο δράμα και την νεκροζώντανη Αποκάλυψη, μια μικρή ταινία με αρετές αλλά και τελική αναποτελεσματικότητα. Και το μεγαλύτερο ίσως πρόβλημα είναι ότι άλλοι θα βρουν αναποτελεσματικό το δράμα κι άλλοι τον τρόμο.
Δύο συμπτώματα, ένα εξέλιξης - ένα παρακμής, μού έγιναν αισθητά κατά την παρακολούθηση. Το πρώτο είναι ότι οι δημιουργοί αισθάνονται μάλλον πελαγωμένοι από τον όγκο της παραγωγής, την απαίτηση του κοινού και την αρτιότητα προηγούμενων ταινιών, που βλέπουν ως διέξοδο την ανάμιξη των ειδών. Μιλώντας πάντα για σινεμά, μετά από την ζόμπι-σάτιρα, την ζόμπι-κωμωδία και την ζόμπι-περιπέτεια, υβρίδια που δεν έχουν αποτύχει, o Ζακ Χίλντιτς (θα) σκέφτηκε και γιατί όχι ένα ζόμπι-δράμα, με indie προϋπολογισμό και φεστιβαλικό άνοιγμα (στο SXSW). «Θα πιάσω και τους κριτικούς.» Όχι κακή ιδέα! Το δεύτερο είναι ότι εξαιρώντας υπογραφές που ακολουθούν τον μοναχικό δρόμο της ευλογημένης ιδιοτροπίας, το «φεστιβαλικό» σινεμά που προσβλέπει και σε κανένα εισιτήριο έχει αρχίσει να μοιάζει πολύ με το mainstream σινεμά του ’90. To οποίο επειδή λάτρευε η σημερινή κρατούσα γενιά της Κριτικής, είχε τόσο μπουχτίσει να βλέπει την τότε Κριτική να το θάβει που βλέποντας σήμερα αντιγραφές του τις εκθειάζει.
Ως δράμα συγκινεί με κατιόντα τρόπο, ως horror είναι διασκεδαστικό και νόστιμο zombie apocalypse, αλλά του λείπει η ένταση, η κορύφωση, το γκραν γκινιόλ
Η ταινία του Χίλντιτς δεν είναι ανάξια. Έχει μια μεγάλη αρετή στο ότι δείχνει πολύ ακριβότερη από ότι είναι, εκτεινόμενη σε κλίμακες χώρου (βοηθούσης ίσως και της Δυτικής Αυστραλίας των γυρισμάτων) που καθηλώνουν. Έχει μια πολύ προσεγμένη φωτογραφική διεύθυνση (Στιβ Άνις, να σε ξαναδούμε) και μια…ταραχοποιό δουλειά στον σχεδιασμό του Ήχου που «ξυπνάει» το ηχεία, περιγράφει διαρκώς και λεπτομερώς, προαναγγέλλει – και στην περίπτωση ενός ευρήματος σου κάνει τη ζωή δύσκολη. Το τρίξιμο των δοντιών δεν θα είναι ποτέ πια ίδιο για τους θεατές της ταινίας.
Έχει επίσης καλές ερμηνείες, ιδίως η Ντέζι Ρίντλεϊ, που παρότι παλεύει ελαφρώς με την προφορά είναι εξαιρετική στις βωβές σκηνές. Κι έχει και μια γενική ατμόσφαιρα επικείμενης συγκίνησης (ή ζόφου) που χαρίζει στην οικονομική διάρκεια (87 λεπτά χωρίς τους τίτλους) μια πρόσθετη συνοχή.
Ο τρόμος, ωστόσο, παρότι και αυτός μάς χαρίζεται σε κάποια νόστιμα ενσταντανέ φρίκης (εκτός από το προαναφερθέν τρίξιμο που είναι έπος) είναι σεναριακά ανυπόστατος και τονικά ανεπαρκής. Όπερ σημαίνει δεν έχεις ικανή «πληροφορία τρόμου» για το τι παίζει με τους νεκροζώντανους, τι ορίζει την συμπεριφορά τους. Καθώς όμως υπάρχει το δοχείο του δράματος που πρέπει να γεμίσει –και να επιλεγεί και η ταινία στο φεστιβάλ- δίνεται μια σκόρπια πληροφορία του τύπου «ξυπνάνε αυτοί που άφησαν κάτι στη μέση» (αυτό πρέπει να βγάζει ανέκδοτα, συγκρατούμαι), ή γίνονται βαθμιαία επιθετικότεροι, και εξυπηρετείται η πλοκή, όχι όμως και τα horror ιντερμέδια. Αυτό είναι ανισότητα και δεν αρέσει στους κριτικούς, η ισορροπία είναι χάρισμα σε ένα έργο.
Σε αυτά προστίθεται, κάποιοι θα θεωρήσουν υποστηρικτικά, ένα μεσαίο κομμάτι στο έργο, σχεδόν καθαρά δραματικό (και αργό) που εμπλέκει έναν αστυνομικό, την πεθαμένη έγκυο γυναίκα του και μια role playing εμπειρία που ξεκινά από την ενσυναίσθηση και καταλήγει στην υστερία (μαθήματα ζωής) και πρόκειται να μας δέσει με το φινάλε. Στο χαρτί έχει κάτι το ευγενές, στην οθόνη (μού) επέτεινε μια αίσθηση ημιτέλειας. Ωστόσο, και εδώ, κάποιος θα αντιπαρέτασσε την κεντρική ιστορία που διατρέχει το έργο, αυτήν της σχέσης του ζευγαριού και μιας αγάπης που παρήκμασε, λέγοντας ίσως ότι δένει με το φινάλε της ταινίας. Δεκτό, αν κάποιος έχει δει τα σημεία στην παρουσίαση του Χίλντιτς δεν θα επιμείνω. Εγώ δεν τα κατάφερα, αντιθέτως βρήκα τα φλασμπάκ υπερβολικά ασαφή, αν όχι και επιτηδευμένα - τόσο σαν σκηνοθεσία όσο και σαν μοντάζ.
Εν τέλει μένει μια ταινία κάπως δύσκολο και να την διαφημίσεις. Ως δράμα συγκινεί με κατιόντα τρόπο – στην αρχή η Ρίντλεϊ είναι τόσο καλή που εγκυμονείται κάτι παραπάνω. Ως horror είναι διασκεδαστικό και νόστιμο zombie apocalypse, αλλά του λείπει η ένταση, η κορύφωση, το γκραν γκινιόλ. Α ναι, του λείπει και το να δείξει κάτι αξιοσημείωτο για την εποχή μας. Του λείπει, με άλλα λόγια, ο Τζορτζ Ρομέρο.











