Η Ηθοποιός: 10 ταινίες για την Κάθριν Χέπμπορν ? αφιερωματα , θεματα || cinemagazine.gr
9:55
12/5

Η Ηθοποιός: 10 ταινίες για την Κάθριν Χέπμπορν

Σαν σήμερα γεννήθηκε η κατά κόρον θεωρούμενη ως μεγαλύτερη ηθοποιός στην ιστορία του κινηματογράφου. Χαρακτηρισμός που πατά με το ένα πόδι στις απλησίαστες διακρίσεις και με το άλλο στο προφίλ μιας γυναίκας που δεν υποτάχθηκε ποτέ και ανάγκασε μια βιομηχανία να την αποδεχθεί.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Το σημαντικό μπορεί να μην κατορθώνει πάντα να επιβάλλεται, ελπίζεις όμως να αναγνωρίζεται. Στην περίπτωση της Κάθριν Χέμπορν, αυτού του δικαιότατα ιερού τέρατος που γεννήθηκε στις αρχές του 20ου αιώνα και πέθανε στις αρχές του 21ου έχοντας συμβάλλει καλλιτεχνικά μέγιστα στο πέρασμα από τον έναν στον άλλον, οι τιμές και η αναγνώριση δεν υπολείπονται. Κι επειδή οι συγκρίσεις θα μπορούσαν δημιουργήσουν ίσως και ατμόσφαιρα πολεμική με τους θιασώτες της μόνης σημερινής που, υποτιθέμενα, της έχει πάρει κάποια τιμητικά σκήπτρα (Μέριλ Στριπ), ας παραμείνουμε στο έργο της Χέμπορν. Το έργο το καλλιτεχνικό αλλά και εκείνο που συνέβη ως απόρροια του χαρακτήρα και των πράξεών της. Σε αμφότερα η γόνος της προοδευτικής οικογένειας του Κονέντικατ (τους τακτοποίησε ο Σκορσέζε στον «Aviator»…), που περπάτησε πολύ πέρα από το προδιαγεγραμμένο της, είναι απαράμιλλη.

Ας δούμε 9+1 περιπτώσεις για του λόγου το αληθές.

«Μαρία Στιούαρτ» (1936) του Τζον Φορντ

Ας διευκρινιστεί κάτι. Η ακαδημαϊκή αναγνώριση είναι οπωσδήποτε ένα κριτήριο εκτίμησης της αξίας του καλλιτέχνη. Ωστόσο, ανάλογα και με την αυτόφωτη κριτική διάσταση του καθενός, δεν είναι το μόνο. Δεν είναι καν, συχνά, το ικανό. Με την «Μαρία Στιούαρτ» του μεγάλου Φορντ (και του μεγάλου σεναριογράφου Ντάντλι Νίκολς), η ηθοποιός τέντωσε τους μυς της φτιάχνοντας μεγάλο ρόλο ιστορικής προσωπικότητας. Ρόλο που προϋπέθετε την θηλυκή της υπόσταση, την έμφυτη τάση της για χειραφέτηση, το bigger than life του ιστορικού χαρακτήρα, τις εντάσεις ανάμεσά τους. Η Χέμπορν είναι έξοχη, το ‘36 έρχεται ήδη με οσκαρική αναγνώριση («Morning Glory», 1933 και «Alice Adams», 1935), η ταινία όμως αγνοήθηκε.

«Η Γυναίκα με τη Λεοπάρδαλη» (1938) του Χάουαρντ Χοκς

Κάπου εδώ ο κριτικός αντίλαλος πρωτο-κορυφώνεται και η αντίληψη της γυναίκας-δηλητήριο για το box office είναι αισθητή. Ο κόσμος δεν θέλει να βλέπει την φασαριόζα Κέιτ, που δεν παντρεύεται, δεν απασχολεί τα κουτσομπολιά και φοράει και παντελόνια. Η ταινία είναι μείζον κλασικό βέβαια, η screwball κωμωδία των ασθματικών διαλόγων και της μεγάλης φάρσας σπάνια έφτασε αυτό το ύψος. Και πάλι θα έπαιζε η Χέμπορν.

«Κοινωνικά Σκάνδαλα» (1940) του Τζορτζ Κιούκορ

Ο μεγάλος κύριος των γυναικών, ο Κιούκορ που ήξερε να διευθύνει γυναίκες όσο κανείς άλλος, αναλαμβάνει τούτο εδώ το περίφημο που όλοι ελπίζουμε να γνωρίζετε. Ήταν η «επιστροφή» της, η διάλυση της box office poison φήμης, η επιβολή με το στανιό της αξίας της. Είχε η ίδια αγοράσει τα δικαιώματα του θεατρικού, είχε θέσει όρο απαράβατο να παίζει, είχε φέρει και τον Κιούκορ (που δεν του έλεγες και όχι ως παραγωγός τότε) και έκανε θραύση. Η τρίτη της υποψηφιότητα εδώ.

«Αδάμ και Έυα» (1948) του Τζορτζ Κιούκορ

Κάπου στις αρχές του ’40 γνωρίζεται με τον Σπένσερ Τρέισι. «Δεν είστε και τόσο ψηλός τελικά κύριε Τρέισι», «Θα σας φέρω στα μέτρα μου κυρία Χέμπορν», υλικό θρύλου και έναρξη μιας δια βίου σχέσης και καλλιτεχνικής συνεργασίας. Τούτο είναι μάλλον το καλύτερο, ο Τρέισι είναι ο αμίμητος παρτενέρ που αναδεικνύει τη ντάμα του, η Χέμπορν τον λάτρεψε – και ήρθε και στα μέτρα του με την έννοια ότι τιθάσευσε την αγριάδα της, εκπολίτισε εκείνα τα στοιχεία που δεν την ωφελούσαν σε ζωή και καριέρα. Στην ταινία του Κιούκορ ένα ζευγάρι δικηγόρων αναλαμβάνουν από ενάντιας θέσης την ίδια υπόθεση και η Χέμπορν δίνει ένα μνημειώδες ρεσιτάλ συγκερασμού του μάχιμου φεμινισμού και του δυναμικού θηλυκού. Ίχνος μανιέρας δεν βρέθηκε ούτε εδώ – κι ας γύρισαν 9 έργα μαζί κι ας επισκέφθηκαν πολλαπλά την κομεντί.

«Η Βασίλισσα της Αφρικής» (1951) του Τζον Χιούστον

Οι ταινίες είναι αυτό που φαίνονται κι αυτό που είναι. Πίσω από την παλιομοδίτικη αίσθηση, ιδίως αν μεσολαβεί κινηματογραφικός αναλφαβητισμός, εδώ, στην αριστουργηματική ταινία του Χιούστον, μαίνεται ο μέχρι πρότινος ακήρυχτος πόλεμος των φύλων, των στάσεων ζωής. Η Χέμπορν, έχει ξανά καβαλιέρο κλάσεως στο πρόσωπο του Μπόγκαρτ, ακτινοβολεί όμως στο ρόλο μιας Μεθοδίστριας ιεραποστόλου, που κυμαίνεται ανάμεσα στον τρόμο του πολέμου, το διαφυλετικό δέος, την αφύπνιση της γυναίκας, την συνείδηση των ρόλων αλλά και την ανάγκη της υπέρβασης τους. Μανιέρα απούσα, για άλλη μια φορά,  5η οσκαρική υποψηφιότητα.

«Summertime» (1955) του Ντέιβιντ Λιν

Ρομαντικό, ευρωπαϊκό δράμα άλλης κλάσεως, όχι κατά το τυπικό «μεγάλη» ταινία, αλλά ρομαντικό, αισθησιακό όργιο (παλιομοδίτικης πάντα…) αποδραστικού σινεμά που όμως έχει πολλά να πει και να προσγειώσει στην χρήσιμη πραγματικότητα. Η Χέμπορν είναι οδηγός του οράματος Λιν, ισορροπεί επιδέξια την μοναξιά, την ανεξαρτησία και την υποταγή του έρωτα. 6η υποψηφιότητα και καθόλου, μα καθόλου χαριστική. (Κι αν δεν ήταν η Μανιάνι συνυποψήφια εκείνη τη χρονιά, θα έπρεπε να είναι όλο δικό της).

«Ξαφνικά, Πέρυσι το Καλοκαίρι» (1959) του Τζόζεφ Λ. Μάνκιεβιτς

Απρόβλεπτη, συγκλονιστική αλλαγή πλεύσης. Η επικινδυνότητα του χαρακτήρα, η δυναστική λεκτική περιβολή, η επιβολή που μασκαρεύεται ως αγάπη, η αποτυχημένη ευθύνη που σε τρώει από μέσα, ο απίστευτος χαρακτήρας της Βάιολετ όπως τον έφτιαξε ο Τενεσί Γουίλιαμς και τον πήγε στο στερέωμα η Χέμπορν. Άλλος άνθρωπος, άλλη ηθοποιός, τέλεια αλλαγή «από μέσα», ούτε η Μπέτι Ντέιβις θα μπορούσε να το βγάλει ποτέ αυτό εκτιμώ (για σύγχρονες ίσως μόνο η Νικόλ Κίντμαν), φτάσαμε στην 8η υποψηφιότητα.

«Μακρύ Ταξίδι Μέσα στη Νύχτα» (1962) του Σίντνεϊ Λιούμετ

Έργο που δεν μνημονεύεται συχνά, εκτός «κανόνα» της φιλμογραφίας Λιούμετ για τους οριζόντιους λάτρεις του, με μια Χέμπορν στον σκληρό, ανυποχώρητο κόσμο του Ευγένιου Ο’ Νιλ, η μεταστροφή μιας ηθοποιού που μπορεί να κάνει rom-com, ιστορικό δράμα, περιπέτεια και ρομάντσο γίνεται εδώ εκκωφαντική. Ναι, πάλι υποψήφια για 9η φορά (εκπληκτική εκείνη η χρονιά στις γυναίκες με Μπέτι Ντέιβις, Λι Ρέμικ, Τζεραλντίν Πέιτζ και Αν Μπάνκροφτ που τελικά το πήρε κιόλας), κέρδισε όμως στις Κάννες.

«Το Λιοντάρι του Χειμώνα» (1968) του Άντονι Χάρβεϊ

Την προηγούμενη χρονιά θα φύγει ο Τρέισι, στο «Μάντεψε Ποιος Θα ‘ρθει το Βράδυ» υπάρχει ένας ολόκληρος επίλογος, όπου το σινεμά και η ζωή γίνονται ένα, που λέει πιο πολλά για τη σχέση τους απ’ όσα μπορούμε εμείς, ο πόνος αντιμετωπίζεται, έστω, με δουλειά και τούτο εδώ το κλασικό ιστορικό δράμα θα «έβγαζε» από την Χέμπορν άλλον έναν ρόλο-επιτομή, που για μερίδα της κριτικής θεωρήθηκε «διαμάντι του στέμματος». Όσκαρ, τρίτο (η πρώτη γυναίκα με τρία Α’ ρόλου – το μοιράστηκε τούτο με την Στρέιζαντ του «Ένα Αστείο Κορίτσι») και στο σινεμά θα γινόταν πια όλο και πιο ακριβοθώρητη.

Ο +1 λόγος είναι η περίληψη πολλών που ειπώθηκαν παραπάνω. Η Χέμπορν, με αμίμητο, πηγαίο δυναμισμό, βαθιά ανεξάρτητο πνεύμα, επιχειρηματική αντίληψη της καλλιτεχνικής (και χρηματιστηριακής) της αξίας και τόλμη επιλογών που την φέρνουν σε περίοπτη (την πιο περίοπτη) θέση εργογραφίας γυναίκας-ηθοποιού της ιστορίας, άλλαξε το σινεμά. Δεν είναι μόνο τα παντελόνια, η άρνηση του Γάμου, οι επιλογές, ο τρόπος που ανέστησε την καριέρα της το ’40, η σχέση με τα media, τα 4 Όσκαρ από τις 12 υποψηφιότητες. Με βάση τις σημερινές ανακατατάξεις και την προσπάθεια εξισορρόπησης ανισοτήτων δεκαετιών στο χολιγουντιανό στάτους, η Χέμπορν υπήρξε πρόδρομος και προφήτης, έδειξε τον δρόμο για μια συμπεριφορά που απαίτησε τον σεβασμό και κατέκτησε την υπόληψη. Όχι τυχαία, θεωρείται ως σήμερα μια από τις επιδραστικότερες προσωπικότητες στην ιστορία του Χόλιγουντ, η -κατά Αμερικάνικο Ινστιτούτο Κινηματογράφου- μεγαλύτερη όλων των γυναικών ηθοποιών της κλασικής εποχής (βάλτε κάτι) και σαφώς μια από τις στυλοβάτες-συνδιαμορφώτριες της «αντι»-κουλτούρας της εποχής της.