Μπάστερ Κίτον: Ο Κινηματογραφιστής ? αφιερωματα , θεματα || cinemagazine.gr
12:46
4/10

Μπάστερ Κίτον: Ο Κινηματογραφιστής

Σαν σήμερα γεννήθηκε ένας από τους μεγαλύτερους κωμικούς όλων των εποχών, σκηνοθετική διάνοια κι ερμηνευτικός ανθρωπότυπος γιγάντιου διαμετρήματος.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Η αλήθεια είναι πως γράφοντας για έναν καλλιτέχνη γεννημένο το 1895, κινδυνεύεις άμεσα από την νεόφερτη σοσιομιντιακή λοιδορία. Ουδείς πιο ανάγωγος του αδαούς, θα μου πεις, όμως εδώ καραδοκεί κι ένα μεγαλύτερο ζήτημα σχετιζόμενο με την αντίληψη του σινεμά σαν τέχνη, με την ιστορία, τους αρμούς και τις σημασίες της. Οι άνθρωποι που εννοούν το σινεμά με διαχωρισμούς (έγχρωμο/ασπρόμαυρο, παλιό/καινούργιο, μονοκάναλο/πολυκάναλο, ρυτιδωμένο/8Κ και πάει λέγοντας), το αντιλαμβάνονται σαν ένα διασκεδαστικό one night stand, όχι σαν συμβιωτική σχέση.

Ολ' αυτά με αφορμή τον Κίτον, του οποίου το καλλιτεχνικό βεληνεκές είναι άπλετης εμβέλειας – κι όμως! - σχεδόν παντελώς άγνωστο (και αδιάφορο) σε νεότερους φίλους του κινηματογράφου.

Ο Κίτον γεννήθηκε μέσα σε οικογένεια ακροβατών του βοντβίλ, που ήταν ένα είδος λαϊκού θεάματος εξαιρετικά διαδεδομένου στο γύρισμα του 20ου αιώνα. Από παιδάκι έδειχνε μια αδιανόητη πλαστικότητα και αντοχή στο σώμα του, με αποτέλεσμα ουκ ολίγες φορές να εντυπωσιάζει το πλήθος, καθώς κυριολεκτικά τον πέταγαν από επιφάνεια σε επιφάνεια ή από μεγάλο ύψος στο έδαφος, όπου ο Κίτον προσγειωνόταν απροβλημάτιστα με το...στήθος και σηκωνόμενος όρθιος σαν να μην συμβαίνει τίποτα.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1910, ο Κίτον συνάντησε τον Φάτι Άρμπακλ, έναν ήδη εγκαθιδρυμένο κωμικό (που διέλυσε την καριέρα του εμπλεκόμενος σε ένα σεξουαλικό έγκλημα) και υπό την εποπτεία του παραγωγού Τζόζεφ Σενκ, έκαναν μια σειρά μικρού μήκους ταινιών με τον Κίτον δεύτερο όνομα. Μέσα όμως σε πολύ μικρό διάστημα, η κωμική αντίληψη του Κίτον για τον κινηματογράφο θα τον είχε βάλει πρώτο στη μαρκίζα.

Αυτό που κάνει τον Κίτον απαράμιλλο ήταν ακριβώς η αντίληψη αυτή. Με μια μοναδική αίσθηση του κάδρου και της γεωμετρίας του, μια ανεπανάληπτη ως τότε τοπογραφική αντίληψη των αντικειμένων και την σωματική του ικανότητα για stunts που είναι αδιανόητα (και θα παραμείνουν, ο Κίτον έθετε την ακεραιότητά του σε απόλυτο κίνδυνο κάνοντας πολλές φορές stunts ακόμα και για τους υπόλοιπους ηθοποιούς!), η νεοσυσταθείσα βιομηχανία ήταν ενώπιον μιας sui generis ιδιοφυίας.

Το έτερο χαρακτηριστικό που τον έκανε μοναδικό ήταν η σχέση του με το κοινό και έννοιες που ως σήμερα, πολύ περισσότερο σήμερα, είναι μοντέρνες και ικανές να σε βάλουν, σε κάθε ταινία, να σκέφτεσαι πώς ένας καλλιτέχνης, σε τόσο πρώιμη φάση ενός μέσου που ακόμα εφευρίσκει τις μεθόδους του, κατάφερε να υλοποιήσει μια τέτοια φιλμογραφία. Ο καλλιτεχνικός ανθρωπότυπος του Μπάστερ, ο αγέλαστος, ασύσπαστος ανθρωπάκος σε διαρκή αναμέτρηση με το περιβάλλον και τα αντικείμενα, δεν επιχειρούσε ποτέ να κερδίσει την συμπάθεια του κοινού χαμογελώντας στον τέταρτο τοίχο του κοινού, δεν κατέφευγε ποτέ στην εύκολη συγκίνηση, δεν αναγνώριζε τον λαϊκίστικο συναισθηματισμό σαν μέθοδο προσέγγισης. Εντελώς αντίθετα με τον Τσάπλιν, δεν έβρισκε το δίκιο του επειδή άγγιζε ταξικές, αναρχικές, συναισθηματικές χορδές. Το κατάφερνε γιατί προσπαθούσε έντιμα (ο Σαρλό, δοθείσης ευκαιρίας, έκανε τις μπαγαμποντιές του), με μοναδικά εφόδια την ευφυία και την αντοχή του, να τουμπάρει τις συνθήκες με το μέρος του.

Το αποτέλεσμα, σε συνδυασμό με την εκπληκτική, ως σήμερα ακόμα, χειραγώγηση αναλογικών, πραγματικών εφέ (και μιλάμε για σπίτια, καράβια, τρένα, γκρεμούς) ήταν μια μοναδική όψη κωμωδίας που στο γενικό πλάνο (ο ίδιος έλεγε πως «η κωμωδία είναι το γενικό, το δράμα το κοντινό») έφερνε έναν απλό άνθρωπο αντιμέτωπο με φαινομενικά ανυπέρβλητες αντιξοότητες και κατάφερνε να επιβιώσει. Το μεγαλείο του Κίτον επεκτεινόταν όμως περισσότερο: Το σύστημά του δομούσε συστηματικά έναν συμβολισμό που όλοι οι άλλοι κωμικοί μόνο περιστασιακά και σε πολύ μικρότερη κλίμακα έφτιαχναν. Μέσα σ' αυτόν, ο Κίτον δεν επεφύλασσε αναγκαστικά όμως το happy end. Ο ήρωάς του δεν έφευγε, μελοδραματικά ίσως, στο ηλιοβασίλεμα με το κορίτσι, δεν κέρδιζε απαραίτητα εκείνο για το οποίο βρέθηκε στη φασαρία. Εκεί ο Κίτον μπόλιαζε το δικό του τραγικό, την δική του υψηλή – και ρεαλιστική – μελαγχολία. Το πέτρινο πρόσωπο αποκτούσε, εξαιτίας της δράσης και της έκβασης, χίλιες δυο εκφράσεις και, κάποτε, μπορούσε να σου λιώσει την ψυχή.

Το 1923 ο Κίτον, αναπόφευκτα, μπήκε στο μεγάλο μήκος και γύριζε δύο ταινίες τον χρόνο ως το 1929. «Ο Κινηματογραφιστής», «Σέρλοκ Τζούνιορ», «Ο Θαλασσοπόρος», «Go West», «Ο Στρατηγός», «Seven Chances» είναι μόνο οι μισές από μια ντουζίνα καθαρά αριστουργήματα εκείνης της εποχής. Όλα τους υπάρχουν, είναι στην διάθεση των ενδιαφερομένων να δουν ιδίοις όμμασι για ποιο πράγμα ακόμα παραληρούν ειδικοί και μη που κρατούν μια τόσο ειδική θέση για τον δικό τους Μπάστερ.

Το 1929, τη μαύρη χρονιά, ο Κίτον αποφάσισε να δώσει το στούντιό του στην MGM, αντίθετα με τις παραινέσεις των Τσάπλιν και Λόιντ. Υπό την σκέπη ενός major, ο Κίτον δεν μπορούσε πια να πείσει μια εταιρεία για εκείνο που ήθελε να φτιάξει. Την ίδια χρονιά το οικονομικό κραχ τον κατέστρεψε οικονομικά. Ο Κίτον άρχισε να πίνει και ο αλκοολισμός του τον εξόρισε από τη νέα εποχή. Ο ίδιος, τέτοιος καινοτόμος που ήταν, δεν φοβήθηκε ποτέ τον ερχομό του ομιλούντος. Οι οικονομικές αλλαγές όμως τον ξεπερνούσαν. Από κει και μετά όλα είναι μια μακρόσυρτη θλιβερή ιστορία, μια από τις δυστυχέστερες inside stories μιας βιομηχανίας που δεν είχε θέση για έναν καλλιτέχνη που την ξεπερνούσε σε φαντασία, ικανότητα και απήχηση. Τέτοιος πρωτοπόρος κατέληγε να παίζει σε κατώτερες ταινίες για τα προς το ζην, βαθμιαία άγνωστος πιονέρος σε μια εποχή που ήταν ήδη αιχμάλωτη του χρήματος και των τεχνολογικών αλλαγών.

Η αναγνώριση από την βιομηχανία ήρθε ειρωνικά ετεροχρονισμένα (το 1960 σε ένα όσκαρ συνεισφοράς), για έναν αχανή δημιουργό που συνάδελφοί του και κριτική αναγνώριζαν ανέκαθεν (ο Τσάπλιν, ο Ουέλς, ο Λιούις, ο Τατί, ενώ ο «Στρατηγός» του θεωρείται μια από τις καλύτερες ταινίες όλων των εποχών, μη ντρέπονται είναι κι άλλες), που κατάφερε να παραλάβει μια νεογέννητη τέχνη δείχνοντάς της εφαρμοσμένα που μπορεί να φτάσει. Κι η αλήθεια να λέγεται, ως σήμερα, ελάχιστοι πάτησαν στον δρόμο του, δυο-τρεις μόνο συστηματικά. Το σινεμά, μετά τον Κίτον, δεν έχει προχωρήσει καν στον υπέροχο δρόμο που αυτός ο μικροσκοπικός αγέλαστος φώτισε.