Essential Cinema #93: «Τα Παιδιά του Παραδείσου» (1945) του Μαρσέλ Καρνέ - αφιερωματα , θεματα || cinemagazine.gr
18:21
30/4

Essential Cinema #93: «Τα Παιδιά του Παραδείσου» (1945) του Μαρσέλ Καρνέ

Τo cinemagazine συγκεντρώνει μερικές από τις κορυφαίες ταινίες που έγιναν ποτέ και γράφει αναλυτικά γι’ αυτές. Σήμερα ανατρέχουμε στην «καλύτερη ταινία στα χρονικά του γαλλικού σινεμά», η οποία κυκλοφόρησε πρώτη φορά στις αίθουσες πριν 75 χρόνια, την άνοιξη του 1945.

Από τον Λουκά Κατσίκα

Πριν το ξέσπασμα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, ο Μαρσέλ Καρνέ βρισκόταν στην κορυφή των πιο πετυχημένων σκηνοθετών της χώρας του, χάρη σε ταινίες όπως το «Λιμάνι των Αποκλήρων» («Quai des Brumes», 1936) και το «Ξημερώνει» («Le Jour se Lève», 1939). Κατόπιν της τεράστιας απήχησης που είχε γνωρίσει το «Οι Επισκέπτες της Νύχτας» («Les Visiteurs du Soir», 1942), παρά την κυκλοφορία του σε μια Γαλλία που τελούσε υπό γερμανική κατοχή, ο Καρνέ κατάφερε, ωστόσο, να διαπραγματευτεί κάτι πολύ μεγαλύτερο σε προθέσεις.  

Αυτό στο οποίο κατέληξε ήταν μια ρομαντική ταινία εποχής που επρόκειτο να εκτυλίσσεται στο Παρίσι του 1820, κανονίστηκε να στοιχίσει 58 εκατομμύρια φράγκα (ποσό ανήκουστο για τα δεδομένα του τότε εγχώριου σινεμά) και σχεδιάστηκε να υπερβεί σε διάρκεια τις τρεις ώρες. Υπήρχε ένα μοναχά πρόβλημα: οποιοδήποτε φιλμ ξεπερνούσε εκείνο τον καιρό το (απαιτούμενο από την φιλογερμανική κυβέρνηση του Βισί) όριο των ενενήντα λεπτών, ευθύς απαγορευόταν. Μελετώντας κάθε ενδεχόμενο κίνδυνο, ο Καρνέ πήρε τη γενναία απόφαση να σπάσει το φιλμ σε δυο μέρη, με την ευχή να τα ενώσει και να τα προβάλλει ως ένα μετά το πέρας του πολέμου. Όπως και έγινε. 

Το συνεργείο της ταινίας απαρτιζόταν τόσο από τους επιβεβλημένους Γερμανούς και συνεργάτες των Ναζί όσο κι από μέλη της… ντόπιας αντίστασης

Οι θαρραλέες κινήσεις του σκηνοθέτη δεν σταμάτησαν εδώ. Το συνεργείο που ένωσε γύρω του ο Καρνέ απαρτιζόταν τόσο από τους επιβεβλημένους Γερμανούς και συνεργάτες των Ναζί όσο κι από μέλη της… ντόπιας αντίστασης. Τα δυο αντιμαχόμενα στρατόπεδα εργάστηκαν καθημερινά πλάι-πλάι, δίχως το ένα να έχει την παραμικρή ιδέα για την ύπαρξη του άλλου, ενώ στο ίδιο συνεργείο βρήκαν καταφύγιο και αρκετοί Εβραίοι οι οποίοι δούλεψαν δίχως κανείς να τους πάρει χαμπάρι. Υπό καθεστώς απόλυτης μυστικότητας, μάλιστα, δυο από αυτούς έφτασαν να υπογράψουν τη μουσική και τη διεύθυνση παραγωγής της ταινίας!  

Τα γυρίσματα ξεκίνησαν καλοκαίρι του 1943 στο Παρίσι, χρειάστηκε όμως πολλές φορές να ανασταλούν ή να μετακομίσουν στη Νίκαια, όποτε οι συνθήκες έκριναν αδύνατη τη συνέχισή τους στη γαλλική πρωτεύουσα. Σε μερικές περιπτώσεις, ο Καρνέ κινηματογραφούσε αψηφώντας τους περιορισμούς κυκλοφορίας στην πόλη, τις διαρκείς εφόδους και απειλές της Γκεστάπο, τις περιστασιακές συλλήψεις μελών του συνεργείου ή τις σημαντικές ελλείψεις σε τρόφιμα και υλικά χρειαζούμενα στην παραγωγή.  

Ο έρωτας, η τέχνη, η ζωή στροβιλίζονται στον ίδιο χορό και η ματαιότητα των πάντων πνίγεται κάτω από την εφήμερη ηδονή του γλεντιού

Στο μέσο τέτοιων αντιξοοτήτων, βλέποντας κανείς το θαυμαστό αυτό έπος δύσκολα μπορεί να καταλάβει τις αποτρεπτικές συνθήκες κάτω από τις οποίες ολοκληρώθηκε. Μεγαλειώδης σε διαστάσεις και φιλοδοξία, η ταινία εποχής του Καρνέ προσπάθησε και πέτυχε να φανταστεί το κατεχόμενο Παρίσι ως μια γεμάτη ενέργεια μητρόπολη του 19ου αιώνα. Στο ολότελα ρετρό σύμπαν που κατάφερε να αναβιώσει, κομπάρσοι και σκηνικά μοιάζουν να εκτείνονται μέχρι το άπειρο (έστω κι αν αποτελούν έξοχα οπτικά τρικ), οι δρόμοι (όπως η περίφημη Λεωφόρος του Εγκλήματος) σφύζουν από ζωή και χαρά, η πόλη έχει μια ποίηση και μια ομορφιά μακριά από τη σκοτεινή πραγματικότητα του πολέμου και οι κάτοικοί της δείχνουν χαμογελαστοί και ξένοιαστοι, αντί για τα ανθρώπινα ερείπια των πεινασμένων και εμπόλεμων συνοικιών.  

Σε μια εποχή όπου ο θάνατος βρισκόταν τόσο άρρηκτα δεμένος με την καθημερινή ζωή, ο Καρνέ και ο σεναριογράφος του, Ζακ Πρεβέρ, διάλεξαν να γυρίσουν την ταινία τους θαρρείς και ο πόλεμος δεν συνέβη ποτέ, απαντώντας στη βάναυση πραγματικότητα με έναν λυρικό και μελαγχολικό ύμνο στην αγάπη, όπως την βιώνει ένας ερωτοχτυπημένος μίμος για μια χειραφετημένη θεατρίνα την οποία διεκδικούν ταυτόχρονα πολλοί μνηστήρες.  

Μέσα από τα αθάνατα πλάνα του φιλμ ξεπηδά ακόμη και σήμερα η εικόνα μιας Γαλλίας όπου τα πάντα συμβαίνουν και συμβαίνουν έντονα, όπου ο έρωτας, η τέχνη, η ζωή, το έγκλημα στροβιλίζονται στον ίδιο χορό και η ματαιότητα των πάντων πνίγεται κάτω από τις χαρμόσυνες φωνές και την εφήμερη ηδονή του γλεντιού και του καρναβαλιού. Όπου όλοι ονειροπολούν και μεθούν από λαχτάρα, με τον ίδιο τρόπο που έχουν μάθει να αναπνέουν και να βαδίζουν. 

Ο Τριφό είχε πει πως όσες ταινίες έκανε στη ζωή του, θα τις διέγραφε τελείως για να είχε κάνει τα «Παιδιά του Παραδείσου» 

Ήταν η ιδανικότερη απόδραση που μπορούσε ένας καλλιτέχνης να προσφέρει στους δυστυχείς συμπατριώτες του, που εκείνη τη στιγμή το είχαν περισσότερο ανάγκη. Συγκυρίες έσπρωξαν τελικά το φιλμ να κάνει πρεμιέρα λίγο μετά την απελευθέρωση, τον Μάρτιο του 1945. Για 54 συνεχόμενες εβδομάδες παρέμεινε εξακολουθητικά στις παρισινές αίθουσες. Πριν μερικές δεκαετίες, εξακόσιοι κριτικοί και επαγγελματίες του κινηματογράφου ψήφισαν τα «Παιδιά του Παραδείσου» ως την καλύτερη ταινία που γέννησε ποτέ το γαλλικό σινεμά. Όμως ο ίδιος ο Καρνέ προτιμούσε να θεωρεί ως μεγάλη του επιβράβευση κάτι άλλο. 

 Από όλους τους παραδοσιακούς σκηνοθέτες της παλιάς γαλλικής οθόνης, στους οποίους αντιτάχθηκαν, με τη διάθεση της ανατροπής, οι εκπρόσωποι της Nouvelle Vague, ο Μαρσέλ Καρνέ υπήρξε από εκείνους που δέχτηκαν τις πιο σφοδρές επιθέσεις. «Αν τύχαινε εκείνη την περίοδο να βρεθώ σε κάποιο στούντιο και έμπαινε ξαφνικά ο κύριος Γκοντάρ μέσα», θυμόταν κατόπιν ετών με πικρία ο σκηνοθέτης, «με προσπερνούσε χωρίς να μου μιλήσει, γυρνώντας μου την πλάτη. Κι ο Φρανσουά Τριφό είχε σύρει το όνομά μου πολλάκις στη λάσπη. Μια φορά, εντούτοις, στα εγκαίνια μιας αίθουσας στην οποία βρισκόμασταν και οι δυο προσκεκλημένοι, συνέβη ενώπιον 300-400 ατόμων να πει το εξής: ¨Έκανα 23 ταινίες και θα τις διέγραφα τελείως για να είχα κάνει τα ¨Παιδιά του Παραδείσου¨.  Μπορούσα να του κρατήσω κακία μετά από αυτό; Τι μπορούσα να προσθέσω εγώ επιπλέον μετά από μια τέτοια δήλωση; Τίποτα».  

LES ENFANTS DU PARADIS 
Γαλλία, 1945 
Σκηνοθεσία:
Μαρσέλ Καρνέ Σενάριο: Ζακ Πρεβέρ Μουσική: Μορίς Τιριέτ Φωτογραφία: Ροζέρ Ιμπέρ Πρωταγωνιστούν: Αρλετί, Ζαν-Λουί Μπαρό, Πιέρ Μπρασέρ, Μαρσέλ Εράντ, Πιέρ Ρενουάρ Διάρκεια: 190'