Έζρα Μίλερ ναι, Γούντι Άλεν και Ρομάν Πολάνσκι όχι: Υπάρχουν διπλά κριτήρια στο σημερινό Χόλιγουντ;
Ένα άρθρο του IndieWire αναλύει μια μάλλον ανισόρροπη μεταχείριση καλλιτεχνών που έχει τους (οικονομικούς) λόγους της να είναι έτσι.
Τρία πρόσωπα που έχουν απασχολήσει, όχι ακριβώς ισόποσα, την κουλτούρα της ακύρωσης και τα δημοσιεύματα. Δημοσιεύματα που σε μεγάλο μέρος τους, κακά τα ψέματα, δεν διαφέρουν από ιστορικά κίτρινα άρθρα περί της προσωπικής ζωής διασημοτήτων που σκοπό έχουν την έξαψη συγκεκριμένων αντανακλαστικών του αναγνωστικού κοινού.
Ας είμαστε σαφείς από την αρχή - και σε διάσταση από το εύλογο (μα άτολμο) άρθρο μιας έκδοσης που καθυστερημένα ίσως έχει αρχίσει να βλέπει τα αρνητικά μιας δημοσιότητας στην οποία έχει διαδραματίσει ενεργό ρόλο την τελευταία 5ετία. Αν κάποιος άνθρωπος έχει διαπράξει αδίκημα απαιτείται αναλογική τιμωρία. Για να θεωρηθεί ότι κάποιος/κάποια/κάποιο έχει διαπράξει το αδίκημα αυτό θα πρέπει να υπάρχει δικαστική απόδειξη/απόφαση, δεν αρκεί η θεωρία του καπνού και της φωτιάς, ούτε ο προσωπικός μας πήχης περί του ποια συμπεριφορά είναι πρέπουσα, δέουσα και ποια όχι.
Το άρθρο του IW καταπιάνεται με την εύλογη διάσταση στην μεταχείριση του Έζρα Μίλερ (πρωταγωνιστή στο επικείμενο «Flash») και των Γούντι Άλεν/Ρόμαν Πολάνσκι, δημιουργών των «Coup de Chance» και «The Palace» που είναι επίσης επικείμενα αλλά όχι στις ΗΠΑ, όπου δεν αναμένεται να βρουν διανομή.
Για το Έζρα Μίλερ εκκρεμούν ποικίλες κατηγορίες επίθεσης, κακοποίησης, παρενόχλησης. Η Warner δεν φαίνεται να πτοείται από το γεγονός, ούτε η κοινή γνώμη. Η ταινία θα προβληθεί κανονικά από την προσεχή Πέμπτη (Παρασκευή στην Αμερική). Σχεδόν σίγουρα θα ξεσηκώσει εξωκινηματογραφικές συζητήσεις. Για τον Γούντι Άλεν και τον Ρόμαν Πολάνσκι, για των οποίων τις υποθέσεις υπάρχει άπλετη πρόταση ενημέρωσης, η δυνατότητα να δείξουν τις ταινίες τους στις ΗΠΑ απουσιάζει.
Κατά την διάρκεια της διαφημιστικής προώθησης του «Flash» το Μίλερ δεν είναι στο φως των προβολέων, προφανώς μετά από προσταγές του στούντιο, προσταγές που -για την ώρα- έχουν διασφαλίσει ότι το σταρ δεν θα ακυρωθεί. Στην πραγματικότητα όμως, όπως γράφει το άρθρο, «το στούντιο δεν μπορούσε να αδιαφορεί περισσότερο για τις κατηγορίες εναντίον του Μίλερ.» Για τις δύο ταινίες των υπερηλίκων (υπάρχει ageism, όχι;) Άλεν και Πολάνσκι, το ενδιαφέρον, υπό τη μορφή καθαίρεσης από τα κινηματογραφικά πράγματα, καλά κρατεί, αναφέρει το άρθρο.
Στην συνέχεια, ο αρθρογράφος Έρικ Κόουν, ασχολείται, λίαν προβληματικά κατά την γνώμη του υπογράφοντος, με την καλλιτεχνική αξία που ίσως θα έπρεπε να νομιμοποιήσει το ενδιαφέρον για τις ταινίες των ακυρωθέντων Άλεν και Πολάνσκι, ειδικά του πρώτου στο ακόλουθο εδάφιο: «I have long felt that the discourse around Allen’s movies vs. what he did or didn’t do to be unworthy of endless scrutiny because the quality of his movies weren’t worth the battle either way. “Coup de Chance” presents a different kind of conundrum, because it looks… well, kind of good.» [Εδώ και καιρό ένιωθα ότι η συζήτηση γύρω από τις ταινίες του Άλεν Vs του τι έκανε ή δεν έκανε, δεν ήταν άξια εξέτασης, επειδή η ποιότητα των ταινιών του δεν άξιζε τη διαμάχη. Το «Coup de Chance» αποτελεί άλλου είδους γρίφο, γιατί φαίνεται… καλό, ή κάπως καλό.]
Το πρόβλημα όμως που γεννάται περαιτέρω είναι ότι η ταινία του Άλεν δεν είναι... φθηνή. Το να την προωθήσεις, με δεδομένο το αβέβαιο, αν όχι αρνητικό (μιας και είναι και ταινία με υποτίτλους...) αποτύπωμα δεν συμφέρει οικονομικά. Όπως και οι προηγούμενες πρόσφατες ταινίες του, μπορεί σιωπηλά να περάσει στις πλατφόρμες, μπορεί να απολαύσει μια σχετική ευρωπαϊκή αποδοχή (όπως και μια φημολογούμενη πρεμιέρα στην Βενετία) και μετά να πάει (αρκετά) καλά στην ασφάλεια της κατ΄οίκον προβολής.
Παρόμοια και για το «The Palace» του Πολάνσκι. Την ταινία συνυπογράφει ο Γέρζι Σκολιμόφσκι, που περύσι, στην διάρκεια προώθησης του «EO», ελίχθηκε γύρω από κάθε ερώτηση περί της συνεργασίας του με τον Πολάνσκι (θυμίζουμε οι δύο φίλοι είναι συνεργάτες από το «Μαχαίρι στο Νερό» κοντά 60 χρόνια πίσω), όμως η διανομή της στις ΗΠΑ, ισούται με «death wish» για τον διανομέα της εκεί. Γιατί όμως, διερωτάται ο Κόουν (πάντα από την πλευρά ενός εντύπου που δεν ξεχνά κανείς πόσες επικρίσεις έχει εκτοξεύσει εναντίον ταινιών του Πολάνσκι βασισμένες στην αμαύρωση χαρακτήρα), να μην μπορεί το κοινό στις ΗΠΑ να δει την ταινία του Πολάνσκι, γιατί ο διανομέας δεν θα πάρει ποτέ το ρίσκο;
Η απάντηση και στις δύο περιπτώσεις είναι ότι το ρίσκο δεν θα αποφέρει. Το «Flash» θα βγάλει με το παραπάνω τα λεφτά του κι ας μην γίνει το Μίλερ σταρ ποτέ. Οι ταινίες των Πολάνσκι και Άλεν δεν θα τα φέρουν πίσω, και μάλιστα ανεξάρτητα από τον «φάκελο» των δημιουργών τους. Σ' αυτό έχει παίξει ρόλο η κριτική, ο Τύπος, τα social media και, ασφαλώς, το γεγονός ότι πρόκειται για ένα είδος σινεμά που δεν υφίσταται για τον λόγο της εμπορικής του επίδοσης.
«Πάντως αμφισβητώ το αφήγημα της ακύρωσης σε έναν κόσμο που το Μίλερ παίρνει ελευθέρας και ταινίες ακυρωμένων δημιουργών που δείχνουν πολύ καλύτερες μένουν εξόριστες», αναφέρει το IW. «Η διανομή των ταινιών δεν σημαίνει επ' ουδενί συγχωροχάρτι των ανθρώπων πίσω τους, σημαίνει όμως αποδοχή του κοινού που θέλει να τις δει.»
Κοίτα να δεις που ο Έρικ Κόουν είδε φως και μπήκε στην ταμπέλα διαχωρισμού καλλιτέχνη/ανθρώπου. (Αν και στην γενική ατολμία του - και όχι μόνο - δεν αργεί στην αμέσως επόμενη παράγραφο να πει ότι «βρίσκει και τους δύο απωθητικούς, βασισμένος σε στοιχεία».)
Όπως και σε πολλά πράγματα συμβαίνει, όπως στρώνεις κοιμάσαι. Κι όταν ξαναθυμάσαι ότι συνέβαλες στο στρώσιμο, αποτάσσεσαι τον Σατανά που δημιούργησες κόβοντας κατηγορίες και μοιράζοντας ενοχές - σχεδόν πάντα χαϊδεύοντας το κοινό αίσθημα της πιο συντηρητικής, της πιο κίτρινης και αντιπνευματικής μερίδας του κόσμου που απευθύνθηκες να σε διαβάζει.
Ολόκληρο το άρθρο, εδώ.









