Essential Cinema #45: «Mala Noche» (1986) του Γκας Βαν Σαντ - αφιερωματα , θεματα || cinemagazine.gr
10:39
5/4

Essential Cinema #45: «Mala Noche» (1986) του Γκας Βαν Σαντ

Τo cinemagazine συγκεντρώνει μερικές από τις κορυφαίες ταινίες που έγιναν ποτέ και γράφει αναλυτικά γι’ αυτές. Σημερά το πανέμορφο ντεμπούτο με το οποίο συστήθηκε, πριν 35 χρόνια, ο Γκας Βαν Σαντ.

Από τον Λουκά Κατσίκα

Ο Γουόλτ Κέρτις γεννήθηκε στο Πόρτλαντ του Όρεγκον το 1941 και παρέμεινε εκεί για το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του, παρά το γεγονός ότι η φήμη του ως λογοτέχνης ξεπέρασε σχετικά νωρίς τα σύνορα της γενέτειράς του. Από πολύ νεαρή ηλικία ξεκίνησε να γράφει ποιήματα, τα περισσότερα από τα οποία βρήκαν τον δρόμο τους και χώρεσαν σε βιβλία, παράλληλα με μια ταυτόχρονη καριέρα του ως μεταφραστής συγγραφέων όπως ο Πάμπλο Νερούδα και ο Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα.

Το μοναδικό μυθιστόρημα που έγραψε ποτέ, ο Κέρτις το στήριξε σε πολύ δικά του βιώματα και σε μια χούφτα χαρακτήρες του περιθωρίου που έτυχε να έχει συναντήσει, τον καιρό που αγωνιζόταν ο ίδιος να βγάλει τα προς το ζην. Λεγόταν «Mala Noche» και μερικά χρόνια μετά την κυκλοφορία του έπεσε στα χέρια ενός νεαρού από το Κεντάκι ονόματι Γκας Βαν Σαντ, που την συγκεκριμένη περίοδο προσπαθούσε να βρει τον δρόμο του στο σινεμά.

Η κάμερα συλλαμβάνει τον παλμό μιας Αμερικής που κατοικείται από απόκληρους και κλεφτρόνια τα οποία πουλάνε το κορμί τους για ένα γεύμα ή ένα μέρος για να περάσουν ασφαλείς τη νύχτα

Οι δυο άντρες ήταν μοιραίο να συναντηθούν και το προϊόν της γνωριμίας τους στάθηκε μια συνεργασία που έφερε το ιδιαίτερα προσωπικό βιβλίο στην οθόνη, προσθέτοντας ένα σημαντικό κεφάλαιο στο ιδίωμα που αργότερα θα ονομαζόταν πιο ξεκάθαρα «queer cinema». Το πρώτο πράγμα που έχει, ωστόσο, κανείς να πει για το ντεμπούτο του Βαν Σαντ στην σκηνοθεσία είναι ότι αποτελεί μια εξίσου προσωπική υπόθεση, όπως ακριβώς το υλικό στο οποίο βασίστηκε.

Γυρισμένο στους δρόμους της πόλης που επικαλούνται οι λιγοστές σελίδες του βιβλίου, το «Mala Noche» διηγείται τις ατελέσφορες προσπάθειες ενός νεαρού γκέι να καταλήξει στο κρεβάτι με το επίμονο αντικείμενο του πόθου του- έναν 16χρονο Μεξικανό που βρίσκεται παράνομα στον χώρα και δεν λέει να ενδώσει με τίποτα στα ερωτικά του καλέσματα. Το πάθος που ο ήρωας αισθάνεται για τον ατίθασο και εκρηκτικό Τζόνι είναι πεισματικό αλλά και πλήρως ανιδιοτελές, σφοδρό όσο και χωρίς νόημα.

Ορμώμενη από αυτήν ακριβώς την αίσθηση του αδύνατου, που ξέρει να δίνει πάντοτε μια θλιμμένη ομορφιά στα πράγματα, η ταινία γίνεται μια χαμηλόφωνη μπαλάντα η οποία τραγουδιέται σε φτωχικές γωνιές, συνοικιακά καταστήματα της πόλης και ημιφωτισμένα δωμάτια της κακιάς ώρας. Η κάμερα του Βαν Σαντ συλλαμβάνει έντονο τον παλμό μιας Αμερικής η οποία μοιάζει να βρίσκεται χαμένη κάπου στον χρόνο και που, αντίθετα με οτιδήποτε είχε συνηθίσει να βλέπει το κοινό της εποχής, εδώ μοιάζει να κατοικείται από απόκληρους, losers και κλεφτρόνια που πουλάνε το κορμί τους για ένα γεύμα ή ένα μέρος για να περάσουν ασφαλείς τη νύχτα.

Είναι οι ίδιοι χαρακτήρες που θα συναντήσουμε αργότερα στο «Drugstore Cowboy» και στο «Δικό μου Άϊνταχο», οι ίδιοι δρόμοι που ο σκηνοθέτης θα περπατήσει ξανά, το ίδιο περιθώριο του αμερικανικού ονείρου στο οποίο θα αφήνει τακτικά στο εξής το επισκεπτήριό του. Προς το παρόν, όμως, η χρονιά είναι 1986 και ο Γκας Βαν Σαντ χρησιμοποιεί το φιλμ με μια εξομολογητική και ανεπιτήδευτη διάθεση που αιφνιδιάζει όσους συμπατριώτες του θεατές δεν είχαν συναντήσει τίποτα παρόμοιο ως τότε στην σκοτεινή αίθουσα.

Ο Βαν Σαντ κινηματογραφεί κορμιά και πρόσωπα σαν να γυρεύει ο ίδιος καταφύγιο σε αυτά 

Οι ηθοποιοί παρέμειναν απλήρωτοι, 25 χιλιάδες δολάρια όλα κι όλα είχε στην διάθεσή του ο Βαν Σαντ, και το συνεργείο που κατόρθωσε να συγκεντρώσει ήταν ολιγάριθμο και όχι ιδιαίτερα έμπειρο. Παρ’ όλα αυτά το αποτέλεσμα ήταν ένα μικρό διαμάντι εικόνων και διαθέσεων. Μέσα από τις έντονες αντιθέσεις της μαυρόασπρης φωτογραφίας, τις γοητευτικές ατσαλιές του μοντάζ, τον ρεαλιστικό και αυτοσχέδιο τόνο, ο σκηνοθέτης κατάφερνε να καλύψει την απειρία και την έλλειψη τεχνικών μέσων με ένα ύφος που έγερνε περισσότερο στο ιδιωτικό, το αφοπλιστικά άμεσο και στο τρομερά οικείο.

Το «Mala Noche» μοιάζει με προέκταση του ερωτοχτυπημένου ήρωά του, όπως τον συνοψίζει θαυμάσια στην ερμηνεία του ο Τιμ Στρίτερ. Γίνεται ο ιδρώτας και το καρδιοχτύπι του. Οι αυθόρμητες σκέψεις και τα συναισθήματά του. Ο σιωπηλός παρατηρητής στην μάταιη σταυροφορία του να αποκτήσει αυτό που τόσο έντονα επιθυμεί, αλλά δεν μπορεί ούτε καν να αγγίξει. Τίποτα απελπισμένο δεν υπάρχει, εντούτοις, στο φιλμ. Μόνο ένας σχεδόν ανεπαίσθητος ρομαντισμός, όπως τον κουβαλούν στις πλάτες τους κάποια χαμένα παιδιά της ζωής που ξέρουν ότι δεν υπάρχει γι’ αυτά αύριο και πως το μόνο που τους απομένει είναι η πρόσκαιρη σιγουριά την οποία τους προσφέρει η κάθε στιγμή.

Ο Βαν Σαντ κινηματογραφεί κορμιά και πρόσωπα σαν να γυρεύει ο ίδιος καταφύγιο σε αυτά από όλη την ασχήμια του κόσμου που συναντά γύρω του. Τα παρακολουθεί, έτσι βίαια όπως προσπαθούν να αντλήσουν το ένα από το άλλο. Απλώνει την αφήγησή του σαν να διαβάζει σελίδες από το πιο κρυφό ημερολόγιό τους. Και συνεχίζει στιλιστικά έναν μονοπάτι που πρώτος στο αμερικανικό σινεμά περπάτησε ο Τζον Κασαβέτης. Περνώντας από την ποίηση των απλών, καθημερινών ανθρώπων σε μια ερωτική ιστορία χωρίς αντίκρισμα και χωρίς τέλος. Ευτυχισμένο ή μη…

MALA NOCHE
ΗΝΩΜΕΝΕΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ, 1986
Σκηνοθεσία:
 Γκας Βαν Σαντ Σενάριο: Γουόλτ Κέρτις, Γκας Βαν Σαντ Φωτογραφία: Τζον Τζ. Κάμπελ Μουσική: Πίτερ Ντάαμααν, Κάρεν Κίτσεν, Κρέιτον Λίντασι Πρωταγωνιστούν: Τιμ Στρίτερ, Νταγκ Κούιγεϊτ, Σαμ Ντάουνι, Νάιλα ΜακΚάρθι Διάρκεια: 78’