Καλεσμένος του 12ου Φεστιβάλ Πρωτοποριακού Κινηματογράφου της Ταινιοθήκης της Ελλάδος, ο βραβευμένος στο Φεστιβάλ Βενετίας Κίρο Ρούσο, έρχεται στην Ελλάδα για να παρουσιάσει την «Μακρά Πορεία», ένα από τα φαβορί του Επίσημου Διαγωνιστικού.
Πέντε χρόνια μετά το κινηματογραφικό ντεμπούτο του «Dark Skull» (Ειδική Μνεία στο Φεστιβάλ του Λοκάρνο 2016), ο Κίρο Ρούσο επιστρέφει με τη συνέχεια της ιστορίας του Έλντερ Μαμάνι βαδίζοντας σε μία «μακρά πορεία» που έχει διάθεση να εξερευνήσει μυστικιστικά και βιωματικά τα όρια και τις δυνατότητες της κινηματογραφικής γλώσσας.
Τιμημένη με Ειδικό Βραβείο της Επιτροπής στο 78ο Φεστιβάλ Βενετίας, η «Μακρά Πορεία» (2021) βρίσκει τον Έλντερ και τους μεταλλωρύχους συντρόφους του, στην πολύβουη Λα Παζ. Εκεί μία ξαφνική ασθένεια του Έλντερ θα αποτελέσει αφετηρία ενός εναλλακτικού θεραπευτικού μονοπατιού, μακριά από τα ίχνη ενός καπιταλιστικού κόσμου που νοσεί.
Μιλήσαμε με τον Κίρο Ρούσο για τις θεματικές και τα κινηματογραφικά εργαλεία που εξερευνά στην «Μακρά Πορεία», την μαγεία αλλά και το μέλλον του σινεμά. Η «Μακρά Πορεία» προβάλλεται στην Αίθουσα Α της Ταινιοθήκης της Ελλάδος την Τρίτη 14 Ιουνίου 2022.
Ξεφυλλίστε στον κατάλογο του Φεστιβάλ στο παρακάτω λινκ:
https://www.tainiothiki.gr/docs/entypo-protoporiakos-2022.pdf
Από την πρεμιέρα της ταινίας στο 78ο Φεστιβάλ Βενετίας
Η ταινία είναι περισσότερο μια αισθητηριακή, κινηματογραφική εμπειρία παρά αφηγηματική
Η «Μακρά Πορεία» εξελίσσει την ιστορία του Έλντερ Μαμάνι, χαρακτήρα που γνωρίσαμε στην προηγούμενη ταινία σου, το «Dark Skull». Υπάρχει η ιδέα να ολοκληρώσεις μία τριλογία βασισμένη σε αυτόν;
Παρατηρώ την κοινότητα των μεταλλωρύχων του Χουανούνι από το 2009, οπότε σκοπεύω όντως να συνεχίσω την τριλογία με κεντρικό θέμα την «εξόρυξη». Ο Έλντερ θα εμφανιστεί και στην επόμενη ταινία μου, αλλά θα είναι ένας δευτερεύων χαρακτήρας.
Μέσα από τον έντεχνο ηχητικό σχεδιασμό και τις έντονες εικόνες, η πόλη της Λα Παζ είναι ουσιαστικά ο τρίτος χαρακτήρας της ταινίας. Παράλληλα είναι και η γενέτειρά σου. Μίλησέ μας λίγο για τα ερεθίσματα της πόλης, όλες αυτές τις αναφορές που βίωσες ως παιδί και τώρα αποτυπώνονται στην ταινία.
Η Λα Παζ είναι μια από τις πιο ξεχωριστές πόλεις του κόσμου, όχι μόνο επειδή βρίσκεται σε υψόμετρο 3600 μέτρων από την επιφάνεια της θάλασσας, αλλά εξαιτίας της ιδιαίτερης τοπογραφίας της. Όντας μια τρύπα, μια αρχαία λίμνη που έχει στεγνώσει πριν από χιλιάδες χρόνια, βρίσκεται στη μέση του Αλτιπλάνο.
Το ζήτημα της αναπαράστασης της Λα Παζ είναι ένα από τα πλέον επαναλαμβανόμενα μοτίβα στην ιστορία της βολιβιανής τέχνης. Υπάρχουν σπουδαίοι πίνακες, λογοτεχνικά έργα και ταινίες που έχουν δημιουργήσει με τα χρόνια μία παράδοση. Για ‘μένα είναι πολύ σημαντικό να υπηρετήσω αυτή την παράδοση μέσα από μια προσωπική ματιά. Η ταινία δημιουργεί έναν «διάλογο» με το βωβό σινεμά, σαν να πρόκειται για τη μουσική συμφωνία μιας πόλης των αρχών του 20ού αιώνα. Έτσι, η πόλη δεν είναι μόνο η Λα Παζ, αλλά ολόκληρο το καπιταλιστικό σύστημα. Αυτό που συμβαίνει στη Λα Παζ, άλλωστε, συμβαίνει στις περισσότερες πόλεις του κόσμου.
Μιας και μιλάς για το καπιταλιστικό σύστημα, η παρατήρηση της εργατικής τάξης αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της φιλμογραφίας σου. Πώς επηρέασε η καθημερινότητα των μεταλλωρύχων την εικόνα της ταινίας και την ουσία του σεναρίου;
Αυτό που συνέβη, και έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο, ήταν η ασθένεια ενός ανθρακωρύχου που συνταξιοδοτήθηκε πρόωρα. Αυτός ο άντρας είχε προχωρημένη πυριτίαση (τυπική νόσος των ανθρακωρύχων) και το γεγονός χάραξε την πορεία της ταινίας.

Κάπου στην μέση της «Μακράς Πορείας» έχεις ενορχηστρώσει μία χορογραφημένη σκηνή, σαν ένα μουσικό βίντεο. Πρόκειται για έναν δημιουργικό τρόπο προσέγγισης του κοινού που τονίζει παράλληλα την ανάγκη για συνύπαρξη;
Η ταινία είναι περισσότερο μια αισθητηριακή, κινηματογραφική εμπειρία παρά αφηγηματική. Μέσα σε αυτή την δομή λοιπόν, ήξερα καλά πως έπρεπε να σκεφτώ μια σειρά από εκπλήξεις, οι οποίες σιγά-σιγά να αποκαλύπτονται. Ο χορός που λες, είναι μια από αυτές τις εκπλήξεις. Νομίζω, όμως, πως αποκαλύπτει ταυτόχρονα και την αποξένωση του πλήθους, τον κορεσμό των εικόνων σε συνάρτηση με τα προϊόντα της αγοράς.
Υπάρχουν συγκεκριμένα κινηματογραφικά εργαλεία και τρόποι αφήγησης που ήθελες να εξερευνήσεις ή να αναπτύξεις στην ταινία;
Ως κινηματογραφιστής είμαι φορμαλιστής. Σε κάθε ταινία βάζω εμπόδια και περιορισμούς που με αναγκάζουν να εξερευνήσω κάτι συγκεκριμένο σε αυτό που αποκαλούμε «κινηματογραφική γλώσσα». Σε αυτή την ταινία εξερεύνησα περισσότερο την δυνατότητα του ζοομ και το βάθος πεδίου, αφενός για να συστήσω την πόλη ως τρίτο χαρακτήρα και αφετέρου για να παρουσιάσω μια «θέση» οπτικοακουστικής σχέσης μεταξύ του πλήθους και του ατόμου. Στην προκειμένη περίπτωση μιλώ για τον εργάτη (Έλντερ) και τον ερημίτη (Μαξ).
Υπάρχουν επίσης στοιχεία της ταινίας που αγγίζουν τον μαγικό ρεαλισμό, σαν ένα κινηματογραφικό φίλτρο που μεταμορφώνει την σκληρή πραγματικότητα. Πιστεύεις πως ήρθε η ώρα να πιστέψουμε ξανά στη «μαγεία»;
Το σινεμά δημιουργεί μέσα από την ποιητική του γλώσσα άγνωστες στιγμές που μεταδίδονται απευθείας στις πέντε αισθήσεις. Ο κινηματογράφος δημιουργεί μαγεία και η μαγεία αυτή είναι απαραίτητη. Ειδικά στην εποχή μας, όπου πιστεύουμε ότι γνωρίζουμε τα πάντα. Νομίζουμε πως έχουμε τις απαντήσεις στο μυστήριο της ζωής και πως όλα κινούνται σε συνάρτηση με την αγορά και το κεφάλαιο.
Τι σημαίνει ένα κόμικ του Μπάτμαν δίπλα στα κείμενα του Μπόρχες; Δεν μπορούμε να μείνουμε μόνο στο κόμικ ή να απολαμβάνουμε μόνο τον Μπόρχες
Σε αντίθεση με την ασφαλή κινηματογραφική βιομηχανία, το παγκόσμιο σινεμά μιλά με διαφορετικές κινηματογραφικές γλώσσες και συστήνει μία διαφορετική ανθρωπογεωγραφία. Νιώθεις εκπρόσωπος της εθνικής κινηματογραφίας της Βολιβίας;
Δεν μου αρέσει ο όρος παγκόσμιο σινεμά, γιατί θεωρώ πως είναι επικίνδυνο να ορίζεις τον κόσμο ως καρτ ποστάλ. Η «Μακρά Πορεία» είναι η αναπαράσταση μιας κατάστασης του κόσμου και όχι μόνο μίας χώρας. Στην Βολιβία δεν υπάρχει κινηματογραφική βιομηχανία, ούτε με ενδιαφέρει η οπτική του σινεμά ως προΐόν. Πιστεύω πως κάθε ταινία έχει ευθύνη απέναντι σε ολόκληρο τον κόσμο. Ευθύνη να εμπνέει σεβασμό και σύνδεση με τις παραδόσεις και κυρίως με τους ανθρώπους που εργάζονται και δημιουργούν τις ταινίες, τόσο μπροστά όσο και πίσω από τις κάμερες.
Σε ένα σύγχρονο πλήθος, λοιπόν, που καταναλώνει κινούμενες εικόνες κατα συρροή, διοχετεύοντας μάλιστα ελάχιστη προσοχή, πώς μπορείς να επικοινωνήσεις μία τέτοια ταινία;
Δεν με ενδιαφέρει να τραβήξω την προσοχή τους, με ενδιαφέρει όμως να εξερευνήσω και να επεκτείνω την οπτικοακουστική γλώσσα. Να κάνω ανοιχτές ταινίες που να εγείρουν περισσότερα ερωτήματα, παρά απαντήσεις. Με απασχολεί πολιτικά και έντονα το φάσμα του υπερβολικού κορεσμού των κινούμενων εικόνων που συμβαίνει σήμερα.
Ποιος είναι ο ρόλος των φεστιβάλ επομένως στον κινηματογραφικό κόσμο μας; Επίσης πόσο σημαντικό ρόλο έπαιξαν στην καριέρα σου;
Πολύ σημαντικό! Τα φεστιβάλ έχουν την ευθύνη να κρατήσουν τον κινηματογράφο ζωντανό, να βοηθήσουν στην διεύρυνση των ορίων αυτής της τεράστιας γλώσσας. Παράλληλα έχουν την υποχρέωση να επανεφεύρουν τον εαυτό τους, γιατί αν παραμείνουν αμετακίνητα θα πεθάνουν...
Μιλάς για επανεφεύρεση. Η τελευταία διετία άλλαξε εντελώς την κινηματογραφική εμπειρία. Κατά τη διάρκεια των lockdowns είδαμε την άνοδο των πλατφορμών. Ποιες είναι οι σκέψεις σου για το μέλλον του κινηματογράφου;
Το 1948, ο Αλεξάντρ Αστρύκ μίλησε γι’ αυτό ακριβώς που ζούμε σήμερα στο άρθρο του «Du Stylo à la caméra et de la caméra au stylo». Σήμερα όλοι έχουμε μία κάμερα στην τσέπη μας. Μας περιβάλλει ένας κόσμος γεμάτος βίντεο και μέσα σε αυτόν τον κορεσμό, ο κινηματογράφος οφείλει να επικρατήσει ως η πιο αγνή, ποιητική και συνειδητή έκφραση της εποχής μας. Αυτή τη διαφορά τη βιώνεις μόνο μελετώντας και - κυρίως - παρακολουθώντας πολύ σινεμά. Τι σημαίνει ένα κόμικ του Μπάτμαν δίπλα στα κείμενα του Μπόρχες; Δεν μπορούμε να μείνουμε μόνο στο κόμικ ή να απολαμβάνουμε μόνο τον Μπόρχες. Πρέπει να μάθουμε να διαβάζουμε. Νομίζω πως ο κινηματογράφος είναι η νέα λογοτεχνία.









