Και η 16η Φεβρουαρίου του 2026 μένει στην ιστορία για το ξεκαθάρισμά της.
Ο Φρέντερικ Γουάιζμαν, που ίσως φύγει άκλαυτος στον «επαρχιακό» ειδικό Τύπο και την γενική ειδησεογραφία, αποτελεί κεντρική μορφή της παγκόσμιας τέχνης και διανόησης από τον 20ό αιώνα κι έπειτα. Κατά μείζονα τρόπο επειδή τα ντοκιμαντέρ του, στα οποία διέπρεψε με τρόπο εντελώς ασυνήθιστο λόγω παραγωγικότητας, τρόπου, συστηματικότητας και, πρώτιστα, αποτελέσματος, άλλαξαν το παιχνίδι και έναν τρόπο σκέψης.
Το ότι ο ίδιος κατά βάση αρνούνταν κάθε ανάλογη τιμή, είναι ο (ας τον πούμε) δευτερεύον λόγος, που είναι όμως και αυτός που θα θέλαμε να επιμείνουμε. Ο Γουάιζμαν δεν πούλησε ποτέ ιδεολογία, ιδεοσοφία, σοφία σκέτο, προφίλ πολιτικό, εύκολη εξαργύρωση, δημώδεις παρεμβάσεις και όλα αυτά από τα οποία νοιώθει κανείς έναν κατακλυσμό σήμερα. (Σκέφτηκε κανείς έναν Μάικλ Μουρ; Αυτή είναι η απόσταση του Γουάιζμαν.)
Αντίθετα δούλευε ασταμάτητα, από τότε δηλαδή που έπαψε να ασχολείται με τον Νόμο (σπούδασε στο Γέιλ και στο Παρίσι) και την διδασκαλία. Από το 1967, και το μνημειώδες «Titicut Follies», έκανε όσο συστηματικότερα μπορούσε ντοκιμαντέρ για πράγματα, θεσμούς, ιδρύματα, καταστάσεις που μας περιβάλλουν ή/και ρυθμίζουν τη ζωή μας.
Έχει και συνέχεια. Ο Γουάιζμαν δεν κατρακύλησε ποτέ στη νοοτροπία πολλών ότι η Τέχνη - και δη το Ντοκιμαντέρ - αλλάζει τον κόσμο. Αντίθετα έλεγε ότι δεν υπάρχει τίποτε μετρήσιμο στην κοινωνική του χρησιμότητα. Το ίδιο πίστευε για κάθε μορφή Τέχνης, την οποία εκτιμούσε ως μυθοπλαστική στην φορμαλιστική βάση της.
Φυσικά οι τάσεις του, ο ανθρωποκεντρισμός του, η κριτική του στο Σύστημα, δεν κρύβονταν, αλλά διέπονταν από μια γνησιότητα, μια αυθεντικότητα, εν τέλει ιδεολογική μεν, αλλά και ηθική ταυτόχρονα. Ο ίδιος έλεγε ότι οι δουλειές του ήταν η μέθοδός του να γνωριστεί με το θέμα του. Ισχυριζόταν ότι κατέφθανε χωρίς προκατάληψη, χωρίς σενάριο, χωρίς να ξέρει ακριβώς «τι θέλει να πει». Ήξερε βέβαια ότι θέλει κάτι να πει και δεν έπαψε ποτέ να επισημαίνει ότι η επίδρασή του στο θέμα του, παρά τις προσπάθειές του για το αντίθετο, ήταν αδύνατον να παρακαμφθεί. Προς επίρρωση αυτών, η διαδικασία του Μοντάζ στις δουλειές του ήταν εξαιρετικά χρονοβόρα, με τον ίδιο να μην αποφεύγει ποτέ να ξεκαθαρίσει πόσο «χειριστική» σημασία έχει αυτό για το τελικό αποτέλεσμα. Ταυτόχρονο απέρριπτε έννοιες όπως το σινεμά-βεριτέ, που καλά και σώνει η Κριτική του φόρεσε, θεωρώντας το έναν ανόητο χαρακτηρισμό άνευ πραγματικής σημασίας. Δεν ήταν εστέτ του πεζοδρομίου ο Φρέντερικ Γουάιζμαν. Ήταν βέβαια μέγας εστέτ εκ του αποτελέσματος της τέχνης του.
Περίφημοι σταθμοί για το έργο του, το οποίο αριθμούσε σχεδόν μια παραγωγή τον χρόνο, θα μπορούσε κανείς να πει τις δουλειές του για την Υγεία, την Πρόνοια και την Περίθαλψη (Welfare και Near Death είναι δύο εκπληκτικές εργασίες), τον Στρατό (Basic Τraining), την Δικαιοσύνη (Juvenile Court) τη Νομοθεσία (State Legislature), την Εργασία (ενδεικτικά, Belfast, Maine), την Εκπαίδευση (τα δύο High School σε δύο απέχουσες μεταξύ τους εποχές), την Διοίκηση (City Hall), όλα τους (και κάμπσοα ακόμα) ένας πραγματικός θησαυρός-καθρέφτης της Δύσης και της κατάστασης του πολιτισμού της στον 20ό αιώνα.
Παρέλαβε ένα Όσκαρ το 2016 για το σύνολο του έργου, δυο χρόνια πριν του δόθηκε ένας Χρυσός Λέων στην Βενετία. Η αναγνώρισή του όμως υπήρξε καθολική από εκείνους που ενδιαφέρονταν για το σινεμά, το ντοκιμαντέρ και τα θέματα που πραγματεύθηκε.
Ένας συναρπαστικός δημιουργός, διαπρεπής, σοφός όνομα και πράγμα, δίχως σπουδαιοτατισμούς και τυμπανοκρουσίες. Μια βαρυσήμαντη απώλεια.









